Τάσος Γκρους & Μ. Λαλιώτη: «Τί να πάρω μαζί μου»

Τάσος Γκρους & Μ. Λαλιώτη: «Τί να πάρω μαζί μου»

Λυτρωτικό, άκρως δημιουργικό να περνάς πολύ γεμάτα τις θλιβερές μέρες των γιορτών με πεντάμορφη λαϊκή μουσική και ποίηση, ιδιαίτερα σήμερα, που από διετίας ζούμε συνένοχα το δολοφονικό παραμύθι-πρόσχημα cοvid-19, μετά από 10 χρόνια μέτρων για φέρετρο με το άλλο φρικτό έγκλημα των Μνημονίων. Για αυτό η φασιστική συμμορία του Κούλη και σύμπαντων των πολύχρωμων (κατάμαυρων κατ’ ουσίαν) πολιτικών απατεώνων, που κατ’ εντολήν των ξένων αφεντικών διαφεντεύουν την αποικία Γκραικυλία, πάλι απαγόρευσαν την μουσική ως πηγή πάντων των κακών. Σωστή απόφαση για τα άνομα συμφέροντα της ξενόδουλης άρχουσας τάξης! Το λαϊκό τραγούδι είναι εσαεί απαντοχή,  έμπνευση, εξέγερση. Ο πρώτος δίσκος, που πιότερο από κάθε άλλο μάς σαγήνευσε την τελευταία διετία  και τον ακούσαμε πάνω από 20 φορές: Τάσος Γκρους και Μαρία Λαλιώτη: «Τί να πάρω μαζί μου». Μανώλης Μητσιάς, Αργυρώ Καπαρού, Ελένη Νόνη, Ανδρέας Σμυρνάκης, Χρυσούλα Κεχαγιόγλου (Μετρονόμος).

Για μια ακόμα φορά αποδεικνύεται ότι πρέπει να σου κάτσει η φάση, να το φέρουν οι συμπτώσεις. Ο δίσκος του Τάσου Γκρου βγήκε τον Οκτώβριο του 2020. Όλο τον είχαμε στο μυαλό, αλλά όποτε βρισκόμασταν με τον Συλιβό, ξεχνούσαμε να τον ζητήσουμε. Στην παρουσίαση είμασταν αλλού. Μετά τον Μάρτιο, μια το λησμονούσα και μια υπήρχε στο γραφείο ορφανό το βιβλίο χωρίς CD. Με μια κουβέντα έπρεπε να το φέρουν «του κύκλου τα γυρίσματα π’ ανεβοκατεβαίνου». Ωραία και μερακλίδικη έκδοση, βιβλίο και δίσκος με εξαιρετικές ζωγραφιές του Ηλία Λαλιώτη. Προσθέστε τους  μουσικούς, που δίνουν σε πείσμα των καιρών απάνθισμα ταλέντου στην ανάπηρη, σχεδόν ανύπαρκτη δισκογραφία.

Το «Τί να πάρω μαζί μου» του Τάσου Γκρου σε στίχους Μαρίας Λαλιώτη δεν είναι, ευτυχώς, η μοναδική εργασία του καιρού μας-σίγουρα είναι από τις πιο ολοκληρωμένες και εξαίσιες-που συνιστούν απτή απόδειξη ότι το λαϊκό μας τραγούδι όχι απλώς υπάρχει, αλλά ανθίζει και μεγαλουργεί  πλην συναντά ερμητικά κλειστές πόρτες στα βοθροκάναλα παραγωγής, διανομής κουτόχορτου και φόβου, στα Μέσα Μαζικής Εξαχρείωσης (Μ.Μ.Ε.) και στα Μέσα Κοινωνικής Μαλακίας (Sοcial Media). Το δουλεύουν νέοι δημιουργοί, που με παλαιούς συνεχίζουν με αξιοζήλευτη παραγωγή την πατροπαράδοτη αισθητική σκυταλοδρομία. Μη ξανακούσουμε τις ανοησίες περί ανυπαρξίας της λαϊκής μουσικής. Απλώς μην είστε σαβουροφάγοι και αναζητήστε νέες  μελωδίες, που μας τρατάρουν άξιοι καλλιτέχνες, που δεν πνίγονται στων καναλιών τα λύματα.

