Το παλιό δισκάκι του Νικήτα

Το παλιό δισκάκι του Νικήτα

Με αποστροφή του καλεσμένου μας σκόπιμα ξεκινάμε: «Υπάρχουν πολλά και καλά τραγούδια! Ψάξτε τα»! Τον φίλο μας Νικήτα Βοστάνη δεν θα τον ακούσετε στα κανάλια και στα ραδιόφωνα του μαζικού κουτόχορτου.  Είναι, όμως, ξεχωριστός δημιουργός με σημαντικό έως τώρα  μουσικό έργο. Η νέα  δουλειά «Το παλιό δισκάκι» έχει πολύ όμορφα τραγούδια συνδυάζοντας την νοσταλγία όλων ημών, παλιών εραστών βινυλίου (και γραμμοφώνου) με τις νεώτερες αναζητήσεις και γενιές (κυκλοφορεί από τον «Καθρέφτη» του Μ. Ασέρ). Διόλου τυχαία αυτές οι εξαιρετικές δουλειές, που δεν είναι λίγες, αποσιωπώνται συστηματικά και προβάλλονται λυσσωδώς και κατά κόρον τα σκουπίδια. Είναι ταξική επιλογή της ξενόδουλης εξουσίας με κάθε μέσο να στραγγαλίζει τον λαϊκό πολιτισμό. Εκείνο, όμως, που την εξοργίζει είναι ότι με όλη την εντεταλμένη σιωπή το λαϊκό τραγούδι συνεχίζει ν’ ανθεί στις καρδιές και των νεώτερων γενεών.

Και δεν νομίζουμε ότι υπάρχει άλλο παράδειγμα στον μιξοβάρβαρο Δυτικό κόσμο, το λαϊκό μέλος όχι απλώς να υπάρχει και να το ανέχεται το σύστημα αλλά να έχει πληθωρικό έργο, που εκφράζει το κοινό. Με δημιουργούς, που προχωράνε μπροστά την μουσική χειροτεχνεία των αιώνων του πολύπαθου τόπου μας. Για αυτό λέμε συνέχεια: Μη συμβιβάζεστε με τα σκουπίδια, μην τρώτε πολιτιστικό σανό, αναζητήστε, ψάξτε, βρείτε τον διαχρονικό ρυθμό της ψυχής, που είναι δίπλα σας! Υπάρχει ακόμα πολύ μεράκι, όσο σφίγγουν τα ζόρια, αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι εμπνέονται από αυτό σημαντικοί δημιουργοί. Έχουμε παρουσιάσει τους δίσκους του Νικήτα Βοστάνη, έξι τον αριθμό και πάντα ξεχειλίζει η φλόγα της δημιουργίας.

Τί είναι ο έβδομος; Στο «Παλιό δισκάκι» ο δημιουργός μάζεψε τραγούδια, που είχε συνθέσει σιγά-σιγά όλα αυτά τα χρόνια με την αγάπη των παλιών δίσκων 45 στροφών. Για παράδειγμα όλα τα όργανα είναι φυσικά, παιγμένα από εξαίρετους παιχνιδιάτορες. Δεν πρόκειται μόνο για τεχνικό ζήτημα. Συνιστά έμπρακτη  απόδειξη της παρέας, που υπάρχει, εμπνέει, εμπνέεται  και δημιουργεί. «Το παλιό δισκάκι» μπορεί και να θεωρηθεί ανθολογία σκόρπιων τραγουδιών, αλλά με το πρώτο άκουσμα αντιλαμβάνεσαι την συλλογική δράση της παρέας, πολυπρόσωπη συνάντηση και συλλειτουργία καλλιτεχνών, συναισθημάτων,  μοναδική ατμόσφαιρα. Το έχουμε ξαναπεί, ο Νικήτας είναι ικανός, πολύτροπος μελωδός. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο δίσκος ξεκινά με το ομότιτλο άσμα, που ερμηνεύει ο ξεχασμένος Δάκης, μα είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, όπως ξέραμε στην ακμή του, πλην με νοσταλγικές και σύγχρονες αναφορές. Και στο επόμενο αλλάζει, γίνεται πιο λαϊκό και ποπ, πλην έχει ένα δικό του κλίμα. Ακόμα και η Πίτσα Παπαδοπούλου, που γενικά δεν μας αρέσει, ερμηνεύει ξεχωριστό τραγούδι και αποδεικνύεται ότι είναι θέμα του δημιουργού να «σιάξει», που λέγανε οι Σμυρνιοί, μελωδικό κουστούμι στον καθένα. Ο Ν. Βοστάνης ανήκει στους συνθέτες, που αλέθουν, εναλλάσσουν εικόνες, συναισθήματα, ρυθμούς με ευρηματικό και πολύτροπο ταλέντο. Δεν μιλάμε για τους στίχους ή τα άλλα μέρη του κάθε κομματικού χωριστά, η σύνθεση, το Τραγούδι είναι πάντα το ζητούμενο.

