ΤΣΙΠΟΥΡΑΔΙΚΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ

ΤΣΙΠΟΥΡΑΔΙΚΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ

Προσεγμένο ημερολόγιο του τρέχοντος έτους ξύπνησε μνήμες, νοσταλγία, μεράκια. «Ο πολιτισμός του τσίπουρου στη Νέα Ιωνία και στον Βόλο. Η συνεισφορά των Μικρασιατών της Ν. Ιωνίας», από την «Μαγνήτων κιβωτό για την διάσωση του πολιτιστικού αποθέματος», εκδόσεις «Ιδιόμελον». Στιγμές, που απολαμβάνουμε, έστω και σε τουριστική εκδοχή, έχουν ρίζες σε παλιά χρονια. Το παρελθόν χωρίς ρωμαλέα σημεία αναφοράς στο  σήμερα και τις ανάγκες του, άμα δεν σε κατακλύζει με έμπνευση και ζωντάνια, είναι μεγάλη φύρα και βάρος ψυχολογικό! Το τσιπουράδικο, αν και δεν μου αρέσει ο νεολογισμός (εμπορικός, φτηνιάρικος, όπως ρεμπετάδικο και τα συναφή) αν και δεν δίνει το βάθος και την αισθητική της ιεροτελεστίας στους παλιούς καφενέδες και στα ταβερνεία, είναι ωστόσο δεμένα (ο χώρος και η ψυχαγωγία σε αυτόν) με την βολιώτικη ψυχή και τα τελευταία χρόνια έγινε πανελλήνιος-κι όχι μόνο-συρμός.

Ο νεαρός Αλέκος Καβούρας (αριστερά), Κυριακή στο μαγαζί του θείου του Νίκου, πριν ανοίξει δικό του. Η φωτογραφία είναι το 1950.

Το λιμάνι κι οι δουλευτές του μήτρα του τσιπουράδικου. Οι προσφυγές της Μεγάλης Καταστροφής ΔΕΝ ήταν αυτοί, που δημιούργησαν τα περίφημα τσιπουράδικα! Προσέφεραν κάτι σημαντικότερο. Μπόλιασαν τον οίστρο τους, έφεραν μερακλίδικους  μεζέδες,  την παρέα, την μουσική, το κέφι, την ακριβή χαρά, όχι μόνο στο λιμάνι αλλά και στην πόλη, που έκτισαν, την Νέα Ιωνία. Το απλούστερο: Δεν υπάρχει παράδοση τσιπουράδικου στην Σμύρνη και εν γένει στην Μικρά Ασία, πριν το 1922. Ούτε ο τύπος μεζέδων  με βάση τα θαλασσινά. Ερευνούμε κάθε ιστορικό θέμα όχι με φακούς του σήμερα αλλά  εισχωρώντας στην εποχή αναφοράς. Φαντασθείτε οι παλιότεροι, σκεφθείτε οι νεώτεροι…

Τα περίφημα ψαράδικα.  Εδώ και στα γύρω ταβερνάκια και καφενέδες ξεκίνησαν όλα. Ήρθαν οι πρόσφυγες και έβαλαν την σφραγίδα τους. Φωτογραφία Κώστα Ζημέρη.

Μεγάλο λιμάνι. Ψαράδικα στην παραλία, τα περίφημα παραγκάκια. Δένουν καΐκια,  ξεφορτώνουν. Τα καλά, μεγάλα ψάρια πάνε σε πλουσιόσπιτα και  μαγαζιά, τα αμέσως επόμενα ρίχνονται στην αγορά. Μένουν τα «χτυπημένα» και τα μικρά, όπως και τα όστρακα, που δεν έχουν τότε πέραση. Μην κρίνετε με το καταναλωτικό και εμπορικό σήμερα! Τα παίρνουν συνήθως οι εργάτες των καϊκιών. Είναι τυχαίο ότι τα πρώτα τσιπουράδικα-καφενεδάκια είναι κοντά  στα παραγκάκια; Βγαίνουν από το ψαροκάικο βρεγμένοι, κατάκοποι, μπαϊλντισμένοι. Τί πιο απλό να θέλουν να βάλουν κάτι στο στόμα, να στανιάρουν  πίνοντας τσιπουράκι! Λίγο τυράκι,  ντοματούλα, κάνα φτωχό ψαράκι! Να χαρούν μεσημεριάτικα, πριν πάνε στην σκληρή βιωτική μέριμνα και την οικογενειακή μιζέρια και γκρίνια. Δεν είναι μόνο τα «ψαραδάκια»-να θυμηθούμε και το ρεμπέτικο. Κόσμος και ντουνιάς έχει παρτίδες με το λιμάνι. Καροτσέρηδες-θυμάστε τα μακριά κάρα με ουγγαρέζικα άλογα, που μετέφεραν εμπορεύματα;-και άλλοι αχθοφόροι.  Καπνεργάτες (Ματσάγγος-Παπαστράτος), υπάλληλοι, εργαζόμενοι σε εμπορικά μαγαζιά σχολούσαν ή έκαναν διάλειμμα. Ποιος δεν αγαπά την ανάπαυλα της παρέας; Και με όλα τα μεγάλα προβλήματα, τις κυκλικές οικονομικές κρίσεις, τους σεισμούς ο Βόλος ήταν τότε πρωτεύουσα της Θεσσαλίας, κυρίως λόγω του λιμανιού του. Ύστερα παρήκμασε με τους κομματάρχες του κάμπου και την δική του συνενοχή, αμέλεια και αφέλεια.

