Κώστας Χόνδρος: Ταξίδι στο λαϊκό τραγούδι

Κώστας Χόνδρος: Ταξίδι στο λαϊκό τραγούδι

Κρατώ στα χέρια εξαιρετικό, πολύ μεστό, αισθητικά προσεγμένο βιβλίο. Κώστας Ν. Χόνδρος: «Δημήτρης Ρουμελιώτης, ένα ταξίδι στο παλιό λαϊκό τραγούδι», εκδόσεις Ηδύφωνο. Με γεμίζει διπλή χαρά γιατί αφορά φίλο ρεμπέτη, που δεν γνώρισα εκ του σύνεγγυς μια κι έμενε στο Μόντρεαλ, αλλά επικοινωνούσαμε συχνά, «αρμένικες» τηλεφωνικές συνομιλίες, και μου έκανε την τιμή να είμαι βιογράφος του. Το βιβλίο του Κώστα Χόνδρου είναι υπόδειγμα πώς γράφεται μια πληρέστατη βιογραφία σημαίνοντος προσώπου, ενός λαϊκού τραγουδιστή, με στόχο και άξονα αναφοράς να γνωρίσει ο αναγνώστης τον βιογραφούμενο κι όχι να γίνεται αυτή πρόσχημα για άσκοπο, χαζό λιβάνισμά του με κοινότοπα και κούφια, κυρίως δημοσιοσχετίστικα υπερθετικά επίθετα προς αποθέωση του βιογράφου και της παρέας του, όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια.

Ο Κώστας χόνδρος γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1982. Απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, ειδικευμένος χειρουργός ουρολόγος. Έχει πολλές επιστημονικά άρθρα και δυο ιατρικά συγγράμματα αλλά εδώ  εστιάζουμε στην μεγάλη αγάπη για την ελληνική μουσική, τους παλιούς  δίσκους, βιβλία κι άλλα ντοκουμέντα της παράδοσης. Ο «Δ. Ρουμελιώτης» είναι το πρώτο πόνημα σε αυτό το πεδίο. Το βιβλίο συνοδεύεται από ενδιαφέροντα δίσκο (cd) με «παιξίματα» του Δ.  Ρουμελιώτη στο Μόντρεαλ, σε μεγάλη ηλικία, που πιστοποιούν το μεράκι,  την ως το τέλος θαλερότητα. Δεν έχω άλλο να γράψω για το βιβλίο του Κώστα Χόνδρου,  σας το συστήσω να το απολαύσετε. (Εκδόσεις Ηδύφωνο, Μαυροκορδάτου 12, Αίγιο, 26910-60538, www.idifono.gr) Παραθέσω μόνο τον πρόλογο, που του έγραψα. Κι ένα  δυσάρεστο, δυστυχώς, υστερόγραφο προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας…

 

Της παρέας μέθεξη!

 

Βολτάροντας στην Θεσσαλονίκη λίγο μετά την Κατοχή. Από αριστερά: Απόστολος Καλδάρας, Μπάμπης Μπακάλης, Δημήτρης Ρουμελιώτης. 

Δυο οι μέγιστες, άφατες χαρές για τον δημοσιογράφο, τον ερευνητή, τον καλλιτέχνη. Πρώτη: Οι αναπάντεχες συναντήσεις με ό,τι μια ζωή κυνηγάς, με τίποτα δεν σου κάθεται κι εκεί, που όλες οι πόρτες είναι κλειστές, στα καλά καθούμενα σε διαλέγει (ξαφνικός αμοιβαίος έρωτας) το Τυχαίο για την έκπληξη, την πολύψαχτη ανακάλυψη, την ποθητή δημιουργία. Δεύτερη: Να ξεκινάς κάτι, οτιδήποτε και να ’χεις συνεχιστές, μάλιστα αντάξιους και μερακλήδες! Πολύτροπα να προχωρά η ζωή, με τ’ απλά και τα σύνθετα και πάντα ν’ απολαμβάνεις την διαδρομή. Κι αν σήμερα είναι η εποχή της φιγούρας, της λιγούρας, της καψούρας, του άρπα κόλλα, του δεν τρέχει τίποτα, μωρέ, δεν είναι μόνο αυτοί, που κατακλέβουν τον πνευματικό κόπο και τα έργα παλιών τε και νεώτερων για να τ’ «ανεβάσουν» στον διαδικτυακό σκουπιδότοπο και να παραστήσουν τον ξύπνιο…

Με τον Γιώργο Μητσάκη.