Πολυσυλλεκτικός δίσκος, όπως συνηθίζει ο Νικήτας Βοστάνης. Στιχουργοί: Κώστας Κοντογιάννης, Κώστας Μπαλαχούτης, Μίρκα Παπαδημητρίου, Γιώργος Σιδέρης, Δημήτρης Στεφανάκης. Τραγουδιστές: Λένα Αλκαίου, Γεράσιμος Ανδρεάτος, Κώστας Αραβαντινός, Μαρίνα Μανωλάκου, Κώστας Μάντζιος, Πίτσα Παπαδοπούλου,  Αφεντούλα Ραζέλη, Γιώργος Ρήγας. Φιλική συμμετοχή  ο Δάκης. Μουσικοί: Γιάννης Τσέρτος, Θάνος Μπένος (πιάνο, ακορντεόν), Δημήτρης Θεοχάρης (πιάνο), Φίλιππος Γέμελας (πιάνο, πλήκτρα), Βαγγέλης Δαλέζιος, Μανώλης Πάππος, Βαγγέλης Τρίγκας (μπουζούκι, μπαγλαμά), Χρήστος Βιδινιώτης (μπουζούκι, cumbus), Στέλιος Βαρβέρης (ούτι), Δημήτρης Γάσιας, Γιώργος Κότσικας (βιολί), Απόστολος Βαλσαμάς (λαούτο), Φάνης Φωτόπουλος (κλαρίνο) Δημήτρης Παπαγγελίδης, Βασίλης Μασσαλάς, Χαράλαμπος Καπελιάρης, Πλάτων Παπαδημητρίου (κιθάρες), Αναλένα (σαντούρι), Νίκος Ρογκάκος (μαντολίνο), Κώστας Ασπιώτης, Νικόλας Βοστάνης  (μπάσο), Τάσος Δράμπαλης (τρομπέτα), Άγγελος Κουσάκης, Τάκης Βασιλείου (κρουστά). Ο συνθέτης παίζει φλάουτο και κλαρίνο. Δεύτερες φωνές: Σταυρούλα Μανωλοπούλου, Δέσποινα Ραφαήλ, Βασίλης Κορακάκης.  Ξεχάσαμε κανένα; Είναι τόσοι πολλοί! Ενορχηστρώσεις Γ. Τσέρτος, Δ. Θεοχάρης, Πλ. Παπαδημητρίου, Κ. Αραβαντινός, Χ. Βιδινιώτης. 

Με τον Μπάμπη Τσέρτο στο πάλκο της “Αστροφαγγιάς”, 2019.