Ψαράδες μαζεύουν δίχτυα στην παραλία του Βόλου, στο βάθος το καπνομάγαζο του Παπαστράτου (φωτογραφία Κ. Ζημέρη).

Η θάλασσα μεγάλη υπόθεση στην πείνα του φτωχού, θρεπτική, νόστιμη τροφή, δωρεάν, έστω φτηνή. Γιατί, παρακαλώ, είναι μικρά τα ποτηράκια του τσίπουρου και τα πιάτα των μεζέδων; Όχι δεν ήτανε προσφυγική ή βολιώτικη μόδα! Είπαμε ξεχάστε  το σήμερα, που πάμε στα τσιπουράδικα και σαβουρώνουμε τον αγλέορα! Η ανάγκη!  Φτωχός κοσμος, δεν είχε να φάει. Ακόμα και με την έλευση προσφύγων δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη οι μεζέδες! Κάνα Σαββάτο ή Κυριακή. Τα καλά φαγητά, έπρεπε να μοιραστούν σε πολλά στόματα. Για αυτό τα πιατάκια, για αυτό και η ποικιλία μεζέδων. Να φτουράνε! Για τους καφενέδες του λιμανιού είχε και τον χαρακτήρα του προχείρου, του να βάλω μια μπουκιά στο πόδι γιατί θα φάω κανονικά στο σπίτι! Ως προς το ποτό, μικρά ποτηράκια, γιατί είναι μεσημέρι και δεν πρέπει να γίνουμε ντίρλα, έχουμε και δουλειές. Αρχικά το τσίπουρο έρχεται από τον Τύρναβο και αργότερα, κυρίως με την έλευση των προσφύγων γίνονται και στον Βόλο αποστακτήρια. Στην πορεία και μετά την έλευση των προσφύγων αναπτύσσεται μεταξύ των τσιπουράδικων, που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια όχι μόνο στο λιμάνι αλλά και στις γειτονιές και κυρίως στην προσφυγομάνα Νέα Ιωνία, που έως το 1947 λέγεται Συνοικισμός, λαμβάνει χώρα και ιδιότυπος ανταγωνισμός: Ποιος θα προσφέρει τους πιο πολλούς και καλούς, όχι ίδιους μεζέδες. Πάντα στα πλαίσια της φτώχειας και της λαϊκής ευρηματικότητας, μερακλίδικη άμιλλα. Λέγεται ότι την δεκαετία του 1960 λειτουργούσαν περί τα 300 τσιπουράδικα και το ρεκόρ ορισμένων εξ αυτών ήταν σχεδόν 150 διαφορετικοί μεζέδες! Υπερβολή; Δεν αποκλείεται! Πάντως παιδιά με τους μερακλήδες γονείς μας προλάβαμε μαγαζάκια, που πρόσφεραν πάνω από 60 μεζέδες!

