Γκάτσος… με ταυτότητα

Γκάτσος… με ταυτότητα

Ενδιαφέρον, εξαιρετικό βιβλίο, τα έχει όλα επαρκέστατα, ο συγγραφέας εξαντλεί σχολαστικά το αντικείμενο με τα πολλά θετικά και άλλα αρνητικά, που συνεπάγεται η τέτοια αντιμετώπιση.  Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης: «ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ. Δώστε μου μια ταυτότητα να θυμηθώ ποιος είμαι. Ποίηση και στιχουργική 1931-1991» (εκδόσεις Μετρονόμος). Ο πλήρης τίτλος και υπότιτλος, που αναφέρεται σε παγκόσμια προσωπικότητα, που δεν θέλει ιδιαίτερες συστάσεις. Κι όμως ο Σταύρος Καρτσωνάκης γεμίζει σχεδόν 500 σελίδες και αληθινά δύσκολα ο φανατικότερος θαυμαστής του στιχουργού μπορεί να επισημάνει κάτι, που λείπει από την εν λόγω μελέτη, αλλά και κάτι, που, κάπου, κάποτε γράφτηκε για  τον Ν. Γκάτσο και δεν παρατίθεται στην πάμπλουτη του έργου βιβλιογραφία. Καλύπτει, άλλωστε, η τελευταία  50 σελίδες. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση, που ο συγγραφέας εντόπισε και καναδυό δικά μας σημειώματα,  που ομολογουμένως τα είχαμε ξεχάσει, όπως για παράδειγμα: «Ελλαδογραφία», στο πάλαι ποτέ «Δίφωνο», το 2002, για την επέτειο των 10 χρόνων από την αποδημία του Γκάτσου.

Λόγω και της μεγάλης μας αγάπης στον μεγάλο στιχουργό ξεκοκαλίσαμε, που λένε, το βιβλίο του Καρτσωνάκη για τον Γκάτσο. Και ο προβληματισμός,  εκτός από την «Αμοργό», που έχουμε παλαιόθεν πάρει θέση και θυμίζουμε στον επίλογο του παρόντος πονήματος, είναι: Πόσο  μια πληρέστατη μελέτη, πανεπιστημιακής λεπτομέρειας δεν εμποδίζει, δεν λειτουργεί κάποτε και ως διαθλαστικός καθρέφτης στην λεγόμενη «μέθεξη», με την αρχαία έννοια.  Κατά πόσο μέσα από τον όγκο των σελίδων μπορεί να προκύπτει αδρά και αβίαστα στο μυαλό και στην ψυχή τους η συγκλονιστική προσωπικότητα και το έργο του Γκάτσου για όσους σημερινούς ουδεμία έχουν εξοικείωση με αμφότερα και κυρίως από τους μελλοντικούς; Αφήνουμε τα ερωτήματα στον αέρα, ας δώσει καθένας απάντηση ανάλογα ιδιοσυγκρασίας, αισθητικής αντίληψης. Έχουμε πάρει θέση τόσο στον ποιητικό όσο και πεζό λόγο: Όσο προσπαθείς με λέξεις να προσδιορίσεις μια ουσία, τόσο αυτή εκπίπτει ως προς την μέθεξη του ακροατή, θεατή, αναγνώστη  κ.λπ.

Ο Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης γεννήθηκε στα Χανιά και ζει στην Αθήνα. Από το 1989 εργάζεται ως δάσκαλος. Παράλληλα ως μελετητής, ερευνητής και συλλέκτης δίσκων ελληνικής και ξένης μουσικής. Είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τις τελευταίες δεκαετίες ασχολήθηκε-μεταξύ άλλων-ιδιαίτερα με το έργο του Νίκου  Γκάτσου-αναφέρεται στο σύντομο βιογραφικό του. Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο ότι πρόκειται για ένα βιβλίο-αποτέλεσμα μιας εικοσαετούς έρευνας, που στοχεύει, μέσα από μια αναθεωρημένη γραφή, να απευθυνθεί σε ένα ευρύ κοινό. Κυρίως σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να αποκτήσει επαρκή και τεκμηριωμένη επιστημονικά εικόνα σχετικά με τον άνθρωπο για τον οποίον η Γλώσσα και η Πατρίδα στάθηκαν «η πρώτη του παρηγοριά και η στερνή ελπίδα»-όπως εύστοχα είπε ο ίδιος στους τελευταίους του στίχους του-και του οποίου το έργο είναι πιο επίκαιρο από ποτέ στα «ασυλόγιστα χρόνια», που ζούμε. Με το συμπάθιο και όλο τον σεβασμό, ουδέποτε μας έκανε εντύπωση η όποια φιλοπατρία του Νίκου Γκάτσου, άλλα μας συναρπάζουν στο έργο του…

Γιάννης Ρίτσος, Αλέξης Μινωτής, Νίκος Γκάτσος, Ελένη Βλάχου.