Ο δίσκος με πολλές συμμετοχές είναι κατά την γνώμη μας δίκοπο μαχαίρι. Μπορείς να συγκεντρώσεις γνωστούς τραγουδιστές και με μια έννοια να έχεις σε μεγάλο βαθμό αποδοχή αλλά από την άλλη μπερδεύει το πράγμα πώς θα συγκεράσεις, πως θα εναρμονίσεις όλα αυτά τα διαφορετικά ύφη και πρόσωπα, μιλάμε για την σύνθεση αξιόμαχου μουσικού κράματος, που είναι τα τραγούδια. Πάντα κατά την αντίληψή μας, ο Βοστάνης το πετυχαίνει και σε αυτόν τον δίσκο, προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό αυτό, που λέγαμε  παλιά κύκλος τραγουδιών και μάλιστα με… σκόρπια άσματα, συνθεµένα σε  διαφορετικές εποχές. Θα μπορούσαμε πολλά να γράψουμε, αλλά όπως κάθε φορά κάνουμε, δεν θέλουμε να κλέψουμε από την μέθεξη του αγοραστή-ακροατή του δίσκου. Μια δουλειά, που αξίζει να την απολαύσετε! Προσέξτε, για παράδειγμα, συγκρίνετε τα τραγούδια: «Το βαγόνι», «Ο ήλιος πάντα», «Μη μου μιλάς για τα τραγούδια», «Καΐρα», «Εδώ στα  σύνορα». Απλά, λαϊκά, λιτά,  όμορφα! Τίποτα άλλο, τα λόγια ληστεύουν την ουσία! Ο λόγος στον Νικήτα   Βοστάνη:

      

   – Ας ξεκινήσουμε με την καινούρια σου δουλειά, πώς πρόκυψε και γιατί;

«Η νέα μου δουλειά, που λέγεται “Το Παλιό Δισκάκι” προέκυψε μετά από αρκετά χρόνια, που είμαι στην δισκογραφία μαζεύοντας τραγούδια και που δεν εντάχθηκαν, για διάφορους λόγους, στους κύκλους των τραγουδιών που έως  τώρα δισκογράφησα».

– Σημαίνει κάτι για σένα η εποχή των 45 και 33 στροφών στο βινύλιο; Μήπως νοσταλγία αγιάτρευτη;

«Έχοντας ζήσει τη χρυσή εποχή των λεγόμενων σαρανταπενταριών, θέλησα να δώσω λίγο από εκείνο το χρώμα, που τα βινύλια των πάλα ποτέ δίσκων 45 και 33 στροφών για μας ήταν σπουδαίο γεγονός, όταν κυκλοφορούσαν! Ναι, η νοσταλγία είναι αγιάτρευτη».

–  Στην νεολαία και εν γένει σε αυτούς, που απευθύνεται το έργο,  έχει να πει κάτι το… παλιό δισκάκι;

«Πιστεύω ότι σε όλους έχει να πει κάτι ο δίσκος. Πρώτον, ο στίχος, που θα τον αγγίξει, η μουσική που θα του αρέσει, και, βέβαια, η ερμηνεία του κάθε τραγουδιστή. Ο χρόνος και ο κόσμος θα δείξει πού θα ενταχθεί αυτή η δουλειά. Είναι λιγάκι κοινότοπο αλλά πολύ αληθινό».

 – Ο συνδυασμός παλιού και νέου. Τί δοσολογία έχει  στο   έργο σου; Απευθύνεσαι στους μεσήλικες ή στους νεώτερους;

«Εγώ απευθύνομαι σε όλους. Η μουσική και γενικά το είδος, που υπηρετώ δεν έχει ηλικίες και δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι πολλά νέα παιδιά αγαπούν το ρεμπέτικο και το λαϊκό και αυτό, που λέμε έντεχνο τραγούδι μας. Πολλές φορές, στις συναυλίες και άλλες εμφανίσεις, που έχω κάνει, διαπιστώνω με μεγάλη χαρά, ότι πολλά παιδιά, όταν τραγουδάμε κλασικά ελληνικά τραγούδια τα σιγοτραγουδούν μαζί μας, και αυτό είναι μια ελπίδα ότι το τραγούδι μας δεν θα σβήσει ποτέ όσο και αν κάποιοι το πολεμούν».

