Γιάννης Αλεξίου και Ελληνικό ροκ

Γιάννης Αλεξίου και Ελληνικό ροκ

Φαίνεται ότι οι δυσκολίες ατσαλώνουν τους εραστές του μελωδικού και  ωραίου ώστε να δίνουν απλόχερα το περίσσευμα της έμπνευσης και της ενέργειας. Μια εξαιρετική εργασία είναι στα χέρια μας και δεν μπορεί παρά, αφού την απολαύσαμε, να σας συστήσουμε να την αποκτήσετε και να την χαρείτε. Γιάννης Αλεξίου: «Πρωτοπόροι του Ελληνικού Rock». (κυκλοφορεί από το Όγδοο). Έκδοση εξαιρετική σε περιεχόμενο αλλά και σε μορφή, υπό την στενή επίβλεψη του συγγραφέα. Ούτε αυτό είναι αυτονόητο, όσο και αν η βιβλιοπαραγωγή είναι πλέον περιορισμένη και μπορεί να υποστηριχτεί ότι για να κερδίσει κανείς πλατύ αναγνωστικό κοινό δεν πρέπει να φειστεί όχι πολυτέλειας αλλά  καλαισθητικής παρουσίασης. Απλώς σκεφθείτε τί προχειροδουλειά κυκλοφορεί όχι μόνο στον χώρο του βιβλίου αλλά και εν γένει στον πολιτισμό.

Οι M.G.C. Από αριστερά: Δημήτρης Πολύτιμος πλήκτρα, Δημήτρης Πουλικάκος τραγούδι, Λάκης Τσαγκάρης ντραμς, Δημήτρης Μπεληγιάννης κιθάρα, Αντώνης Τριανταφύλλου μπάσο.

Ο Γιάννης Αλεξίου έβγαλε το μεράκι του και παρουσίασε τους εγχώριους εκπροσώπους της Rock. Μέσα από βιογραφικές συνεντεύξεις έχει κανείς σαν κινηματογραφική ταινία την πλήρη εξέλιξη του εν λόγω είδους. Από την δεκαετία του ’60 ως τώρα, από την εποχή των μοντέρνων συγκροτημάτων (γιεγιέδικων, όπως έλεγαν τότε) έως την λεγόμενη εναλλακτική ροκ σκηνή. Πενήντα καλλιτέχνες και συγκροτήματα μιλάνε, αφηγούνται με το χέρι στην καρδιά στον συγγραφέα το προσκήνιο και το παρασκήνιο της καριέρας τους. Μια ολόκληρη  εποχή  με τα θετικά  αλλά και τα κουσούρια της  ζωντανεύει στις 356 σελίδες του βιβλίου, τα όνειρα  πρωτοπόρων μουσικών, οι χώροι,   η ατμόσφαιρα της χρυσής δεκαετίας, τα εμπόδια των ηχογραφήσεων,  τα δύσκολα χρόνια της χούντας, δίσκοι και συναυλίες, που θεωρούνται ιστορικές. Έχουμε να κάνουμε με πληρέστατη εγκυκλοπαίδεια του είδους. Το πιο σημαντικό είναι ότι διακρίνεται από αμεσότητα, ανάγλυφη αφήγηση και διανθίζεται με πολλά ντοκουμέντα. Οι κυριολεκτικά εκατοντάδες φωτογραφίες είναι απολύτως λειτουργικό,  συστατικό μέρος της εργασίας του  Αλεξίου και μαζί με άλλα ντοκουμέντα σε ταξιδεύουν από τις πρώτες σελίδες στον πολύχρωμο κόσμο, που είναι το αντικείμενο μελέτης του συγγραφέα.

Ορισμένες από αυτές (σελίδες και φωτογραφίες) δημιουργούν οπωσδήποτε αίσθημα έντονης νοσταλγίας σε όσους «ήταν εκεί», στην συγκεκριμένη απεικόνιση, αλλά πιστεύουμε ότι και στους νεώτερους εραστές του είδους φέρνουν αβίαστα στον νου την σκέψη ή την προσμονή «κρίμα, που δεν ήμασταν»! Επιμένουμε στο θέμα των φωτογραφιών γιατί στο εν λόγω βιβλίο δεν συνιστούν απλή, αναγκαστική, εμπορική ή όποια άλλη συνοδεία. Έχει μεγάλη εμπειρία ο διαχειριστής της παρούσας ιστοσελίδας, κυρίως στους «Μάγκες Αλήστου Εποχής» αλλά και σε άλλες εργασίες, έριχνε σημαντικό βάρος στην ουσία της φωτογραφικής απεικόνισης της εποχής, αν και οι μοναδικές του φωτογραφίες-μιλάμε για το ρεμπέτικο τραγούδι-εκλάπησαν από τρωκτικά του διαδικτύου και όχι μόνο δεν αναφέρεται η πηγή τους (κάνουν με ξένα κόλλυβα μνημόσυνο) αλλά και σε μια επίδειξη χυδαιότητας και εξυπνακισμού τις σφράγισαν με τον λογότυπό τους, ουσιαστικά τις αχρήστευσαν, ως προς την αξιοποίηση από άλλους ερευνητές του ψηφιακού σκουπιδότοπου.

