Ο ΜΑΚΑΡΟΝΑΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

Ο ΜΑΚΑΡΟΝΑΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ

Προδημοσίευση από την Γ’ έκδοση του βιβλίου: 

Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης

ΜΑΓΚΕΣ ΑΛΗΣΤΟΥ ΕΠΟΧΗΣ 

24+1 ρεμπέτικα πορτρέτα

 

Ετοιμάζοντας την τρίτη έκδοση του βιβλίου «Μάγκες Αλήστου Εποχής», εδώ και 10 χρόνια εξαντλημένου στα βιβλιοπωλεία, βρίσκουμε διαρκώς στοιχεία νέα και μοναδικά. Για πρώτη φορά δημοσιεύουμε βιογραφία του περίφημου Μακαρόνα του ρεμπέτικου, του Γιώργου Κωνσταντινίδη, τραγουδιστή και συνεργάτη του Απόστολου Χατζηχρήστου, του Γιάννη Παπαϊωάννου και άλλων. Τον βιογραφεί ο γιος του Νίκος Κωνσταντινίδης. Ακολουθεί ένα απόσπασμα της συνέντευξης του Νίκου. Ολόκληρο το κείμενο μαζί με άλλα ντοκουμέντα θα βρείτε στο βιβλίο, που θα κυκλοφορήσει με τον νέο χρόνο. Υπάρχουν και μοναδικές φωτογραφίες, που δεν τις δημοσιεύουμε εδώ να μην τις κλέψουν τα λαμόγια και λοιπά τρωκτικά του διαδικτύου, που έχουν  το θράσος και να τις σφραγίζουν, να τις καταστρέφουν, ώστε κανείς άλλος να μην τις χρησιμοποιήσει. Μας είπε μεταξύ άλλων ο Νίκος Κωνσταντινίδης για τον πατέρα του:   

«Γεννήθηκε το 1911, στο Καραντάσι Σμύρνης. Μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της πόλης. Ο παππούς Ιωάννης είχε συνεταιριστεί με την οικογένεια του  Ωνάση και είχανε εργοστάσιο τσιτσιμπύρας. Είχε τέσσερα παιδιά. Κατά σειρά Φωφώ, Ελένη, Γιώργος και Γιώργος. Είναι απολύτως ασαφές γιατί τα δυο αγόρια είχαν το ίδιο όνομα. Λέγανε ότι  ο πρώτος Γιώργος, που χάθηκε στην Μικρασιατική Καταστροφή, ήταν από άλλη μητέρα, αλλά δεν ξέρουμε πώς προέκυψαν δυο παιδιά με το ίδιο όνομα. Εδώ στην Αθήνα ήρθαν ο παππούς, η γιαγιά και τα τρία παιδιά: Φωφώ, Ελένη και Γιώργος, ο πατέρας μου, Ήταν όλα πολύ μορφωμένα. Μιλούσαν 3-4 γλώσσες, η Φωφώ ήταν στην Σμύρνη δασκάλα Γαλλικών και την ίδια δουλειά έκανε και στην Ελλάδα. Η Ελένη ήταν καλή πιανίστα, ο πατέρας από μικρό παιδί στην Σμύρνη, αλλά μετά στην Αθήνα έπαιζε κιθάρα, μπουζούκι, μπαγλαμά και λίγο πιάνο. Ο πατέρας έπαιζε κλασική κιθάρα με τα δάκτυλα, είχε όλα τα πατήματα, που λένε, σωστά στα τραγούδια, με ακρίβεια στην μελωδία και ιδιαίτερο χρώμα.