  Το χρώμα, την δεσπόζουσα νότα, που λέμε στην μουσική, δίνουν νέα παιδιά, που  με μεράκι, σεβασμό, έμπνευση, ταλέντο μετέχουν στην σκυταλοδρομία του πολιτισμού. Να είστε σίγουροι ότι αυτοί, οι λίγοι, θα σφραγίσουν και την εποχή και όχι ο συρφετός σκιτζήδων, όποια εξέλιξη και να ’χει η επώδυνη στον πίθηκο επιστροφή! Να τώρα ένας άγνωστος σε μένα επιστήμονας από την Κρήτη ευγενέστατα ζητά άδεια χρήσης μέρους της συνέντευξης του Δημήτρη Ρουμελιώτη από το βιβλίο μου «Μουσικό Σεργιάνι. Άλλα 22 ρεμπέτικα πορτρέτα» (Μετρονόμος). Ο Κώστας Χόνδρος ήρθε λίγα χρόνια αργότερα σ’ επαφή με την ίδια παρέα, που γνώρισε και μένα με τον μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή, τον περίφημο «μπάρμπα Μήτσο της ελληνικής παροικίας του Μόντρεαλ».

Πρόδρομος Τσαουσάκης, Δ. Ρουμελιώτης, Γιάννης Κυριάζης.

Το έργο του Κώστα Χόνδρου, είναι  καλαίσθητο λεύκωμα: «Δημήτρης Ρουμελιώτης: Ένα ταξίδι στο παλιό λαϊκό τραγούδι». Με πολλές άπαιχτες φωτογραφίες, 165 ετικέτες δίσκων, πλήρης δισκογραφία, λαογραφικό και λοιπό υλικό για κάθε τραγούδι, για τον καλλιτέχνη, την εποχή. Όχι πια ένα πορτρέτο αλλά βιβλίο με κεντρικό πρωταγωνιστή τον Δ. Ρουμελιώτη. Η μερακλίδικη συνέχεια, που λέγαμε… Όχι λιβανίσματα! Όταν συναντώ ενδιαφέρον βιβλίο, δίσκο, εν γένει καλλιτεχνικό έργο γράφω μόνο: Αποκτήστε το, απολαύστε το! Και αυτό προσυπογράφω θεωρώντας τιμή, που ο Κ. Χόνδρος μου ζήτησε δυο λόγια για το βιβλίο, προπαντός για τον Δημήτρη Ρουμελιώτη. Άπιαστα πουλιά φεύγουν τα χρόνια και ξέρετε τί μου μένει βαθιά στην ψυχή από τον μπάρμπα Μήτσο σχεδόν οκτώ χρόνια από την αποδημία του; Η μοναδική επαφή και το μεράκι!

 Δεν είχαμε ιδωθεί, μόνο πολύωρες τηλεφωνικές συνομιλίες.  Κι όμως… Ήταν πάντα σαν καλοί φίλοι καθισμένοι στο ταβερνάκι, κουτσοπίνοντας και μιλώντας και κάπου-κάπου να παίζει το μπουζουκάκι του και να τραγουδά όμορφα! Έγραψα άλλοτε πόσο μεγάλος τραγουδιστής είναι ο Δημήτρης Ρουμελιώτης. Κι αν αγνοημένος στην ξενιτιά,  «μιλά» το έργο. Καμιά τριανταπενταριά μελωδικά αριστουργήματα στολίζει η φωνή του. Το βιβλίο του Κώστα Χόνδρου, όπως άλλωστε και το δικό μου, διευκολύνουν μόνο στην μέθεξη με τον μεγάλο Καλλιτέχνη. Παρακαλώ με την αριστοτελική σημασία η λέξη: Μετέχουμε στην παρέα, που κάνει σχετικά διαχρονικό πολιτισμό γλεντώντας τα μεράκια της.