Ελπίζουμε ότι τα άκρως ενδιαφέροντα ντοκουμέντα του Γιάννη Αλεξίου θα έχουν πιο καλή… τύχη αν και πολύ αμφιβάλλουμε. Παραμένει, όμως, η ουσία κι είναι στα μεγάλα πλεονεκτήματα της εργασίας του Αλεξίου. Δεν φλυαρεί για την εποχή αναφοράς, δεν εικοτολογεί για το αντικείμενο, που θαυμάζει και πραγματεύεται. Προσπαθεί να διεισδύσει με ερευνητική πληρότητα. Το κατορθώνει. Παρελαύνει στο έργο η εποχή. Ούτε και αυτό είναι αυτονόητο. Σκεφθείτε πόσα βιβλία της πυρκαγιάς και προχειρότητας κυκλοφορούν για την ελληνική μουσική! Τα τελευταία χρόνια επεκτείνεται και άλλη ανοησία. Είχε ξεκινήσει από τους εν ζωή ρεμπέτες, που κατάλαβαν στα στερνά πως ό,τι και αν έλεγαν σαν ανάμνηση, πουλούσε τρελά. Έτσι φτιάχτηκαν ανιστόρητες διηγήσεις, ρομαντικά και αγωνιστικά παραμυθάκια ότι η «Συννεφιασμένη Κυριακή» τάχα  γράφτηκε για σκοτωμένο αγωνιστή στην Κατοχή, ενώ είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι οι μέτριοι στίχοι της γράφτηκαν από τον Αλέκο Γκούβερη μια Κυριακή, που έχασε η ποδοσφαιρική του ομάδα στην Λάρισα. Η επέκταση αυτής της μόδας είναι εσχάτως οι τηλεοπτικές, ραδιοφωνικές εκπομπές και σειρές για «Ιστορίες των τραγουδιών», πώς υποτίθεται ότι γράφονται πρόσφατα ή σημερινά εμβληματικά άσματα, τί τάχα κρύβεται πίσω τους και ο καθένας για να εντυπωσιάσει στην οθόνη λέει ό,τι μπούρδα του κατέβει.

Τώρα, που συμπληρώθηκε και μισός αιώνας από την εγχώρια ροκ σκηνή δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει εμπορική και νοσταλγική σκοπιμότητα. Ο Γ. Αλεξίου το αντιμετωπίζει, κατά την γνώμη μας πολύ εύστοχα. Το αίσθημα του συγγραφέα να θαυμάζεις και μετά να συνεργάζεσαι, να βιογραφείς το αντικείμενο (ή μήπως δυνάμει… υποκείμενο;) του θαυμασμού σου. Έχουμε ξαναμιλήσει για αυτό από προσωπική εμπειρία. Ο βιογράφος και το μοντέλο του! Είναι στα θετικά ότι ο Αλεξίου  κάνει ουσιαστικές ερωτήσεις σε κάθε πρόσωπο, που παίρνει συνέντευξη, έχει δουλέψει εκ των προτέρων, ξέρει, που θέλει να πάει η κουβέντα για να δώσει το στίγμα και την ατμόσφαιρα, δεν κάνει ερωτήσεις λιβανωτό. Θα λέγαμε ότι έχεις την εντύπωση-γιατί όχι και την βεβαιότητα;-ότι κάνει μια φιλική κουβέντα, που θα επιθυμούσε, θα έκανε ο απλός, ο καθημερινός ακροατής αυτών των μουσικών. Κι ένα άλλο ερώτημα-θέση: Πόσο οι συνεντεύξεις είναι εύκολη λύση για να  κάνεις κάποια βιογραφία; Εξαρτάται από τις συνεντεύξεις και την πρόθεση του… συνεντευξιαστή! Αν θες να μην πάρεις θέση στο αντικείμενο της  συζήτησης βάζεις ένα μαγνητόφωνο, λέει ό,τι γουστάρει ο… συνεντευξιαζόμενος και απλά απομαγνητοφωνείς. Το δύσκολο είναι  οι ερωτήσεις να δίνουν ουσία και μετά να ξεσκαρτάρεις, γιατί μια συνομιλία (ακόμα και… γραπτή) θέλει να κάνεις ιστορικό και ερευνητικό συσχετισμό, να συνδυάσεις όλες αυτές τις απόψεις και αποχρώσεις, να προκύψει εικόνα. Και αυτό, νομίζουμε, το κάνει επαρκέστατα ο Γιάννης Αλεξίου. Άλλο ένα πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η γλαφυρότητα, ότι διαβάζεται εύκολα, γίνεται αποτελεσματικό σύγγραμμα αναφοράς και βιβλιογραφίας. Ψάχνεις για τον Τάδε ή τον Δείνα μουσικό ή συγκρότημα, μπορείς να βρεις στο βιβλίο σχεδόν τα πάντα.