Ο Αλεξανδρινός, η Αλεξάνδρεια, μύθος ή πραγματικότητα; Έχει ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ή είναι ένα όμορφο, ρομαντικό «ψέμα»;

«Αλεξανδρινός και Αλεξάνδρεια πιστεύω ότι επιτυχώς τα συνδυάζει και τα δύο. Δείγματα, έργα Αλεξανδρινών και γενικά Αιγυπτιωτών δημιουργών όταν τα ακούσετε με προσοχή θεωρώ ότι θα δείτε τις πλούσιες επιρροές, που περιέχουν  και προπαντός εύστοχα δένονται σε πρωτότυπο έργο, από την ελληνική, ευρωπαϊκή και ανατολίτικη μουσική. Ναι, είναι μια μεγάλη αλήθεια και όχι ρομαντικό ψέμα»! 

            

– Πολυσυλλεκτικοί ή όχι δίσκοι; Έχουν μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό επειδή συμμετέχουν πολλοί τραγουδιστές;

«Επιμένω να λέω ότι οι πολυσυλλεκτικοί δίσκοι, προσωπικά μού αρέσουν γιατί στα δικά μου αυτιά είναι πιο ευχάριστοι χωρίς να πω απόλυτα ότι οι προσωπικοί δίσκοι είναι βαρετοί. Όπως και να έχει, όμως, το πράγμα σήμερα εμπορική επιτυχία πια δεν υπάρχει και έτσι βλέπουμε ότι ξαναγυρνάμε στην πολυσυλλεκτικότητα των δίσκων». 

– Στους στιχουργούς έχουμε συνύπαρξη διαφόρων. Με ποια κριτήρια κάνεις την επιλογή στίχων; Πρώτα ο στίχος;

«Ο στίχος στο τραγούδι κατέχει πολύ σημαντική θέση, όπως και η μουσική, που τον ντύνει. Και, βέβαια, η ερμηνεία. Άρα, όταν συγκλίνουν αρμονικά, βγαίνει το τέλειο αποτέλεσμα. Έχω γράψει τα περισσότερα τραγούδια πάνω σε στίχους και κάποια, λιγότερα, το αντίθετο. Προτιμώ να με πάει ο στίχος γιατί δεν μπορείς να γράψεις ένα χαρούμενο τραγούδι πάνω σε έναν στίχο που θέλει να πει κάτι άλλο. Έχω συνεργαστεί με πολύ καλούς στιχουργούς και έκανα τις επιλογές μου με το δικό μου αισθητικό κριτήριο».

 –  Πολλοί δημιουργοί γκρινιάζουν ότι οι τραγουδιστές  δεν υποστηρίζουν τα καινούρια τραγούδια στα πάλκα και στις συναυλίες και προτιμούν την ασφάλεια των παλιών δοκιμασμένων σουξέ.

«Είχα την καλή τύχη, την τιμή και την χαρά να τραγουδήσουν τραγούδια μου σπουδαίοι τραγουδιστές με μεγάλη πορεία στο ελληνικό τραγούδι από την παλιά γενιά αλλά και την νεώτερη. Αυτό, που λες είναι αλήθεια και δεν σου κρύβω, ότι συζητώντας και με άλλους δημιουργούς, εκφράζουν το ίδιο παράπονο. Καλώ, λοιπόν, με όλο το σεβασμό και την αγάπη, που τρέφω για τους τραγουδιστές, να ενώσουμε τις  δυνάμεις μας και να κάνουμε ένα βήμα μπροστά στο ελληνικό τραγούδι, γιατί κινδυνεύει να φύγει μια ολόκληρη γενιά αφήνοντας πίσω λίγα πράγματα σε αυτόν τον κρίσιμο πολιτιστικό τομέα. Εκφράζω συχνά την προσωπική αλλά και την άποψη που εκφέρεται από ανθρώπους της μουσικής, που συναναστρέφομαι: Τ’ αγαπημένα παλιά, περίφημα  τραγούδια δεν μπορούμε να τα ακούμε άλλο μονοπωλιακά αλλά και σαν εύκολη «λύση» δημοφιλούς ρεπερτορίου  στις διάφορες εκπομπές τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές. Η ζωή, η τέχνη και το κοινό διψούν και για νέα δημιουργία. Θέλουν να εκφράζονται και της κάθε εποχής τα μεράκια. Ας πάρουν το μήνυμα κάποιοι, που διαλέγουν τα τραγούδια. Το αδιαμφισβήτητο είναι ένα: Υπάρχουν πολλά και καλά τραγούδια στην εποχή μας! Ψάξτε τα»!