Ιστορικά τσιπουράδικα

Στην γωνία Προύσης και Μαγνησίας ήταν η οικοδομή του Γιώργου Μαυριά από τον Πανουργιά Φωκίδας. Η πλευρά, προς τον δρόμο ήταν το ουζερί (έτσι λεγόταν) του Γιώργη Καλαφατάκη με καταγωγή από το Εγγλεζονήσι. Παρασκευάς το επίθετο, αλλά επειδή ήταν πολλοί, το άλλαξε σε Καλαφατάκης, κάποιοι στην οικογένεια τούς έλεγαν  έτσι, καλαφάτιζαν καΐκια. Ο  Παρασκευάς άνοιξε στην πλατεία Ελευθερίας καφενείο για εργάτες  στις μαούνες Τσαλαπάτα. Το 1936, που έκαψαν τα προσφυγικά μαγαζιά της πλατείας, ο Παρασκευάς ασχολήθηκε με εργολαβίες. Τα παιδιά του, ο Βασίλης έγινε κουρέας και ο Γιώργος στην οδό Μαγνησίας της Νέας Ιωνίας, άνοιξε μαγαζί: «Καφεουζοπωλείον ο Παρασκευάς, Γεωρ. Π. Καλαφατάκης». Η μεγάλη βιτρίνα ήταν γεμάτη καβούρια, μύδια, αχιβάδες, γυαλιστερές, κολιτσάνους, όλα ζωντανά από τις βάρκες των Παρασκευάδων, Χρήστου και Στέφανου. Συχνά στο μαγαζί φιλοξενούνταν πελάτες με ούτι, κανονάκι. Κάποια εποχή είχε κάθε Δευτέρα «Μουσική βραδιά» με τον Μιχάλη Αχειλά, τον τροβαδούρο των προσφύγων. Ο  Γ. Καλαφατάκης αρρώστησε και έσβησε 47 χρονών. Το μαγαζί πήρε ο Αλέκος Κασαπλέρης. Προσπάθησε να κρατήσει το καλό όνομα. Όλοι, όμως, έλεγαν: Πάμε στου Καλαφατάκη!

«Τα πεύκα» του Δημήτρη Αλμπάνη,  Δημοκρατίας και Κρήτης, Νέα Ιωνία.

Η οδός Δορυλαίου άρχιζε από την Αναπαύσεως και κατέληγε στην Βυζαντίου. Μετά την γωνία Αναπαύσεως ήταν το ραφείο του Θεόδωρου Θεοφίλου ή Θεοφίλογλου. Στην γωνία Πανόρμου ήταν το καφενείο του Κώστα Καρακατσάνη. Γιος του Αθανασίου και της Μερόπης από το Κατίκιοϊ Νικομήδειας. Το ένα δωμάτιο το είχε καφενεδάκι στο οποίο έβγαζε μεζεδάκι, κυρίως θαλασσινά. Στο άλλο ζούσαν με την οικογένειά του. Μετά μετακόμισαν στην οδό Δημοπούλου. Σιγά-σιγά εξελίχθηκε σε ουζερί. Για πότες,  θεριακλήδες, όχι με πολλούς μεζέδες αλλά για καλό τσίπουρο και παρέα. Το δούλεψε μέχρι το 1983. Μετά έκτισε η κόρη του Μαρία με τον άντρα της Γιώργο Αγνουσιώτη. Το κάτω μέρος της οικοδομής έγινε τσιπουράδικο. «Πρώην Καρακατσάνη». Ναυτικός ο Γιώργος με ρίζες από το Εγγλεζονήσι, το δούλεψε με μεράκι συνεχίζοντας την παράδοση. Εμείς το προλάβαμε «Καρακατσάνης», ώσπου έκλεισε μάλλον το 2010.

Η «Ναυτιλία»

Η ιστορική «Ναυτιλία» με ζωή 108 ετών αλλά και οι γύρω καφενέδες της παραλίας είναι απτή απόδειξη ότι τα περίφημα  τσιπουράδικα είναι παιδιά του λιμανιού του Βόλου για την εξυπηρέτηση των εργατών του από τις αρχές του 20ού αιώνα και δεν γεννήθηκαν με την έλευση των προσφύγων. Η «Ναυτιλία» ήταν τα πρώτα χρονια ο αριστοκρατικός καφενές και χώρος εμπορικών συναλλαγών του λιμανιού. Δίπλα ο «Λογαράς», πιο κάτω, πάντα στην παραλιακή Αργοναυτών, άλλα λαϊκά καφενεία «Βακιρλής» (γωνία Μπορέλ), «Εύβοια» (Ιωλκού), Γιάννης Μανωλής(;) «ταβέρνα  αλιεργατών», «Κύπρος» (δίπλα στον κινηματογράφο «Κρόνος»), «Συνάντηση» (Καρτάλη) και άλλα, προσφέραν τσίπουρο συνήθως πριν από το 1922 με στραγάλια και κάνα  ψαράκι, σαρδέλα, γαύρο όταν στα τραπέζια ξαπόσταιναν ψαράδες. Ο Αλέξανδρος Βαβίζος τελευταίος ιδιοκτήτης της «Ναυτιλίας» λέει για το περίφημο μαγαζί:

Ο Κώστας Καρακατσάνης εν ώρα εργασίας στο ομώνυμο τσιπουράδικο.