   

  Αριστερά Ηρακλής Τριανταφυλλίδης και Λερναία Ύδρα, δεξιά Νότης Λαλαΐτης.

Απαραίτητη ή περιττή διευκρίνηση; Είναι αυτονόητο ότι διατηρούμε τις έτσι κι αλλιώς διαφορετικές μας, αιρετικές απόψεις τόσο για το rock ’n’ roll αλλά και για την εγχώρια εκδοχή του, έχουν διατυπωθεί στα βιβλία μας και δεν έχει νόημα η επανάληψη. Εδώ πρόκειται για εξαιρετική βιογραφική μελέτη, ο συγγραφέας παρουσιάζει αναλυτικά τις απόψεις του και τις θέσεις των μουσικών, που πήραν μέρος σε όλη την μουσική διεργασία, ανεξάρτητα του πόσο ήταν ή δεν ήταν πρωτότυπη. Θα προσθέσουμε και κάτι άλλο σημαντικό αν όχι το κυριότερο. Μας προβλημάτισε πολύ για το συγκεκριμένο θέμα το βιβλίο του Γιάννη Αλεξίου. Ως παράδειγμα μόνο ενδεικτικό διαβάστε το Υ.Γ. Όταν ένα βιβλίο, μια εργασία γίνεται έναυσμα βαθιού προβληματισμού είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ο συγγραφέας πέτυχε διάνα. Άλλωστε είναι μια καινούρια, συγκροτημένη δουλειά για ένα μουσικό χώρο, που δεν έχει και πολλές αναφορές στην ελληνική γραμματεία. Και αυτό φυσιολογικό μια και εδώ βασιλεύει δικαιολογημένα το  ρεμπέτικο και τα κατοπινά λαϊκά μελωδικά δημιουργήματα, το  συμβατικά λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι. Και αυτό είναι, όμως, άλλο ζήτημα άσχετο και δεν θέλουμε να πλατειάσουμε.

    

                        Αριστερά οι Socrates και δεξιά τα Ξύλινα Σπαθιά. 

Μάλλον δεν είναι καλό, που η σελιδοποίηση γίνεται κατ’ αντιγραφή λεξικού, δυο στήλες κάθε σελίδα σαν να πρόκειται για σελίδα εφημερίδας, ίσως να κερδίζεις ελάχιστο χώρο αλλά χάνεις αλλού, στην ευχέρεια ανάγνωσης για παράδειγμα, στην ανάδειξη των συνεντεύξεων. Το γράφουμε για επόμενη έκδοση ή ανατύπωση μια και το βιβλίο εμπορικά πάει καλά. Καναδυό… λεπτομέρειες ακόμα. Στις συνεντεύξεις να γράφεται ως υποσημείωση πότε πάρθηκε και πότε έγινε η πρώτη δημοσίευσή της. Κάθε καινούρια έκδοση ή ανατύπωση να ενημερώνεται για το ποιοι εν τω μεταξύ αποδημούν και πότε. Σε κάθε συνέντευξη αναγκαίο να υπάρχει η ημερομηνία γέννησης (και αποδημίας) του εν λόγω καλλιτέχνη.