Δεν είναι χτεσινός ο Τάσος Γκρους, έχει ήδη διανύσει αμέτρητα μελωδικά χιλιόμετρα με εξαιρετικά τραγούδια. Συνεργαστήκαμε, τον παρουσιάσαμε στο ραδιοφωνικό «Μουσικό Σεργιάνι» και στο παρόν μετερίζι του αγώνα και του πολιτισμού. Ο Τάσος είναι επιδέξιος, ταλαντούχος συνθέτης, μάστορας μελωδός. Με 4-5 νότες σου φτιάχνει όμορφο τραγούδι. Και άμα βρει ισάξιο στίχο-συνήθως βρίσκει-το αποτέλεσμα είναι συχνά να κρέμεται στα χείλη του κόσμου.  Αυτό δεν είναι στην ροή του χρόνου το λαϊκό τραγούδι; Δωρικό και απλό, απρόσμενά πλούσιο με μιας σε κερδίζει και θέλεις κάθε στιγμή να το τραγουδάς. Να το ξεγανώνεις-που λέει η μάνα μου. Μικρό παιδί άκουγα κάποιο τραγούδι, προσπαθούσα να το μάθω, το τραγουδούσα συνεχώς και η μητέρα έλεγε: Φτάνει πια, το ξεγάνωσες!

Ο Μανώλης Μητσιάς τραγουδάει στην παρουσίαση του δίσκου.

Το «Τί να πάρω μαζί μου πλεονεκτεί και σ’ ένα άλλο καλλιτεχνικό στίβο, «υπερέχει στα σημεία», που λέει σ’ ένα άσμα η Μαρία Λαλιώτη. Δεν είναι μια συνέχεια, καλή ή μέτρια, στην δισκογραφική παραγωγή. Συνιστά κατά την γνώμη μας, μια ακόμα τωρινή τομή, από τις πολλές στην ελληνική μούσα. Δεν φέρνει κάτι ριζοσπαστικά καινούριο, αλλά απογειώνει το πολύχρηστο. Με αγνά παλιά υλικά φτιάχνει νέο εύγευστο «φαγητό». Πολλά χρόνια είχαμε  ν’ ακούσουμε «κύκλο τραγουδιών» και μάλιστα με συνδετικούς κρίκους εσωτερικές εικόνες. Για το τραγούδι, που το λες εύκολα στην παρέα αλλά και στο μπάνιο, που ξυρίζεσαι, μιλήσαμε ήδη, αλλά θέλουμε να δώσουμε και παραδείγματα από την εν λόγω εργασία: «Συνήθειες», «Το λεωφορείο», «Το λαχείο», «Πριν ο ήλιος βγει», «Ρεγάλο», «Με τον άνεμο». Δεν είναι εύκολα τραγουδάκια, διαθέτουν αισθητική επάρκεια. Θα λέγαμε, είναι μελωδικά της εποχής αριστουργήματα. Τ’ άλλα είναι δουλειά του πανδαμάτορα!

Ο Τάσος Γκρους και η Μαρία Λαλιώτη.

Ο Τάσος Γκρους διαθέτει και μια άλλη αρετή, ίδιο μεγάλων δημιουργών. Γνωρίζει πολύ καλά ν’ αφομοιώνει,  να κοσκινίζει, με τέχνη ν’ αλωνίζει και ν’ αλέθει. Εκεί, που λες, πάει το ’χασε το τρένο, πήρε μελωδία πολυπαιγμένη, ξαφνικά «δραπετεύει» και σεργιανά σε δικούς του ουρανούς και στεριές. Πάλι παράδειγμα: «Το λαχείο», αμυδρά αρώματα Μάνου Λοΐζου,  «Τζαμάικα», και να το νέο πανέμορφο τραγούδι. Κι αυτή η φωνή (Χρυσούλα Κεχαγιόγλου) χωρίς φιοριτούρες, τάχα ερμηνευτικά ξεφωνητά, που είναι  μόδα, λες και συναντάς τυχαία μια φίλη  στον δρόμο και σου διηγείται στο πόδι αλλά με χαρακτηριστικό αίσθημα τί έπαθε προχθές! Παλιά η τέχνη, μα είναι δύσκολο στον καιρό  της ψωνισμένης φίρμας, της μεγάλης έλλειψης  χαρισματικών φωνών, να δένει, να ταιριάζει αρμονικά ο δημιουργός τούς ερμηνευτές με τα άσματα. Σχεδόν σε όλα το επιτυγχάνει ο Τάσος, διάχυτο είναι στοιχείο του δίσκου. Ο επίλογος είναι εδρασμένος  σε παραδοσιακή μελωδία.

