ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ Γ. ΚΑΒΟΥΡΑ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ Γ. ΚΑΒΟΥΡΑ

Ετοιμάζοντας αυτήν την εποχή τρίτη έκδοση του βιβλίου «Μάγκες Αλήστου Εποχής. 24 ρεμπέτικα πορτρέτα», εξαντλημένου στα βιβλιοπωλεία εδώ και 10 χρόνια, έχουμε… τύχη αγαθή να κάνουμε για πολλοστή φορά μοναδικά μελωδικά και ιστορικά ταξίδια στο μέγιστο παγκόσμιο λαϊκό μουσικό έργο τον 20ό αιώνα, στο ρεμπέτικο. Το σημαντικότερο είναι ότι το σαράκι της έρευνας, που ποτέ δεν μας αφήνει, μας οδηγεί σε νέες βιογραφικές ανακαλύψεις όλων αυτών των μοναδικών βάρδων. «Τα 24 ρεμπέτικα πορτρέτα», που σίγουρα δεν θα είναι 24, αλλά περισσότερα, διανθίζονται με νέα μοναδικά ντοκουμέντα, πρωτίστως για τους αγαπημένους μας Μάρκο,  Δελιά,  Κάβουρα και Χατζηχρήστο. Μικρή πρόγευση, προδημοσίευση, οι φωτογραφίες από το σπίτι, που έζησε ο Γιώργος Κάβουρας, η πιο μεγάλη φωνή, που άκουσε ο ελληνόφωνος κοσμος τον περασμένο αιώνα και μέχρι σήμερα. Μας τις εμπιστεύθηκε η εγγονή του «παιζογελαστού» τραγουδιστή Ντίνα Ισαακίδη. Τις συνοδεύουμε με αποσπάσματα από τον βίο και την πολιτεία του, και αφηγήσεις της αδελφής του Μαριάνθης Χριστοδούλου-Κάβουρα, από την αναμενομένη καινούρια έκδοση του βιβλίου μας.

Ο Γ. Κάβουρας παίζει σαντούρι και οι φίλοι του χορεύουν, 1931.

Γιώργος Κάβουρας, το παραπονιάρικο αηδόνι, που φωλιάζει στο ψηλότερο αέτωμα του Παρθενώνα της ελληνικής λαϊκής µουσικής. Σχεδόν 80 χρόνια από την πρόωρη αποδημία του µερεύει καημούς παλιοκαιρίτικους µα τόσο τωρινούς και σπέρνει νέες αισθητικές αναζητήσεις σ’ όσους ακόμα αφουγκράζονται την μελωδία των αιώνων. Ιδίως στην εποχή των φανταχτερών µηδενικών και του µαζικού λήθαργου. Τώρα µόλις στοιχειοθετήσαμε πλήρες βιογραφικό. Δεν το έχει ανάγκη η υστεροφημία του, αλλά η δική μας γνώση και «οικειότητα» διευκολύνει την εκάστοτε µέθεξη.

Σταμάτης Κάβουρας (1885-1 Αυγούστου 1956) και Γαρουφαλλιά Μπεηγιώργη (1890- 26 Απριλίου 1965), οι γονείς. Από το Καλαμάκι Μικράς Ασίας η µητέρα, πολυμελής οικογένεια-έξι παιδιά-με αντιστασιακή δράση. Για να γλιτώσουν την οθωμανική σκλαβιά και το κυνηγητό καταφεύγουν το 1906 στο  Καστελόριζο, που ανήκει ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά προφανώς ήθελαν να φύγουν από το στόμα του λύκου και να χαθούν τα ίχνη τους στο μικρό και ασήμαντο νησί. Δεν φεύγουν όλοι, μένει ένας αδελφός της Γαρουφαλλιάς, ο Θωμάς. Συνεχίζει τον αγώνα και εκτελείται το 1922 από τους Τούρκους. Ίσως, όπως οι κοπέλες της εποχής, ονειρεύεται ήσυχη, ευτυχισμένη οικογένεια. Αλλιώς τα φέρνουν του δρόμου τα συναπαντήματα.