Μάλλον συμφωνούμε, ευθυγραμμιζόμαστε με την στάση της συντρόφου τού μεγάλου στιχουργού Αγαθής Δημητρούκα. Χαιρετίζει παρά τις όποιες της διαφωνίες το βιβλίο του Σ. Καρτσωνάκη για τον πολύχρονο μόχθο και την ευγένεια, που προσεγγίζει το έργο του Γκάτσου. Εμείς προσθέσαμε ήδη την πληρότητα, την λεπτομερή, σχολαστική καταγραφή, όπως επίσης θέλουμε να τονίσουμε την βαθύτητα ακόμα και σε απόψεις, που ριζικά διαφωνούμε, την ιστορική προσήλωση, την ωραία γλώσσα, την αίσθηση της ποιητικής ανάτασης. Δεν είναι και λίγα. Αναλογιστείτε μόνο πόσοι αρπακολλατζήδες βιογράφοι κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια, τί μπουρδολογία σερβίρεται ως παντεσπάνι προκειμένου ορισμένοι τυμβωρύχοι πρόσκαιρα να κλέψουν κομμάτι από την δόξα μεγάλων προσωπικοτήτων αλλά και τηλεοπτικών ψώνιων, που παριστάνουν τους καμπόσους. Σκεφθείτε τί βλακείες λέγονται  ή γράφονται, πώς και γιατί γράφτηκε το δείνα ή το τάδε εμβληματικό άσμα!  Τηλεοπτική μόδα της εποχής…

Γκάτσος, Χατζιδάκις, Θεοδωράκης.

Το επισημαίνουμε με έμφαση γιατί ουδόλως είναι δεδομένο ότι ο Άλφα, που ασχολείται με την Τάδεδιαχρονική προσωπικότητα των γραμμάτων και των τεχνών εκ προοιμίου θα πετύχει να φέρει σε επιτυχές πέρας την προσπάθεια σεβόμενος τον βιογραφούμενο. Ο Νίκος Γκάτσος «ευτύχησε»  ευγενικού, επιστημονικού πορτρέτου από τον Σταύρο Καρτσωνάκη. Και οι διαφωνίες, ημών και των άλλων, σε ένα τέτοιο εξαιρετικό βιβλίο, είναι εναύσματα προβληματισμού για κάθε μύστη της εγχώριας λαϊκής μούσας μα και της παγκόσμιας τέχνης. Χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό συστήνουμε το βιβλίο του Καρτσωνάκη γιατί και αν ακόμα έχετε «μέθεξη» στον Γκάτσο-καλή ώρα όπως εμείς-κι αν έχετε διαφορές ή αποχρώσεις ως προς τις απόψεις, είναι ένα εργαλείο προσέγγισης του παγκόσμιου στιχουργού και  κυψέλη χρήσιμου και ενδιαφέροντος προβληματισμού για την εγχώρια λαϊκή μούσα, που συνεχίζει να είναι παγκόσμιας εμβέλειας και πρόσληψης.

        

Το κάτι άλλο συνιστά το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου με την εργογραφία τού Γκάτσου. Δεν είναι εύκολο να συνάξεις όλες αυτές τις θεατρικές και άλλες παραστάσεις, ακόμα και αν μιλάμε για μετά το 1950 συμβάντα. Το γράφουμε μετά λόγου γνώσεως, από προσωπική πείρα. Θα θέλαμε, επίσης, να πούμε στον συγγραφέα για μέλλουσες έρευνες ότι δεν έχει σημασία ποιος λέει τί, αλλά αν και πόσο αξίζει ν’ αναπαραχθεί! Έτσι θ’ αποφεύγονταν επανάληψη βερμπαλισμών, ανοησιών, όπως: «Αν έγραφε ο Σοφοκλής στους καιρούς μας έτσι θα έγραφε (σ.σ. σαν την «Αμοργό»). Ένα κορυφαίο στο κέντρο μιας τραγωδίας». Αν η γιαγιά μου είχε πατίνια θα ήταν πύραυλος! Πόσο ειλικρινά, σχεδόν κυνικά μαζί και σαρκαστικά, εκτός από λακωνικά ο ίδιος ο Γκάτσος εξηγεί στην παρέα του «Φλόκα» γιατί έγινε στιχουργός και όχι ποιητής! «Τα ποιήματα είναι κάτι πολύ εύκολο για μένα. Η ποίηση είναι δύσκολη. Το να πεις τις αλήθειες»! Αυτό ακριβώς!!