Πάμε στην έκπληξη! Μαρία Λαλιώτη. Ομολογούμε, δεν την ξέραμε. Στίχοι πανέμορφοι, γεννημένα τραγούδια, μεστές εικόνες, καλοδουλεμένες λέξεις, ζωγραφιές συναισθήματα, ψιλοβελονιά νέα κεντήματα σε παλιούς καμβάδες. Έχει δίκιο ο Τάσος: «Οι στίχοι της Μαρίας Λαλιώτη είναι μικρά ή μεγάλα καθημερινά συμβάντα. Τους αγάπησα, ταυτίστηκα μαζί τους και τους έντυσα με μουσική». Μπράβο κοπέλα μου! Σε εποχή, που έχουμε πήξει σε «γυναικείες» αφηγήσεις, ποιήσεις, λογοτεχνίες κι άλλες χλιδάτες, τάχα, φεμινιστικές μαλακίες, έγραψες 15 υπέροχα τραγούδια, απλά, λαϊκά, καθημερινά. Αυτό το:

«Πιάσε το ούτι

ζωή και τούτη

τραγούδησε μου ένα σκοπό

κι απ’ το τραγούδι

σαν το λουλούδι

ν’ ανθίσω και να γεννηθώ».

   Μεγάλη ποίηση ή στιχουργία; Δεν έχει σημασία. Με τον αείμνηστο Ηλία Κατσούλη (θα θυμάται και ο Τάσος) ακούγαμε-τί άλλο;-τραγούδια και πάντα λέγαμε για μερικά διαμάντια: Αυτό το ζήλεψα, θα ’θελα να το είχα γράψει!  Ζήλεψα αρκετούς στίχους της Μαρίας Λαλιώτη. Να τους διαβάσουν, όχι οι πάσης φύσεως σκυλοπόπ γραφιάδες-αυτοί είναι εκ γενετής καμένοι και άχρηστοι-αλλά κάτι κουλτουριάρικα, μεγαλόστομα μόμολα, που παριστάνουν τους «μετά-στιχουργούς» με ρίμες της πυρκαγιάς, εξεζητημένος, συχνά αγράμματος ερανισμός του λεξικού και χαζοβιόληκες ατάκες. Όταν ο στίχος ερωτοτροπεί με την ποίηση:

– «Θαλασσοπούλι, δώσε μου μια θέση στο κατάρτι»

– «Στο χάδι μόνο φαίνεται η ελπίδα του ανθρώπου»

– «κι αν σε έκλεψα στο νοίκι/ αχ! ζωή, θα σου χρωστώ»

   Αρχίσαμε να λέμε για φωνές. Να ολοκληρώσουμε. Άλλη μεγάλη έκπληξη ο Μανώλης Μητσιάς! Όχι γιατί δεν λατρεύουμε το έργο του από το 1970. Όχι γιατί δεν τον απολαμβάνουμε μισό αιώνα τώρα! Είναι η μοναδική του ικανότητα να διαλέγει πολύ καλά τραγούδια ή μήπως αυτά τον διαλέγουν; Να κάνει επιτυχίες. Τα λέει εξαιρετικά, χωρίς λαρυγγισμούς, κατεβάζοντας τόνο, προσαρμόζοντάς τα στην φωνή του μα κυρίως στο γήρας του χρόνου. Τα χρωματίζει με ομορφιά και συνέπεια. Οι παλιότεροι, «ψαγμένοι» αναγνώστες ας θυμηθούν τί λέμε  για τους τρόπους ερμηνείας των αοιδών  της δεύτερης εφηβείας. Θα επανέλθουμε παρουσιάζοντας τον δίσκο του Βαγγέλη Μαχαίρα, όπου κι εκεί ο Μητσιάς έχει ξεχωριστό στασίδι.