 – Στην καραντίνα όλοι γράψαμε νέα έργα. Ποιος  θα τα χρηματοδοτήσει, ποιος θα τ’ ακούσει, κυρίως ποιος θα τ’ αγοράσει;

«Όλοι γνωρίζουμε ότι το τραγούδι σήμερα περνά πολύ δύσκολη κατάσταση. Οι εταιρίες, που κάνουν πράγματα είναι λίγες και με πολύ κόπο προσπαθούν να επιβιώσουν. Τα έξοδα παραγωγής δεν είναι και λίγα, αν και κάπως έχει πλέον μειωθεί το κόστος, βάζοντας αυτό που λέμε “πλάτη” πολλοί μουσικοί βοηθώντας ο ένας τον άλλον. Όσο για την αγορά του προϊόντος (cd) είναι πικρή ιστορία. Μια άλλη πολύ πικρή ιστορία τα ραδιόφωνα και τα κανάλια, εξαιρώντας πάντα κάποιους λίγους φωτεινούς παραγωγούς στα  F.M και στο διαδίκτυο».

        

Τί λες για την  μόδα, κυκλοφορώ τα τραγούδια μόνο στο διαδίκτυοΘα μείνει τίποτα από αυτά μετάαπό τον ΓΠαγκόσμιο Πόλεμο;

«Διαφωνώ κάθετα. Για μένα, η κοπή, έστω και μικρού αριθμού δίσκων είναι απαραίτητη . Αν, για κάποιους λόγους, και επειδή η εποχή είναι μυστήρια, πέσει το YOUTUBE και τα άλλα Μέσα χάθηκαν όλα δια παντός. Ας είμαστε, λοιπόν, έτοιμοι για όλα τα ενδεχόμενα. Και ξέρεις κάτι; Ανέκαθεν το έργο τέχνης έχει αποτύπωση, είναι υλικό, είναι προϊόν, ποτέ δεν ήταν αέρας»!

Γίνεται μύλος και στην μουσική για τα πνευματικά δικαιώματα. Η θέση σου;

«Άλλη μια πονεμένη ιστορία-και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σιωπούμε- είναι ότι τα λεφτά, που δίνουν είναι ελάχιστα. Προτείνω, λοιπόν, αυτά τα ψίχουλα, που μοιράζουν να μην τα στέλνουν και να τα μαζεύουν σε έναν κουμπαρά για να δίνουν σε κάποιους, που έχουν πολύ μεγάλη ανάγκη. Είναι προτιμότερο».      

Γιατί να γράψει κανείς τραγούδια, γιατί να τα παίζει, γιατί να τραγουδάΠόσο να κρατήσει άσβεστο ή να θεριεύει το μεράκι με αδειανό στομάχι;

«Πολύ λίγοι είναι αυτοί που ζουν σήμερα από την μουσική. Ξέρω εξαίρετους μουσικούς, που την βγάζουν πολύ δύσκολα και αναγκάστηκαν να κάνουν άλλες δουλειές, από ντελίβερι μέχρι ό,τι άλλο φανταστείς. Και, όπως λες, το στομάχι πρέπει να γεμίσει και όλες οι άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις πρέπει να πληρωθούν. Αφού με ρωτάς γιατί γράφω τραγούδια θα σου πω ότι το μεράκι, η αγάπη και ο ψυχικός μου κόσμος δεν με αφήνουν να κάνω πίσω γνωρίζοντας εκ των προτέρων ποιο θα είναι το αποτέλεσμα».