Η «Αμοργός»

Ερχόμαστε στο επίμαχο (;) ζήτημα της «Αμοργού», που για μας εξ αρχής είναι καθαρό και ληγμένο. Ο Σ. Καρτσωνάκης γράφει τις απόψεις του με βάση την αυθαίρετη και ανιστόρητη μυθολογία ότι πρόκειται για εξαίσιο έργο, που δεν είχε συνέχεια γιατί δυστυχώς και αλίμονο έτσι επέλεξε ο Γκάτσος. Από δω και πέρα η γραφή μας δεν αφορά το βιβλίο του Καρτσωνάκη, που για μια ακόμα φορά προτείνουμε να το απολαύσετε! Δεν μπορούμε, όμως, με την αιρετική προσέγγιση, που μας διακρίνει, δοθείσης και πάλι ευκαιρίας, να μη βάλουμε ορισμένα πράγματα στην… θέση τους. Γράψαμε από την πρώτη στιγμή ότι η «Αμοργός» και άλλα έργα ελληνικά και ξένα (π.χ. Έλιοτ) «άρες μάρες κουκουνάρες» είναι εξεζητημένη, λεξιλάγνα λογοπλοκή, χαζομάρα  ομορφόλογη, δίχως μέτρο και ρυθμό, ουδεμία πνευματική ουσία, λέξεις και προτάσεις μια κάτω στην άλλη και μάλιστα ατάκτως ερριμένες. Εμείς, οι δηλωμένοι… ηλίθιοι πού να καταλάβουμε τέτοια βαθειά ρηχότητα! Δεν την θεωρούμε ποίηση! Είχαμε γράψει και πει ραδιοφωνικώς τότε, πριν από 30 χρόνια: Για εξηγήστε, ρε κουλτουριάρηδες φωστήρες, σε μας τους… βλάκες, τί σημαίνει: «και αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι»!! ή ερμηνεύστε την σελίδα 11 στην έκδοση «Πατάκη». Και πότε όλες αυτές οι κουλτουριάρικες αηδίες; Το 1943! Όταν καιγότανε και ανασταινότανε η σκλαβωμένη Ελλάδα!

Εδώ εκδηλώθηκε η πρώτη, η καίρια μεγαλοφυία του Γκάτσου! Προτίμησε με το αισθητικό ένστικτό, πρωτίστως, να μη γίνει μετριότατος κουλτουριάρης εγχώριος ποιητής, αλλά παγκόσμιος στιχουργός. Ακριβώς, όπως ο φίλος του Μάνος Χατζιδάκις (και ο Μίκης Θεοδωράκης) δεν έγιναν Έλληνες «Μπετόβεν», αλλά λαϊκοί χαρισματικοί (με την σειρά τους) παγκόσμιοι μελωδοί. Τί ωραία και αυτοκριτικά τα λέει ο μέγας Γρηγόρης Μπιθικώτσης: «Αν δεν ήταν ο Μάρκος (Βαμβακάρης) αυτοί (ο Μάνος και ο Μίκης) θα ήταν ψευτομπετοβενάκηδες κι εγώ ψιλοπολυμέρης»! Και ο Νίκος Γκάτσος… ψευτοσεφέρης-προσθέτουμε εμείς.

Ο Γκάτσος γρήγορα κατάλαβε όχι μόνο ότι δεν γράφει ποίηση, όπως ο ίδιος λέει και την ορίζει, αλλά και ότι οι θέσεις της στον Παρνασσό είναι ελάχιστες και ήδη πιασμένες από παγκόσμιους ποιητές με πρώτον τον Καβάφη. Οι μεγάλοι άνθρωποι είχαν ενσυναίσθηση και γνώση σαυτόν, δεν ήταν επιπόλαιοι, όπως οι κατοπινοί. Ήξεραν οι Καλλιτέχνες να υπηρετούν τον Μύθο τους. Αν εμείς δεν καταλαβαίνουμε, με τόση εντρύφηση και θητεία στην ποίηση την «Αμοργό» και τα συναφή πάμπολλα ελληνικά και ξένα φληναφήματα, τί να πει ο μέσος πολίτης ιδίως την εποχή της οθόνης; Όχι ότι φταίει η τελευταία αποκλειστικά για αυτά. Τί έχει, σήμερα και πάντα, η Ποίηση, η Τέχνη, να πει στον δεινά δοκιμαζόμενο άνθρωπο, που καλπάζει στον πίθηκο σε ψηφιακό μεσαίωνα; Ιδού το μέγα ερώτημα, το κριτήριο της αξίας κάθε καλλιτεχνικού έργου!