»Μετά την Καταστροφή ήρθανε στην Δραπετσώνα, στον Άγιο Φανούριο, εκεί πήραν  οικόπεδο. Σαν πλούσια οικογένεια της Σμύρνης φέρανε κομπόδεμα, ό,τι μπόρεσαν να γλιτώσουν από την φωτιά και τον όλεθρο. Στο οικόπεδο, που σου είπα ότι αγόρασαν, έκτισαν ένα σπίτι, όπου κατοικούσε έμενε όλη η οικογένεια, οι θείες μου με τα παιδιά τους, ο πατέρας με τους γονείς, όλοι. Πολύ νέος ο πατέρας έπαιζε ποδόσφαιρο, όπως όλοι, μου έλεγε ότι σε έπαιξε μια φορά ως τερματοφύλακας στον Ολυμπιακό, νομίζω σε κάποιο κύπελλο του Πειραιά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 παντρεύεται την Ελένη Κουμούλα, και αυτή πλούσια οικογένεια, από τον Άγιο Νικόλαο της Σμύρνης.

»Η μάνα μου, πάντα όμορφη, μαύρη μαλλιούρα, κάτι μάτια! Φίλες με την γυναίκα του Χατζηχρήστου, την Γαρουφαλλιά. Οι Κουμουλαίοι με τ’ όνομα στην Σμύρνη. Αλλά εδώ ήρθανε φτωχοί. Εδώ πήγαινε, καθάριζε, έπλενε και σιδέρωνε σε πλουσιόσπιτα για να μεγαλώσει τα παιδιά της, για να φάμε ψωμί. Ο Γιώργος Κωνσταντινίδης και η Ελένη αποκτούν έξι παιδιά: Κωνσταντίνα, Ασημίνα, Γιάννης (1939), Πάνος (1943), Φωτεινή (1946), Νίκος (1947). Δεν ξέρω του πότε είναι τα δυο κορίτσια. Επί Κατοχής καθάριζε μια υπηρεσία και έκρυψε δυο πατάτες στην σφουγγαρίστρα να φάει η οικογένεια, την είδαν οι Γερμανοί και την ταράξανε στο ξύλο!

»Ο πατέρας με την σειρά του δούλευε όπου έβρισκε, χασαπάκι, εργάτης, αρκεί να βγαίνει το μεροκάματο! Σαν φίλοι ξεκίνησαν την μουσική, μια καλή παρέα, ο πατέρας, ο (Γιάννης) Παπαϊωάννου, ο (Απόστολος) Χατζηχρήστος, ο (Ηλίας) Ποτοσίδης και ο Μαρινάκης (Μαρίνος Γαβριήλ-Μαρινάκης) παίζανε  μετά το 1935 στις γειτονιές του Πειραιά πρώτα για το κέφι τους και μετά για το κοινό. Το 1938 ανεβαίνουν στο  κέντρο «Έλατο», στον Πειραιά. Λένε  ότι είναι το πρώτο ρεμπέτικο συγκρότημα, που παίζει σε πάλκο, όπως το ξέρουμε σήμερα, υπερυψωμένος χώρος, μια διακριτή σκηνή, που παίζει η ορχήστρα. Σιγά -σιγά ασχολήθηκε επαγγελματικά.

»Είχανε τότε πολύ μεγάλη επιτυχία. Άρεσε ο πατέρας στον κόσμο. Αρχίσανε και οι δισκογραφήσεις, πήγαιναν με τον Παπαϊωάννου και τον Χατζηχρήστο. Περιζήτητος γιατί έπαιζε, όπως σου είπα κιθάρα κλασική, με ακρίβεια στον ρυθμό και συναίσθημα, έκανε πρώτη φωνή αλλά και σεγκόντα. Συχνά στις παρέες έκανε την κιθάρα χαβάγια. Έβαζε ένα γυαλί στις χορδές, τις σήκωνε λίγο, είχε και κάτι μπρούτζινα «δαχτυλίδια» και έπαιζε, όταν τραγουδούσε και χαβάγια, ιδιαίτερα, θυμάμαι, στην γειτονιά άρεσε αυτό, ήταν ας πούμε και μόδα τότε η χαβάγια.

   Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος το 1940, πήγε και πολέμησε στην Αλβανία, στάθηκε όρθιος και γύρισε γεμάτος ψείρες. Συγκινήθηκα όταν είδα ένα ντοκιμαντέρ στην Ε.Ρ.Τ. με τους φαντάρους να φεύγουν με τα τρένα για το μέτωπο και καταμεσής στην πόρτα ενός βαγονιού είναι ο πατέρας μου. Περάσανε πολύ δύσκολα στην Κατοχή, όπως και όλος ο κόσμος. Πείνα και των γονέων! Δεν είχαν ούτε… το αγαπημένο τους γλυκό την θρεψίνη! Στον μεγάλο βομβαρδισμό του Πειραιά από τους Γερμανούς (σ.σ. 6 Απριλίου 1941) το σπίτι καταστράφηκε ολοσχερώς και πήγαμε να μείνουμε στον συνοικισμό Κουντουριώτικα, Αμπελόκηποι, πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Συνοικισμός Κουντουριώτη, σπίτι αριθμός 129. Μια θεία η Μαργή… παραχώρησε δωμάτιο κι ένα κουζινάκι να μένουν τα παιδιά συν τους γονείς, μαζί κι η θεία Μαργή. Δεν είχε πια άλλο σπίτι, ούτε κομπόδεμα η  οικογένεια. Πάτωμα όλοι, στρωματσάδα, μόνο ο πατέρας με την μητέρα και η θεία Μαργή είχαν κάτι ξύλα για κρεβάτια. Το δωμάτιο είχε ένα φεγγίτη και πισσόχαρτο. Μαγειρεύανε σε φουφού. Αυτά είναι… ξένη γλώσσα για τους σημερινούς! Έχτισε ο πατέρας στο κουζινάκι με λάσπες και πέτρες την φουφού, έβαλε μια σχάρα από πάνω και από  κάτω ανάβανε ξύλα. Το καλό μας φαγητό ήταν πατάτες γιαχνί! Προς το τέλος της Κατοχής αρρωσταίνει με φυματίωση. Μετά το 1947, που η υγεία του σταδιακά επιδεινώνεται αραιώνει την συμμετοχή στην δισκογραφία, κατεβαίνει από τα πάλκα, λιγοστεύει η συμμετοχή  στις παρέες. Έπρεπε να κάνει κάτι ενέσεις, στρεπτομυκίνη, νομίζω, τις έπαιρνε και τις πουλούσε, για να πάει να ψωνίσει να φάει ψωμάκι η  οικογένεια. Είχε ένα διχτάκι, το γνωστό διχτάκι, που είχαν τότε αντί για σακούλες, από τους Αμπελοκήπους πήγαινε στην αγορά με τα πόδια ν’ αγοράσει κρέας, γάλα, λαχανικά, να φάνε τα παιδιά του.

»Πέθανε στις 16 Απριλίου 1958. Μόλις 48 ετών.  Στην κηδεία του στο Γ΄ Νεκροταφείο ήταν πάνω από δυο χιλιάδες άτομα. Πολύ τον αγαπούσαν!  Ένα χρόνο μετά έφυγε και ο φίλος του ο Απόστολος (Χατζηχρήστος). Ο Γιώργος Κωνσταντινίδης-Μακαρόνας ήταν μερακλής. Πάντα δοτικός στους φίλους, στην παρέα, στην γειτονιά. Βοηθούσε όλον τον κόσμο, από αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα, που συνήθως είχε. Του ’χανε μείνει παιδικά βιώματα, που ο πατέρας του, ο παππούς Ιωάννης, επειδή ήταν πλούσιος έκανε συσσίτια στους φτωχούς της Σμύρνης. Μου διηγείτο ότι πολλοί ευεργετημένοι πριν την Καταστροφή έλεγαν εσείς είσαστε η πιο καλή οικογένεια της Σμύρνης και δεν πρόκειται να πάθετε τίποτα! Τα έφερε αλλιώς η Ιστορία, έζησαν μια από τις μέγιστες τραγωδίες του αιώνα.  Καλοντυμένος, τριζάτο παπούτσι, κοστούμι, γραβάτα, πουκάμισο όλα στην πένα, κυριλάτος! Πάντα καβουράκι και σταυροπόδι, όπου κάθονταν.

