Tι καπνό φουμάρεις;

Αρχική Tι καπνό φουμάρεις;

Βασίλης Κορακάκης:

ΑΠΟ «ΜΗΧΑΝΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ»

ΜΕ ΜΕΡΑΚΙ ΚΑΙ ΤΑΛΕΝΤΟ

 

Τα τελευταία 2-3 χρόνια μου αρέσει, το… παραγγέλνω και ρίχνω γυροβολιές, όταν πηγαίνω στην Καισαριανή στο ιστορικό μαγαζί του φίλου μου του Βαγγέλη Κορακάκη, που σήμερα λέγεται «Κρύπτη». Ο «Φουρτουνιασμένος μάγκας» είναι τραγούδι του Βασίλη Κορακάκη από έναν πολύ όμορφο λαϊκό δίσκο. «Από μηχανής τραγούδια» ο ευρηματικός τίτλος του (κυκλοφορεί από τον “Καθρέφτη”). Είναι μεγάλη χαρά να βλέπεις αυτά τα παιδιά, που από μωρά τα ξέρεις, να προχωράνε δυναμικά στον χώρο της τέχνης. Ίσως… απαλύνει και την… φουρτούνα, που όλοι εμείς περνάμε γοργά στην… δεύτερη εφηβεία και βάλε! Το πιο σημαντικό είναι ότι συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία η σκυταλοδρομία των γενεών και στον δύσκολο στίβο της λαϊκής μουσικής, που λυτρώνει τις ψυχές μας.

Όχι, δεν αφίσταμαι της άποψης ότι τα παιδιά των κατά τεκμήριο μεγάλων δεν επιτυγχάνουν, αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ακολουθώντας τον καλλιτεχνικό δρόμο του πατέρα τους γιατί είναι βαριά η σκιά του έργου του! Ευτυχώς υπάρχουν οι εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα! Τέτοια φαίνεται είναι η περίπτωση του Βασίλη και καναδυό άλλων γόνων φίλων μουσικών. Δεν μπορεί ν’ αγνοείς ότι σήμερα η νεολαία μορφώνεται, έχει πλείστες όσες παραστάσεις, μέσα και δυνατότητες σε σχέση με παλιές  εποχές. Ναι, λείπει το αυτοδίδακτο! Μα όταν ο νέος έχει ταλέντο ανοίγει δρόμους, κυρίως σε θολούς και συγχυσμένους καιρούς. Και κάτι σημαντικό για τους διάγοντες δεύτερη εφηβεία: Ας αφήσουμε χωρίς κούφιες συμβουλές και από καθέδρας γκρίνιες τους νέους να δημιουργούν, να σιάχνουν τα τραγούδια τους, ας απολαμβάνουμε τα έργα τους μαζί με αυτούς στην παρέα, που συνεχίζει να κάνει πολιτισμό τα μεράκια της.

  Ο Βασίλης είχε πάρει μέρος ως τραγουδιστής και μουσικός με τον Γιώργο Νταλάρα στα «Θαλασσινά παλάτια», πανέμορφο δίσκο του πατέρα του. Τον παρουσιάσαμε  ως μια από τις καλύτερες δουλειές της δεκαετίας. Τονίσαμε για τον Βασίλη ότι δεν μετέχει ελέω πατρός, χαριστικά, αλλά είναι μουσικός και ερμηνευτής με ταλέντο. Με αφορμή τα «Από μηχανής τραγούδια»… είχα τάξει στον Βασίλη να μιλήσουμε, αλλά το άργησα, οι καταστάσεις ένεκα… Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Δεν μπορούσα παρά να κάνω και καναδυό… προβοκατόρικες ερωτήσεις. Τί σκέφτεται ο γιος ενός φτασμένου συνθέτη; Έχει, όμως, εξ ίσου μεγάλο ενδιαφέρον να μπαίνει κάθε «ψαγμένος» στην ψυχολογία της νεολαίας, που δημιουργεί παρά και ενάντια στο εμπορικό κύκλωμα και τα λαμπερά σκουπίδια, που κατακλύζουν τα πάσης φύσεως βοθροκάναλα και κυρίως ρυπαίνουν των ανθρώπων τις ψυχές. Πριν του δώσουμε τον λόγο στοιχειώδη βιογραφικά:       

    Ο Βασίλης Κορακάκης γεννήθηκε στην Καισαριανή το 1987. Από τα χρόνια του Λυκείου ασχολείται επαγγελματικά με την μουσική, αρχικά σε σχολικά συγκροτήματα και έπειτα ως μόνιμος συνεργάτης στις ορχήστρες του Βαγγέλη Κορακάκη. Έχει συνεργαστεί με σημαντικότατους ερμηνευτές και λαϊκούς δημιουργούς: Χρίστο Λεοντή, Λάκη Χαλκιά, Στέλιο Βαμβακάρη, Γεράσιμο Ανδρεάτο κ.α. Συνεργάστηκε επίσης με τον Δημήτρη Μητροπάνο, την Μελίνα Κανά και τον Δημήτρη Μπάση. Συμμετέχει στην ορχήστρα του Γιώργου Νταλάρα, Έχει γράψει ορχηστρική μουσική για την ταινία μικρού μήκους «δεσμοί» του Ανδρόνικου Δημόπουλου. Έχουν πει  τραγούδια του ο Γιάννης Ντουνιάς  και ο Μανώλης Λυδάκης.