         

Η Αργυρώ Καπαρού γνωστή και σημαντική από τα παλιά, του Τάσου, του αείμνηστου Ηλία Κατσούλη, του Θαλασσινού, του Ανδρεάτου και των άλλων παιδιών, που διασταυρωθήκαν οι τροχιές μας εδώ και πολλά πλέον χρόνια. Το πιο σημαντικό, βγήκε αξιόλογο καλλιτεχνικό έργο από αυτές τις τυχαίες  συναντήσεις μας. Βαθιά, χαρακτηριστική, όμορφη, μεστή φωνή και αυτή στο περιθώριο της δισκογραφίας, έχει όμως ήδη σημαντική μελωδική προίκα για τον πανδαμάτορα. Και συνεχίζει με ακριβές επιλογές. Δεν θέλουμε να αδικήσουμε τις νεώτερες φωνές: Ελένη Νόνη, Ανδρέα Σμυρνάκη, Χρυσούλα Κεχαγιόγλου. Εξαιρετικές ερμηνείες ταιριασμένες με την ατμόσφαιρα του έργου. Ας ανοίξουν τ’ αφτιά νεώτεροι συνθέτες κι ας υπερβαίνουν τολμηρά τις τηλεοπτικές μετριότητες και ασημαντότητες.

Ο Νίκος Βελώνιας δίνει ρέστα στην ενορχήστρωση. Άλλο μεγάλο κεφάλαιο στην λαϊκή μουσική, συνήθως το παραβλέπουμε, το ξεχνάμε, το θεωρούμε αυτονόητο ή δεύτερο. Πολλοί, όμως, γνωστοί, δίσκοι, δεν ξέρουμε πώς θα ήταν, αν θα μας γοητεύανε το ίδιο, λιγότερο ή πιότερο, χωρίς αυτές ή άλλες  οργανικές εμπνεύσεις του Τάδε ή Δείνα ενορχηστρωτή. Είναι άλλου παπά ευαγγέλιο, πλην γραφούμε, μιλάμε πάντα με αφορμή ένα δίσκο ή βιβλίο, που παρουσιάζουμε γιατί το θεωρούμε σημαντικό, θέλουμε κι εσείς το ίδιο να το απολαύσετε.

Οι άξιοι μουσικοί συλλειτουργοί: Δημήτρης Κουφογιώργος (μπουζούκι, κιθάρα), Ντάσο Κούρτι (ακορντεόν), Μάριος Ιβάν Παπούλιας (βιολί), Θοδωρής Κουέλης (κοντραμπάσο), Παντελής Νικηφόρος(μαντολίνο και λαούτο), Χάρης Παρασκευάς (ντραμς), Σοφία Μαυρογενίδου (φλάουτο), Γιάννης Αρβανιτάκης (τρομπόνι και τρομπέτα), Νίκος Πιτλόγλου (κόνγκας,  μπόγκος), Μύρων Γρεβετζάκης (κρητική λύρα),  Πάνος Μαύρης (μπεντίρ), Νίκος Βελώνιας πιάνο. Ξεχάσαμε κάποιον; Ολόκληρη, μοναδική ορχήστρα!

Δουλεύοντας την τρίτη έκδοση του «Μάγκες Αλήστου Εποχής» και με τους ήχους του «Τί να πάρω μαζί μου» και καναδυό ακόμα εξαιρετικά έργα, που προσεχώς θα παρουσιάσουμε, ο νους μας πήγε στον μέγιστο τραγουδιστή Γιώργο Κάβουρα και κυρίως στον Απόστολο Καλδάρα αναλογιζόμενοι για πολλοστή φορά πόσο μεγάλο, δραματικό κόστος έχει η σχετικά διαχρονική τέχνη! Ο Τάσος Γκρους είναι βαθιά πικραμένος πατέρας, τον βαρύ, ανείπωτο καημό κάνει, λυτρώνεται πρόσκαιρα με το αισθητικά υψηλό καλλιτεχνικό έργο. Ιαματικά τραγούδια, πανάκριβες ψυχικές καταθέσεις στην τράπεζα της σχετικής αιωνιότητας. Πολύτιμα ελιξίρια και εγερτήρια για τις ψυχές μας. Θυμηθείτε τον Καλδάρα και την «Μικρά Ασία». Παλιέ, αγαπημένε φίλε, τροβαδούρε Τάσο, Μανώλη, Μαρία, Αργυρώ, Ελένη, Χρυσούλα, Ανδρέα, από καρδιάς ευχαριστούμε, που μας ταξιδέψετε, κάνατε να περάσουμε όμορφα, δημιουργικά τις γιορτές. Και πάντα τέτοια, ωραία και λυτρωτικά.