Ο δημοσιογράφος Γιάννης Αλεξίου γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1967 στην Αθήνα και ξεκίνησε την καριέρα ως αθλητικός συντάκτης. Κατόπιν πέρασε στο ελεύθερο και οικονομικό ρεπορτάζ σε πολιτικές εφημερίδες. Η αγάπη του  για την μουσική τον οδήγησε να επικεντρώσει κυρίως σε αυτήν την δημοσιογραφική δραστηριότητα. Συνεργάσθηκε με εφημερίδες, περιοδικά, ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς σταθμούς και στον χώρο της ηλεκτρονικής ενημέρωσης. Μεταξύ άλλων: «Φως των σπορ», «Ακρόπολις», «Αδέσμευτος τύπος», «Βραδυνή», «Ήχος», «Δίφωνο», «Τηλεθεατής», Ε.Ρ.Τ. 1 και Ε.ΡΑ., Cool FM, Κανάλι 15 και πολλά άλλα. Από το 2013 αρθρογραφεί στο Ogdoo.gr. Την περίοδο 1992-2004 υπήρξε μάνατζερ-παραγωγός συγκροτημάτων. Επίσης  φανατικός συλλέκτης δίσκων βινυλίου με πλούσια συλλογή. Υπεύθυνος επικοινωνίας του «Vinyl is Back» της κορυφαίας εγχώριας εκδήλωσης για το βινύλιο. Οι «Πρωτοπόροι του Ελληνικού Rock» είναι το δεύτερο βιβλίο του. Το πρώτο κυκλοφόρησε το 2014: «Βινύλιο, τα καλύτερά μας χρόνια» (εκδόσεις Φαρφουλάς), εξαντλημένο σήμερα.

Κάνει σημαντική ερευνητική δουλειά ο συγγραφέας και τα στοιχεία αυτά ενδιαφέρουν τους αναγνώστες αλλά και τον πανδαμάτορα χρόνο. Κατακλείδα: Εξαιρετικό βιβλίο αναφοράς, είναι ανάγκη να υπάρχει στην βιβλιοθήκη των εραστών της μουσικής αλλά και της Ιστορίας και της κοινωνίας. Όποια άποψη και να έχει κανείς για την ροκ μουσική, δεν υπάρχει άλλο τόσο γλαφυρό και πλήρες βιβλίο στην εγχώρια βιβλιογραφία.

—————-

Υ.Γ. Μέγα λάθος ότι κυνηγήθηκε η ελληνική (με ή χωρίς εισαγωγικά) ροκ μουσική. Ούτε το ρεμπέτικο ούτε η ροκ διώχθηκαν ποτέ. Ίσα-ίσα, όσο πουλάνε οι εταιρείες, δεν τους νοιάζει. Άλλο φαινόμενο έχουμε  στην αποικία Γκραικυλία με το ροκ. Μετά το κλείσιμο της κοινωνικής μήτρας του ρεμπέτικου (1955), η ποιοτική συνέχεια και μετεξέλιξή του (Μίκης, Μάνος και επίγονοι) ήταν σαρωτική. Στην θέση  της ροκ (που είναι στις Η.Π.Α. και κατόπιν στην Δύση η πολιτιστική εκδοχή και έκφραση του New  Deal του Ρούσβελτ, με στόχο να ομογενοποιηθεί ισοπεδωτικά και αντιδραστικά η μουσική κουλτούρα των μειονοτήτων σε αμερικάνικο τρόπο ζωής, που εξελίχθηκε σήμερα σε ό,τι πιο χυδαίο και αντιδραστικό από κτίσεως γης) η ξενόδουλη αστική τάξη της Γκραικυλίας έκανε κακέκτυπο πείραμα με τα σκυλάδικα της δεκαετίας του 1960, με τα «ινδοπρεπή», τα «κλαψομούνικα» άσματα με τον Καζαντζίδη και τους άλλους σκυλάδες, για να πάρει την παραγωγή της λαϊκής μούσας από τα χέρια του συνθέτη και να την δώσει στον απόλυτα ελεγχόμενο κλαψιάρη αοιδό και κατόπιν στον παραγωγό. Μια πολιτιστική εκτροπή, ένα μουσικό κι όχι μόνο πραξικόπημα, που ευτυχώς κράτησε λίγα χρόνια. Το λαϊκό μας τραγούδι βρήκε τον δρόμο, τις ρωγμές του συστήματος και είναι ταξικά μάχιμο, παγκόσμιο ανθηρό φαινόμενο έως σήμερα. Δεν κυνηγήθηκε λοιπόν, το ελληνικό (με εισαγωγικά ή χωρίς) ροκ, απλώς αγνοήθηκε, γιατί από την μια το ελληνόφωνο λαϊκό τραγούδι (π.χ. Νέο Κύμα) λειτουργεί άμεσα στις λαϊκές μάζες και η άρχουσα τάξη επενδύει μάταια ως αντίδοτο σε αυτό τα σπαραξικάρδια σκυλοτράγουδα του 1956-1965. Το ροκ βρέθηκε σε αυτές τις συμπληγάδες και έχασε, πέρασε για την πλειοψηφία του κόσμου απαρατήρητο. Και κάποια νεανικά συγκροτήματα αλλά και οι νέοι, που πηγαίναμε στις ροκ συναυλίες, το κάναμε ανάμεσα στα 15-18 χρόνια μας. Μετά αλλάξαμε στρατόπεδο.