           

– Πώς ξεκίνησες με την μουσική; «Από μηχανής τραγούδια», από… μηχανή συνθέτης;

«Η ενασχόληση μου με τη μουσική ξεκινάει από την στιγμή, που θυμάμαι τον εαυτό μου σε ηλικία περίπου 2-3 χρονών.  Μεγάλωσα σε σπίτι, που έπαιζε μουσική από το πρωί ως το βράδυ και ήμουν παρόν στις περισσότερες από τις ώρες, που ο Βαγγέλης έγραφε τα τραγούδια του και έκανε πρόβες με άλλους μουσικούς. Θυμάμαι χαρακτηριστικά αισθανόμουν συναισθηματική ολοκλήρωση ως ακροατής, που με ωθούσε πάντα να θέλω να παίξω και να τραγουδήσω. Ήμουν 5 χρονών, όταν έφυγα από μια πρόβα, που έκανε ο πατέρας μου και ανέβηκα γρήγορα στο σπίτι για να πιάσω έναν τζουρά και να προσπαθήσω να παίξω το κομμάτι που προβάρανε προηγουμένως.  Ήταν το κομμάτι του Γιώργου Ζαµπέτα “Βουνά και κάστρα”. Από εκεί και μετά, ήμουν συνεχώς με ένα μπουζούκι στο χέρι.  Η ενασχόληση με την σύνθεση ξεκινάει πολύ αργότερα, την περίοδο που ήμουν στον στρατό. Εκεί άρχισα σιγά-σιγά να γράφω κάποιες μουσικές ιδέες που είχα, όπου στη συνέχεια προσπάθησα να τις εξελίξω, ώστε να γίνουν ολοκληρωμένα τραγούδια. Ουσιαστικά δεν έχω την “ψυχολογία” συνθέτη, αφού δεν είναι το κύριο μέλημα μου ως μουσικός, αλλά καταπιάνομαι με τη δημιουργία μόνο όταν υπάρχει κάποιο δυνατό “εσωτερικό πρόσταγμα”, που με οδηγεί στο να γράψω για να μπορέσω να εκφραστώ, διότι αυτό λειτουργεί τη δεδομένη στιγμή ως μόνη διέξοδος».

– Δεν τα βρίσκω τόσο από  μηχανής, διαθέτουν μεράκι, ή είναι (αυτό)σαρκασμός;

«Το “Από μηχανής…” προκύπτει από την αναζήτηση τίτλου για τον δίσκο. Έτσι σκέφτηκα πως,  όπως ο από μηχανής θεός παρεμβαίνει για να φέρει τη λύτρωση στις αρχαίες τραγωδίες, τα τραγούδια είναι μηχανές (με την τραγική έννοια) για να λυτρώνουν την ψυχή μου. Μετά από μια σύνδεση των δύο αυτών σκέψεων προέκυψε ο τίτλος της δουλειάς. Τους στίχους στον “Φουρτουνιασμένο μάγκα” και στην “Θαλασσοκαταιγίδα” έχει γράψει ο Διονύσης Πανταζόπουλος. Την ενορχήστρωση κάναμε μαζί με τον Αλέξη Βάκη, που είναι και παραγωγός του δίσκου». 

– «Το μήλο κάτω από την μηλιά»; Βοηθάει ν’ ακολουθείς τον καλλιτεχνικό δρόμο του πατέρα; Είναι τελικά ευκολία ή ένα ψηλό βουνό;

«Στην Ελλάδα το… συνηθίζουμε! Εδώ έχουμε ολόκληρους πρωθυπουργούς που έμαθαν την “τέχνη” του πατέρα τους και κάνουν την ίδια δουλειά… κατ’ αυτόν τον τρόπο και για έναν υδραυλικό υπάρχουν πολλές πιθανότητες να έχει ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, όπως κι ένας μπογιατζής, ή ένας μηχανικός, δικηγόρος… Εμένα ο πατέρας μου είναι μπουζουξής! (χε!, χε!) Πέρα από την πλάκα το να ακολουθείς την δουλειά του πατέρα, ειδικά στα καλλιτεχνικά είναι ευκολία και δυσκολία ταυτόχρονα. Ένα νόμισμα με δύο όψεις, που από τη μία είναι ένα δυνατό εισιτήριο με το οποίο μπορείς γρήγορα να αποκτήσεις γνώσεις και εμπειρία για κάποια πράγματα, που σε άλλη περίπτωση θα χρειαζόταν πολύς χρόνος και από την άλλη, μία διαρκή σύγκριση στην οποία σε βάζουν κυρίως τρίτοι. Πράγματι κι εγώ πολλές φορές υποσυνείδητα μπαίνω σε αυτήν τη διαδικασία αλλά νομίζω πως είναι στο χέρι κάθε ανθρώπου το πώς θα διαχειριστεί αυτό το νόμισμα και πού θα επενδύσει».