Ο Νίκος Γκάτσος με την Αγαθή Δημητρούκα.

Αντίθετα ο Γκάτσος έχει πολλά να πει με τα σχετικά διαχρονικά  τραγούδια, που συνιστούν Τέχνη Από ένστικτο ή από πολιτική ενόραση (ποιος ξέρει;) αμέσως κατάλαβε το μεγάλο δίλημμα της κοινωνίας στην αποικία Γκραικυλία, όπως το θέτει ο Γιώργος Σεφέρης προλογίζοντας τον «Ερωτόκριτο». Όσοι ακολουθούν τον πρώτο πολιτισμό, της ξενόδουλης άρχουσας τάξης, μεταφέροντας μοντέλα δυτικά πατώνουν στον Χρόνο. Απλώς «συνθέτουν», σαχλά ρητορεύουν. Ενώ από την άλλη όχθη, του πολύτροπα καρπερού λαϊκού πολιτισμού μιλούν σαν ανθρώπινα όντα, προπαντός τραγουδούν αυθεντικά και ταξικά, ανεξάρτητα πόσο πάντα το συναισθάνονται. Ο Νίκος Γκάτσος έγκαιρα διάλεξε την όχθη του λαϊκού πολιτισμού μιλώντας ανθρώπινα στην γήινη ψυχή, αφήνοντας την «Αμοργό» σαν απομεινάρι ρητορείας χωρίς καλλιτεχνικό αντίκρισμα. Ο Γκάτσος και άλλοι μεγάλοι με την πρώτη αντελήφθησαν ότι ο ντουνιάς (και η Τέχνη) θέλει Ρήματα, Δράση, όχι κουλτουριάρικες ατάκες και πομφόλυγες επίθετα. Και πόσο όμορφα έχοντας την αίσθηση της ποίησης σε γέφυρα με την λαϊκή στιχουργία δίνει διαμάντια μετάφρασης και μεταγραφής μεγάλων ξένων δημιουργών (Λόρκα κ.ά.). Ούτε αυτό είναι τυχαίο.

Παρακολουθούσαμε πάντα τους σύγχρονους και παλιότερους ερευνητές με ή χωρίς εισαγωγικά. Σκληρά επικρίναμε την φιλολογική επιπολαιότητα, που την θεωρούν εμβριθή μελέτη. Κάθονται με την φραπεδιά και εξετάσουν τα παλιά με σημερινές ψυχώσεις και πλαστικά υποδεκάμετρα. Για αυτό λένε συνήθως μαλακίες. Το ζητούμενο είναι να διεισδύσεις στην εκάστοτε εποχή αναφοράς, που μελετάς, κι ως ένας του καιρού εκείνου, με την γνώση του τώρα, να αναλύσεις το τάδε ή το δείνα φαινόμενο υπογραμμίζοντας το τί δημιουργικό φέρνει στο εκάστοτε σήμερα. Ο Γκάτσος είναι τριαντάρης και βγαίνοντας στα ελληνικά γράμματα θέλει αρχικά, προσπαθεί να μιμηθεί, ν’ ακολουθήσει δυτικά κουλτουριάρικα πρότυπα. Όσα περί διαγραμμάτων τυρβάζουν και ούτε οι ίδιοι οι γραφιάδες τους ξέρουν τί τελικά θέλουν να πουν!

Γόνος αποτυχημένης εργοληψίας είναι η «Αμοργός» και ο ποιητής γρήγορα εγκαταλείπει την μάταια καλλιτεχνικά προσπάθεια. Τί θέλουν οι σημερινοί ερευνητές και με το μοιρογνωμόνιο τού σήμερα πάνε τάχα να δικαιώσουν τί; Ό,τι έγκαιρα απέρριψε και λυτρώθηκε ευτυχώς ο Ν. Γκάτσος; Ποια άλλη μεγίστη απόδειξη και πιο πειστική για το ότι ο Γκάτσος θεωρεί εαυτόν στιχουργό και όχι ποιητή; Το 90% των τραγουδιών του είναι στίχοι γραμμένοι σε μουσική, όχι μελοποίηση στίχων του!! Τί σημαίνει αυτό; Ότι πρεσβεύει: Εν αρχή ην το μέλος! Ουδόλως τον ενδιαφέρει η ούτως ειπείν… μοντέρνα ποίηση. Ότι προκρίνει την ρίμα, τον ρυθμό, το μέλος, την απήχηση, την ουσία της λαϊκής δημιουργίας! Αυτήν την παγκόσμια υπεροχή ποθεί για το έργο του και πανηγυρικά την πετυχαίνει αρδεύοντας την ψυχή μας.