Οδός Τζαβέλα 13, Άγιος Γεώργιος Κερατσινίου, σήμερα.

Ο πατέρας από το Λιβίσι της Μάκρης Μικράς Ασίας. Σμίγουν µία ακόμα φορά στο Αιγαίο οι ιωνικές αύρες. Τσαγκάρης, εξαίρετος βιολιστής, κατασκευαστής µουσικών οργάνων, προπαντός χαροκόπος. Τότε, που ο άνθρωπος δεν βιάζει τον βιολογικό κύκλο και η ζωή κάνει περίεργες, τυχαίες συνθέσεις. Χαρισματικοί αγράµµατοι, σε αντίξοες εποχές πολυτεχνίτες, µε το µεράκι της καρδιάς υφαίνουν καλούδια για το κέφι τους µόνο. Δεν είναι οι πιο καλοί οικογενειάρχες. Παραδείγματα προς αποφυγή µε τα συμβατικά όρια του καιρού, αλλά είπαμε, πανάκριβο της σχετικής αιωνιότητας το εισιτήριο. Πολλούς δεν τους απογράφει κιόλας, απλώς βάζουν πλάτη σε κάποιον ένδοξο απόγονο.

Εδώ αρχίζουν τα ιστορικά προβλήματα και οι εκδοχές µε βάση τον συσχετισμό των γεγονότων, όπως τα θυμούνται οι κατοπινοί. Ο Σταμάτης µετέχει στην αντίσταση κατά των Τούρκων και την τελευταία στιγμή πριν την σύλληψη διαφεύγει στο Καστελόριζο. Εκεί  γνωρίζει την Γαρουφαλλιά. Αν και δεν τον θέλουν οι γονείς της, παντρεύονται το 1907 επειδή η Γαρουφαλλιά είναι έγκυος στον Γιώργο, που βλέπει το φως της ζωής το ίδιο έτος.  Στο Καστελόριζο γεννιούνται και τ’ άλλα τους παιδιά: Το 1913 η Μαριάνθη  ή Μαρία, αλλά κατά συνήθεια της εποχής, που δεν ήταν υποχρεωτικό να δηλώνονται και τα κορίτσια, την γράψανε  ως γεννηθείσα και βαπτισθείσα το 1917, επειδή ήθελε η οικογένεια να μεταναστεύσει στον Πειραιά. Ο  Βασίλης το 1914 και ένα ακόμα κορίτσι, που έφυγε αβάπτιστο (1911). Λίγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Σταμάτης ακολουθεί την ειμαρμένη του τόπου υποδοχής. Οι κάτοικοί του µεταναστεύουν ομαδικά κυρίως στην Αυστραλία και σε άλλα κράτη. Το νησάκι τους, που από τις 28 Δεκεμβρίου 1915 βρίσκεται υπό γαλλική κατοχή και την 1η Μαρτίου 1921 πωλείται στην Ιταλία, πλην του επικίνδυνου λαθρεμπορίου µε την απέναντι τουρκική ακτή Κας δεν έχει άλλους πόρους επιβίωσης.