Βαγγέλης και Βασίλης Κορακάκης με τον Γιώργο Νταλάρα κατά την παρουσίαση του εξαιρετικού τους δίσκου “Θαλασσινά παλάτια”.

– Τί ψάχνει ο Βασίλης στο τραγούδι, να μοιάσει του Βαγγέλη, να είναι σκιά του, τί;

«Στο τραγούδι ψάχνω τη χαρά! Σίγουρα πολλά στοιχεία μπορεί να θυμίζουν “Κορακάκη” και αυτό είναι αναπόφευκτο αλλά προσπαθώ να έχω ένα δικό μου χαρακτήρα γραφής και όπως είναι φυσικό από τη στιγμή, που είμαι μια διαφορετική προσωπικότητα, με διαφορετικές επιρροές στη μουσική, το αποτέλεσμα είναι κάτι άλλο. Θαυμάζω πάρα πολύ το έργο του Βαγγέλη και το γνωρίζω όλο απέξω κι ανακατωτά, νότα-νότα, στίχο-στίχο αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα προσπαθούσα ούτε να το μιμηθώ, ούτε να το ξεπεράσω, γενικότερα αυτή είναι μια σκέψη που δεν με απασχολεί καθόλου. Τίποτα δεν γίνεται επιτηδευμένα και πιστεύω ότι η δημιουργία είναι κάτι απολύτως αναγκαίο και φυσιολογικό».

– Πώς είναι για τους νέους δημιουργούς σήμερα η ενασχόληση με την λαϊκή μουσική; Υπάρχουν κίνητρα, πεδίο δημιουργίας και δράσης;

«Διακρίνω ότι υπάρχει στροφή της νέας γενιάς προς την αυθεντικότητα. Η γενιά μου, πιστεύω, έχει πολύ ταλαντούχους μουσικούς και τραγουδιστές, οι οποίοι είναι μορφωμένοι και  γνωρίζουν την λαϊκή μουσική εις βάθος. Αν μπω στη διαδικασία να μετρήσω μόνο τους μπουζουξήδες, που γνωρίζω, οι οποίοι έχουν ανεβάσει τον πήχη του οργάνου πολύ ψηλά, είναι δεκάδες και είναι όλοι νέοι. Αυτό αποδεικνύει ότι τα πράγματα είναι αισιόδοξα σε ότι αφορά την πρώτη ύλη. Από κει και μετά γνωρίζουμε καλά ότι το σύστημα της μουσικής βιομηχανίας, που πολλοί λένε πως είναι ανύπαρκτο αλλά εγώ διαφωνώ, διότι βλέπω ότι σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί μια χαρά, δεν δίνει εύκολα βήμα σε καλλιτέχνες, που ασχολούνται με το λαϊκό τραγούδι. Γενικότερα διακρίνω μια τάση απομόνωσης της λαϊκής μουσικής, με τη φορμαλιστική έννοια, και συγκεκριμένα του ήχου της κλασικής λαϊκής ορχήστρας που πρωταγωνιστεί το μπουζούκι. Το θεωρούν παρωχημένο, ίσως ξεπερασμένο, ντεμοντέ…, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω, όμως, είναι ότι από τη στιγμή που υπάρχει η πρώτη ύλη, τα πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους. Αλλοίμονο σε αυτούς, που προσπαθούν να κατασκευάσουν τέχνη με το τίποτα»!

– Νέοι και λαϊκή μουσική. Έχει μαζική απήχηση ή είναι για σαραντάρηδες και πάνω κι ακολουθούν νεώτεροι ας πούμε «γραφικοί» ή «φανατικοί»;