«Ναυτιλία: Έτος ιδρύσεως 1904. Το παραδοσιακό καφενείο στην παραλία του Βόλου με ναργιλέδες σε ξύλινα τραπεζάκια με λευκό μάρμαρο και δερμάτινους καναπέδες που χρησιμοποιούνταν και από διάφορα σωματεία της πόλης, αλιεργάτες, συνταξιούχοι του ΝΑΤ και άλλοι σύλλογοι. Υπήρξε για πάνω από έναν αιώνα σημείο αναφοράς για την πόλη του Βόλου όπου σύχναζαν προσωπικότητες από διάφορους χώρους όπως της πολιτικής, της τέχνης, των γραμμάτων και φυσικά άνθρωποι της βιοπάλης. Αξίζει να αναφερθεί ότι ήταν το σημείο αναφοράς των ναυτικών, των αλιέων, των λιμενεργατών, επίσης των κατοίκων του Πηλίου και των Βορείων Σποράδων. Εκεί κλείνονταν οι δουλειές από το πρωί με τη συνοδεία του καφέ και την καθιερωμένη ιεροτελεστία του τσίπουρου, που ακολουθούσε. Ήταν σαν μικρό χρηματιστήριο, όπου η οικονομική ζωή της πόλης του Βόλου έπαιρνε πνοή. Εδώ λογαριάζονταν τα ψαροκάικα στο «μπαιντός»,  όταν σταματούσαν τα καΐκια, το λεγόμενο «μερτικό», δηλαδή την πληρωμή. Κάθε πλοιοκτήτης μάζευε το προσωπικό και το πλήρωνε. Ακολουθούσε τσίπουροκατάνυξη. Το μαγαζί είχε σερβιτόρους που μάρκαραν ό,τι έβγαζαν από την κουζίνα (κονιάκ, τσίπουρο, φασκόμηλο, τσάι, καφές, κακάο, υποβρύχιο βανίλια, αναψυκτικά κ.α) και το αφεντικό είχε κουδουνάκι να τους ειδοποιεί λόγω του ότι υπήρχε μεγάλη φασαρία στον χώρο. Πρωθυπουργοί, υπουργοί, ηθοποιοί, τραγουδιστές, εφοπλιστές, βιοπαλαιστές, άνθρωποι του μόχθου και της διπλανής πόρτας γίνονταν όλοι μια παρέα σε έναν χώρο φιλόξενο, όπου το τσίπουρο έρρεε σε αφθονία. Δουλέψαμε την «Ναυτιλία» από το 1981 μέχρι το 2012, που έκλεισε».

***

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009,  στου «Καρακατσάνη», Λάκης Μπαλλής, Μιχάλης Χασαπάκης και Στάθης Μιλάνος τσουγκράνε ποτηράκια μισόν αιώνα μετά την περίφημη «Βολιώτισσα».

Τα χρόνια κύλησαν γοργά και μετά το 1980 τα τσιπουράδικα έγιναν μεγάλη πανελλήνια μόδα, με όλα τα καταναλωτικά και εμπορικά κουσούρια. Τώρα αν πεις ότι είσαι από τον Βόλο, σε όλη την Ελλάδα σου μιλάνε για τα μαγαζιά με τα τσίπουρα και τους μεζέδες. Για το πόσο ωραία πέρασαν στην παραλία, πλην οι Βολιώτες σπάνια πατάμε σε αυτήν. Βέβαια η μόδα είναι προτιμότερη από την ανυπαρξία, την άγνοια και την αφάνεια, αλλά… Τί συνέβη και με το ρεμπέτικο; Πέρασε η φούρια, ο συρμός, σβήσανε τα μεγάλα φώτα και έμεινε ζωντανό στις καρδιές των ανθρώπων και σε γραφικά κουτούκια το γλέντι συνεχίζεται… Οι Βολιώτες, που αγαπούν και ξέρουν την πόλη τους πάμε στις γειτονιές για τσίπουρο και ωραίους μεζέδες. Την παραλία την αφήνουμε για τους τουρίστες.

 

Πρώτη δημοσίευση: «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» του Βόλου