                 Φίλε Κώστα, καλοτάξιδος….

ΗΛΙΑΣ ΒΟΛΙΟΤΗΣ-ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ

                                                                                     Ιούλιος 2020

——————-

Υ.Γ. Μέγα ψέμα μεταγενέστερο ότι ο Δ. Ρουμελιώτης συμφώνησε να του κλέψει ο Στ. Καζαντζίδης τις «Βαλίτσες». Ίσα-ίσα! Αναφέρουμε το περιστατικό στο  βιβλίο μας, αν κι από ευγένεια ο μπάρμπα Μήτσος λέει: «Τον Καζαντζίδη… τέλος πάντων» και κόβει την κουβέντα, που εμείς συνεχίζουμε. Η μαύρη αλήθεια: Ο  Γιάννης Παπαϊωάννου εξαπάτησε, «πούλησε» τον Ρουμελιώτη και διέσωσε τον Καζαντζίδη, που ήταν για τ’ αζήτητα. Δεν έχει σημασία αν αυτό έγινε κατ’ εντολήν ή με την ανοχή της εταιρείας. Το μέγα ζήτημα, πέρα της απαράδεκτης, αντισυναδελφικής συμπεριφοράς (κι οι χρυσές καρδιές κάνουν λάθη μεγάλα!), έγκειται στο ότι ο Παπαϊωάννου έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα στην μετά το ρεμπέτικο τραγούδι χωματερή των «ινδικών», «σκυλάδικων», άθλιων σπαραξικάρδιων, ως αντίβαρο στο «έντεχνο» τραγούδι (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Λεοντής, Λοΐζος, επίγονοι). Ήταν ταξική πολιτιστική επιλογή της ξενόδουλης εξουσίας της Γκραικυλίας με βιτρίνα, τον άνθρωπο, που βέλαζε σαν μοσχάρι, που το σφάζουν και στανικώς τον επέβαλε στον όχλο θεοποιώντας τα σπαραχτικά του βελάσματα. Ούτε έχει βάση η γνώμη του αείμνηστου Σπύρου Καλφοπούλου ότι ρωτήθηκε ο Ρουμελιώτης και συμφώνησε να του κλέψουν τις «Βαλίτσες». Την εξέφρασε ως κακώς εννοούμενη συναδελφική αλληλεγγύη, να συνηγορήσει εκ των υστέρων υπέρ του βάρδου του σκυλάδικου, λες  ο Ρουμελιώτης ήταν… ξένος. Είμαι σε θέση να γνωρίζω, ως βιογράφος και φίλος του Καλφοπούλου («Μάγκες Αλήστου Εποχής, Μετρονόμος), γιατί πολλές φορές διαφωνήσαμε για το θέμα Καζαντζίδη. Ευτυχώς η ανωμαλία της δεκαετίας 1955-1965 κράτησε ελάχιστα και το λαϊκό τραγούδι βρήκε τον μηδέποτε χαμένο δρόμο. Μια αυτονόητη  κουβέντα: Όταν υπάρχουν ένας  Γιώργος Κάβουρας, ένας Αντώνης Νταλγκάς και τόσες άλλες θεσπέσιες φωνές είναι βλακεία εκτός από χυδαιότητα να λιβανίζουν άνθρωποι της μουσικής τον που βελάζει σαν μοσχάρι, που το σφάζουν! Ακόμα και ο όχλος τον έχει ξεχάσει! Κάτι γερόντια μόνο…