Πώς βλέπεις την νέα γενιά και την μουσική; Μήπως οι παλιοί έχουμε το κοινό μας και αυτή το δικό της; Τσανάκια χωριστά;

«Η νέα γενιά ζει την εποχή της όπως κάναμε, άλλωστε, και εμείς. Υπάρχουν προφανώς οι ιδιαιτερότητες κάθε γενιάς, κάθε εποχής, αλλά και ο χώρος της δημιουργικής συνύπαρξης, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και όλα αυτά συγκλίνουν. Τα παραδείγματα πολλά: γνωστοί ροκάδες τραγουδούν Ζαµπέτα, Βαμβακάρη, Στράτο Διονυσίου και πολλούς άλλους «κλασικούς». Ας είμαστε τελικά αισιόδοξοι!

Τα σχέδια σου από δω και πέρα.

«Πάντα έχω στα σκαριά νέα πράγματα. Δουλεύονται και θα κυκλοφορήσουν, όταν τελειώσουν. Και να είμαστε καλά, από τη νέα σεζόν θα ξεκινήσω να κάνω ζωντανές εμφανίσεις προβάλλοντας αγαπημένα τραγούδια και δικές μου συνθέσεις».

***

 

Επίλογος με λίγα βιογραφικά από την πλούσια καλλιτεχνική δραστηριότητα του Νικήτα Βοστάνη. Γεννήθηκε, μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια από γονείς με καταγωγή από την Μυτιλήνη, ο πατέρας του, και από την Σύμη η μητέρα του. Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Τοσιτσαία και Πρατσίκειο, στο Αβερώφειο Γυμνάσιο και στην Σαλβάγειο Εμπορική-Τεχνική Σχολή. Σε ηλικία 11 ετών  ζητεί από τον καθηγητή μουσικής Χρήστο Νεαμονίτη, που διηύθυνε και την Φιλαρμονική Αλεξάνδρειας, να του μάθει κλαρίνο, αυτός προτείνει όμποε και τελικά διαλέγει σαξόφωνο συμμετέχοντας και στην Φιλαρμονική. Το 1976 αφήνει την Αίγυπτο και έρχεται στην Ελλάδα. Εργάζεται έως σήμερα ως μηχανουργός. Τακτικός θαμώνας των μπουάτ και θαυμαστής δημοφιλών τραγουδιστών θέλει να ολοκληρώσει τις μουσικές γνώσεις. Σπουδάζει για οκτώ χρόνια στο Εθνικό Ωδείο φλάουτο και σαξόφωνο. Καταπιάνεται με το μπουζούκι με την βοήθεια του Φώτη Χαλουλάκου και Θέμη Παπαβασιλείου. Στα μέσα του 1980 παίζει πρώτη φορά έγχορδα και πνευστά στην ορχήστρα του Χαράλαμπου Γαργανουράκη στα «Αγρίμια» της Αθήνας. Ακολουθεί έως  σήμερα μεγάλο μουσικό ταξίδι, συνεργασίες με όλους τους ερμηνευτές, που θέλουμε πολλές σελίδες. Δισκογραφία: «Τέρμα Γκάζι» (2004). «Όνειρο στην έρημο» (2009). «Στου παραδείσου τον βυθό» (2011). «Εδώ Αλεξάνδρεια» (2014). «Εδώ στα όνειρα» (2018). «Δεν νικιέται ο ήλιος» (2019). Σημαντική στιγμή στην ζωή του θεωρεί την συνεργασία με τον συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη στο βιβλίο «Μέρες Αλεξάνδρειας», όπου ξεδιπλώνουν μνήμες από την γενέτειρα. Γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και μεταφράζεται σε τρεις γλώσσες, Γαλλικά, Ισπανικά και Αραβικά. Το 2011 τιμάται με τα βραβεία Κ. Καβάφη και Mediterranee Etranger.