Ο Σταμάτης μαζί µε άλλους Καστελοριζιούς «εκμισθώνεται», μάλλον το 1914, από εργοστάσιο στην Γαλλία, που κατασκευάζει στρατιωτικά άρβυλα. Μένει εκεί έως το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Μολονότι τα οικονομικά του δεν είναι ανθηρά, θέλει να πάρει στα ξένα και την οικογένειά του. Διαφωνούν έντονα µε την σύζυγο και ξανασμίγουν τελικά όλοι στον Πειραιά, στο τέλος του 1918. Τον πρώτο καιρό κατοικούν στο Χατζηκυριάκειο κοντά στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και το 1920 μετακομίζουν στον κατοπινό προσφυγικό συνοικισμό Ελευσίνας. Εκεί βαφτίζεται ο Γιώργος Κάβουρας  με νονά την Στρατία Δράμαλη, μακρινή συγγενής και γειτόνισσα της οικογένειας. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή πάνε µε τους πρόσφυγες στην Δραπετσώνα. Το 1923 χορηγείται στον Σταμάτη προσφυγικό οικόπεδο στον Άγιο Γεώργιο Κερατσινίου (Τζαβέλα 13, η σημερινή αρίθμηση του δήμου) όπου χτίζει σπίτι κατά τα Λιβισιανά πρότυπα. Πλινθόκτιστο με τσίγκους για οροφή. Οικόπεδο και σπίτι παραχωρούνται (1933) προίκα στην κόρη του Μαριάνθη και στον σύζυγό της Χρήστο Χριστοδούλου (1898-1990), ναυτικό, που έχουν παντρευτεί το 1929. Το 1952 γίνεται ανακατασκευή και μικρή επέκταση στο σπίτι, που σώζεται μέχρι σήμερα.

      

Ο Γιώργος Κάβουρας γεννιέται στο Καστελόριζο, όχι το 1909, όπως  γράφονταν έως τώρα, αλλά το 1907, σύμφωνα µε τα επίσημα έγγραφα. Σε ασφαλιστικό του βιβλιάριο, που εκδόθηκε 4 Δεκεμβρίου 1939, αναγράφεται 1906. Από µικρός μπολιάζεται µε το κοινό µεράκι. Παίζει βιολί, σαντούρι, κιθάρα και-κατά την αδελφή του Μαριάνθη-µπουζούκι. Προπαντός έχει πανέμορφη φωνή, που θα «γραφτεί» στις 78 στροφές να µαρτυρά εσαεί τί σημαίνει άριστος τραγουδιστής. Με τον Σταμάτη, τον Λάζαρο και άλλους παιχνιδιάτορες γυρίζουν στις ταβέρνες του Πειραιά, στις γιορτές και στα πανηγύρια και διασκεδάζουν τον κόσμο. Εκεί γύρω στα 1932-1934 ο Γιώργος είναι ήδη δημοφιλής στις παρέες. Ο έρωτας παίζει δικό του επικίνδυνο παιχνίδι με τις τραγικές  του συμπτώσεις και τις οδυνηρές αναλογίες. Το 1929 είναι αρραβωνιασμένος µε µια κοπέλα, που ουδείς συγγενής θυμάται το όνομά της. Κάποια µέρα του 1930 γνωρίζει την δεκαεξάχρονη Ειρήνη. Αμοιβαία κεραυνοπληξία!

Ο Γιώργος είναι 27 ετών αλλά η Ειρήνη ανήλικη και ο γάμος δεν μπορεί να γίνει. Επιπροσθέτως οι γονείς της δεν δίνουν συγκατάθεση. Ενώ είναι γεννημένη το 1914, δηλώνεται το 1910 ώστε να θεωρηθεί ενήλιξ. Στο πιστοποιητικό του Δήμου Χαϊδαρίου,  29 Νοεμβρίου 1949, που χορηγείται «δια εκλογική χρήση», αναφέρεται ημερομηνία γέννησής της το 1914. Σε όλα τ’ άλλα δημόσια έγγραφα αναγράφεται 1910. Η Ειρήνη Δάντου-Κωνσταντάρα του Αναστασίου και της Μαρίας γεννιέται  στην Σμύρνη από πλούσια οικογένεια. Ξεκληρίζεται στην Μικρασιατική Καταστροφή. Από δεκατρία παιδιά µόνο τέσσερα γλιτώνουν την σφαγή, η Ειρήνη και τρία αγόρια.  Ο Ανέστης Κωνσταντάρας παίζει ωραίο βιολί, η Μαρία είναι μοδίστρα. Όμορφη και την ζηλεύει, όλο σκηνές και µαλώµατα. Όταν έρχονται στην Ελλάδα, χωρίζουν οριστικά. Δεν θέλει για γαμπρό της τον Γιώργο γιατί έχει το επάγγελμα του πρώην συζύγου της.  Ο Γιώργος και η Ειρήνη αποκτούν τέσσερα παιδιά:  Σταμάτης, 21 Οκτωβρίου 1931. Γαρουφαλλιά, 5 Δεκεμβρίου 1932. Ανέστης, 11 Ιουνίου 1936. Ένα αγόρι γεννιέται το 1933 αλλά ζει τρεις βδομάδες. Για την ιστορία της Άννας, λίγο υπομονή, θα την βρείτε στο βιβλίο!