Κωνσταντινίδης, Χατζηχρήστος, Ποτοσίδης σε στιγμές χαλάρωσης.

»Είναι πασίγνωστο ότι σχεδόν όλοι στο ρεμπέτικο τραγούδι είχαν παρατσούκλια, πάντα τα έλεγαν καλοπροαίρετα. Το «Μακαρόνας» του πατέρα μου του βγήκε επειδή ήταν πολύ ψηλός, λεπτός κι αδύνατος, σαν μακαρόνι κι όχι γιατί του αρέσανε τα μακαρόνια, όπως ίσως να πηγαίνει κάποιου, που δεν γνωρίζει, το μυαλό. Ο πατέρας μου είχε ύψος 2,2 μέτρα, κι έτσι του βγήκε αυτό το προσωνύμι. Με όλη την φτώχεια τα Κουντουριώτικα ήταν εστία καθημερινού γλεντιού. Ο κόσμος ήθελε να  βρίσκει διέξοδο στα μεγάλα του βάσανα και το γλεντούσε όπως και όσο μπορούσε. Έρχονταν στο σπίτι μουσικοί φίλοι του πατέρα και δεν ήθελε πολύ, λίγο κρασί, κάνα μεζεδάκι, μαζεύονταν συχνά οι μερακλήδες όλης της γειτονιάς, μια παρέα. Παίζανε υπέροχα. Παίζανε, όπως σου είπα, για την πάρτη τους και κοντά σε αυτούς γλεντούσε όλη η γειτονιά. Το μεγαλύτερο γλέντι, δεν θυμάμαι με ποια αφορμή κράτησε δυο μέρες! Πρέπει να ήτανε 1952 ή 1953, πάνω από δέκα μουσικά όργανα. Ευχαριστήθηκε ο ντουνιάς.

Τα Κουντουριώτικα την δεκαετία του 1950.

 »Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας ήταν τότε γεμάτη λεύκες και ο συνοικισμός, που μέναμε με γραφικά ταβερνάκια. Ήταν 7-8 και όλα είχανε καλό κρασί και μεζέδες, για αυτό μάζευαν κόσμο. Μιλάμε τώρα για το 1952 με 1956. Ο «Ζαμαΐκας» είχε μέσα για διακόσμηση ένα κεφάλι από τάρανδο, πολλά βαρέλια με κρασί, ωραία και δροσερή αυλή. Του Αλέκου του «Τζαμαρία», δεν είχε αυλή, ήταν μέσα με βαρέλια, το πρωί εφημεριδοπώλης, το βράδι ταβερνιάρης. Αντί για δαδί έβαζε για προσάναμμα παλιές εφημερίδες. Ο «Καρβουνιάρης» με βαρέλια  στο υπόγειο. Του «Σαρίμπαλη», παντοπωλείο και κρασοπουλειό, είχε και αυτός μεζέδες νόστιμους. Απάνω στην Μιχαήλ Μελά ήταν η ταβέρνα του Στέλιου. Στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, πάνω από την σημερινή θύρα 13 ήταν ο «Καρούτσος», από την Τρίπολη και φημίζονταν για τα βλάχικα ψητά. Μαζεύονταν στα ταβερνάκια  όχι μόνο η γειτονιά αλλά και απ’ όλη την Αθήνα. Πήγαινε και ο πατέρας με την παρέα του κι έπαιζε, όσο του επέτρεπε και η υγεία του. Παιδάκι ήμουν και τα θυμάμαι σαν να τους βλέπω τώρα όλους μπροστά μου».