Πολλές φορές χαριτολογώ µε φίλους ότι, αν δεν ζούσα στην σημερινή πλαστική µα άκρως ενδιαφέρουσα εποχή, θα ήθελα να γεννιόμουν στον Πειραιά το 1915. Για το θαύμα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Για τις µαγικές γκαστρωμένες βραδιές µε τα αιώνια παιδιά. Όταν εμφανίζεται η πρώτη ρεμπέτικη κομπανία (Μ. Βαμβακάρης, Σ. Παγιουµτζής, Α. Δελιάς, Γ. Μπάτης), το καλοκαίρι 1934 στου Σαραντόπουλου την μάντρα, στην Δραπετσώνα, παίζουν διαδοχικά στο ίδιο πάλκο, αυτοσχέδιο παταράκι, ένα βράδυ ή ολόκληρη βδομάδα η ρεμπέτικη και η σμυρναίικου ύφους ορχήστρα: Μάρκος, Στράτος, Αρτέμης, Μπάτης «εναντίον» Γ. Κάβουρα, Στ. Περπινιάδη, Κ. Νούρου. Πανδαισία µοναδική! Κατά άλλη εκδοχή ο περίφημος συναγωνισμός γίνεται λίγους µήνες µετά, όχι σε κοινό πάλκο, αλλά στου «Κερατζάκη» στην Ανάσταση και σε διπλανό μαγαζί, όπου δουλεύουν το ίδιο χρονικό διάστηκα τα δύο συγκροτήματα.

Ο Γιώργος τα αφήνει όλα για το τελειότερο µουσικό όργανο. Τον πείθει το 1934 ο Στελλάκης Περπινιάδης να γίνει τραγουδιστής. Το εναρκτήριο κοµµάτι της καριέρας στο πάλκο είναι ο «Μανώλης ο Χασικλής» του Γιάννη Δραγάτση-Ογδοντάκη. Η παρθενική εμφάνιση στην δισκογραφία είναι «Ο σερέτης» του Ιάκωβου Μοντανάρη, που ηχογραφείται στις αρχές του 1936 αλλά γίνεται αργότερα γνωστό, όταν ο Γ. Κάβουρας ανεβαίνει τα σκαλιά της επιτυχίας. Πρώτο δημοφιλές τραγούδι, που ακούγεται στο γραµµόφωνο και σε όλες τις παρέες, το νεορεαλιστικό «Το παιδί του δρόμου», του Βαγγέλη Παπάζογλου (1937).

Η μεγάλη στροφή της καριέρας του Γιώργου Κάβουρα λέγεται Κώστας Σκαρβέλης. Γράφει πολλά πανέμορφα τραγούδια αναδεικνύοντας το µεγαλείο της φωνής του. Την περίοδο 1934-1941  ο Γιώργος ηχογραφεί περί τα 70 άσματα, από αυτά 50 του µεγάλου Κωνσταντινουπολίτη συνθέτη. Η Βαγγελιώ Μαργαρώνη δουλεύει δύο φορές µε τον Γιώργο Κάβουρα, το 1941 στου «Bακαλόπουλου» και το 1942 στην ταβέρνα του Τζουµάκη, στην Κοκκινιά. Θυμάται ότι «τότε παίζει κιθάρα και τραγουδά. Ήξερε και σαντούρι. Όταν έλεγε το δημοτικό “Θεώνη-Θεωνίτσα” ξεσηκωνόταν όλο το µαγαζί, γινότανε χαμός. Ήταν πραγματικά ο πιο γλυκός τραγουδιστής. Έλεγες να ’χα και άλλα αφτιά να τον ακούω»!

Και δυο αποσπάσματα από την συνέντευξη με την Μαριάνθη Χριστοδούλου-Κάβουρα για την αποδημία του μοναδικού τραγουδιστή:

«Ήταν, όπως έμαθα, στο µαγαζί του Στελλάκη στο Χαϊδάρι, όλη η παρέα γλεντούσε, έπιναν µε μεζέδες και έπαιζαν. Κάποια στιγμή λέει ο Γιώργος: “Δεν µπορώ άλλο, βρε Στέλιο. Το κεφαλάκι µου πονάει”! Έπεσε κάτω. Τον πήγαν απέναντι σε κάποιον γιατρό. Είπε: Εγκεφαλικό! Κι αμέσως στο νοσοκομείο. Πήγανε σε αυτό, που λέμε τώρα Κρατικό της Νίκαιας, ήταν παράγκα, Σαπόρτα το λέγανε τότε. Ήταν Γερμανοί και Ιταλοί. Δεν λογαριάζανε τίποτα, δεν σου δίνανε σημασία. “Αιμάτωμα από χτύπημα”. Σε έξι µέρες χάθηκε, στράβωσε το στόμα του, έχασε την γλώσσα του, που λένε, δεν μίλαγε. Μόνο εμένα ήθελε κοντά του! Τον πήγανε στην απομόνωση. Ξεψύχησε στην αγκαλιά µου. Έλειπε η µητέρα μας εκείνη την στιγμή. “Αδελφή µου! Αδελφή µου”! Με αγκάλιασε σφιχτά. Αυτό ήταν, πάει»!

Οι τελευταίες ώρες η αναπάντεχη και πρόωρη αναχώρηση. Ήταν 20 Φεβρουαρίου του 1943 (ληξιαρχική πράξη θανάτου 127/Α/1943, του ληξιαρχείου Νικαίας) και όχι στις 20 Μαρτίου του ίδιου έτους, όπως ξέραμε ως τώρα από τις αφηγήσεις φίλων του. Ο Σταμάτης και ο Ανέστης, οι γιοι του,  έλεγαν ότι προς το τέλος του 1942 ο πατέρας  ήθελε ν’ ανοίξει ταβέρνα στο Δάσος Χαϊδαρίου να παίζει με τους φίλους, να βγάζουν το ψωμί τους, είχε αγοράζει τραπεζοκάθισματα και άλλα χρειαζούμενα, αλλά δεν πρόλαβε.

  «Πέθανε και πήγαμε στο κοιμητήριο στην Ανάσταση για την κηδεία. Κι είχε τρελαθεί η µάνα µου. Και μοιρολογούσε, έλεγε σε όποιον συναντούσε:

»“Θέλετε γάμους κάνετε, θέλετε πανηγύρια

ο Γιώργος µου δεν έρχεται να παίξει τα παιχνίδια”,

»και να κλαίει όλος ο κόσμος, και να χτυπιέται όλος ο κόσμος! Ήμουν νέα πολύ, αλλά δεν τα ξεχνάω. Νεότατος, όμορφος, λεβέντης»!

Τ’ αηδόνι, ξαφνικά όπως κελάηδησε, σιώπησε στην μαύρη Κατοχή. Δεν πρόλαβε την άνοιξη. Ποια άνοιξη πάλι; Την καινούρια σκλαβιά… Αλλά αυτό είναι αλλουνού παππά ευαγγέλιο! Τ’ ακριβό του παράπονο φύλαξε στοργικά ο χρόνος, να ομορφαίνει τα γλέντια και να γλυκαίνει τα φαρμάκια µας. Για να διαρκεί σε πείσμα των πλαστικών καιρών η µελωδική χειροτεχνία εμπνέοντας τους τωρινούς εραστές του τραγουδιού, που επιμένουν πατροπαράδοτα να χρωματίζουν τα σημερινά ντέρτια.