«Αυτό, που παρατηρώ είναι ότι η μουσική μας έχει μεγάλη απήχηση στις νέες ηλικίες κι αυτό το βλέπω διότι στα μέρη, που παίζουμε, έρχεται κυρίως νέος κόσμος, που ζητάει να ακούσει τα τραγούδια μας. Ίσως δεν έχει τη μαζικότητα, που έχουν αυτήν τη στιγμή άλλα είδη (εμπορικής) μουσικής αλλά τουλάχιστον στους νέους ακροατές, υπάρχει ένας πολύ δυνατός πυρήνας, που έχει γνώση τί ακούει (σημαντικό!) και λειτουργεί διαδραστικά με τους καλλιτέχνες. Αυτό είναι και γνώρισμα του λαϊκού τραγουδιού και της διαχρονικότητας του. Τα ίδια τραγούδια του Μάρκου, του Τσιτσάνη, του Καλδάρα κ.α. ανανεώνονται και έρχονται στο προσκήνιο κάθε 15-20 χρόνια κι όταν τα ακούς σου δίνουν την αίσθηση πως γράφτηκαν χθες. Τώρα, “φανατικοί”, “γραφικοί”; Πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, γιατί ο φανατισμός πολλές φορές σε ωθεί να μελετήσεις εις βάθος ένα είδος μουσικής ή έναν καλλιτέχνη».

 – Είναι αντικίνητρο η απουσία δισκογραφίας; Υπάρχουν ευκαιρίες και μορφές έκφρασης;

«Ευτυχώς αυτή η κατάσταση με τη δισκογραφία έχει πάρει διαφορετική τροπή σε ό,τι έχει να κάνει με τη νέα δημιουργία. Τα παλιότερα χρόνια ήταν πιο δύσκολο για έναν δημιουργό να μπει στη δισκογραφία, αλλά σήμερα με την ευκολία, που δίνει το διαδίκτυο και την αλληλεγγύη, που υπάρχει μεταξύ των μουσικών, όλοι έχουμε την ευκαιρία να ηχογραφήσουμε και να εκδώσουμε κάποια δισκογραφική δουλειά, με σχετικά χαμηλό κόστος».

–  Εντάξει, άλλη εποχή! Στο διαδίκτυο μένουν ή είναι κι εκεί περαστική μόδα; Όταν κλείσει η σύνδεση δεν υπάρχει το υλικό (ο δίσκος, το cd);

«Έτσι κι αλλιώς το ποσοστό των ακροατών που θα αγοράσουν ένα cd είναι πολύ μικρό και απ΄ ό,τι φαίνεται ο κόσμος σήμερα ακούσει μουσική από το κινητό του και από το laptop. Το διαδίκτυο είναι δωρεάν ενώ ένας δίσκος-cd έχει κόστος. Αυτή είναι, λοιπόν, η εξέλιξη δυστυχώς ή ευτυχώς και δεν μπορούμε να πάμε αντίθετα. Η ευκολία του χρόνου είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ποιότητα και το ηχητικό αποτέλεσμα, που φτάνει στα αυτιά μας είναι μέτριο. Είναι σα να βλέπεις μια ταινία με θολή εικόνα. Υπάρχουν βέβαια και μερακλήδες που τους ενδιαφέρει και η υλική υπόσταση μιας δουλειάς και την αναζητούν. Δεν είναι τυχαία η άνοδος του βινιλίου στις μέρες μας. Φαντάζεστε τί έχει να γίνει αν κάποια στιγμή το you Tube σταματήσει να υπάρχει (;) ίσως… ξανανοίξουν τα δισκοπωλεία! Πάντως η δισκογραφία βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο και πιστεύω πως μέσα στην επόμενη πενταετία τα πράματα θα ξεκαθαρίσουν αρκετά ως προς τον τρόπο που θα διαδίδεται η μουσική ως εμπόρευμα».

– Νέοι δημιουργοί στην  C0VID εποχή, πώς την βγάζουν;  Τί περιμένεις να προκύψει;

«Από προσωπική εμπειρία λέω ότι όλος αυτός ο εγκλεισμός δημιούργησε κάποια εσωστρέφεια σε όλους μας με αποτέλεσμα να το ρίξουμε στη δημιουργία. Όταν ένας μουσικός εργάζεται κανονικά και η καθημερινότητα  είναι φορτωμένη με πρόβες, μαθήματα και ζωντανές εμφανίσεις, δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί τόσο με το γράψιμο. Αυτό είναι ίσως και το μόνο καλό, που έγινε σε αυτήν την κατάσταση. Οι μουσικοί ένα χρόνο επιβιώνουν με επιδόματα, όσοι έχουν την πολυτέλεια να τα λαμβάνουν και είναι πολύ λυπηρό ότι αρκετοί συνάδελφοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν επάγγελμα να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα. Με την επιστροφή στα προ COVID δεδομένα πιστεύω πως όλη αυτή η ενέργεια, που έχει συσσωρευθεί θα ξεσπάσει προς  δημιουργική κατεύθυνση σε όλες τις εκφάνσεις. Ίσως ήταν καλή ευκαιρία για άσκηση και στοχασμό, πρέπει, όμως, να μετουσιωθεί σε έργο».

– Τα σχέδιά σου.

«Είναι σχεδόν έτοιμες δύο, τρεις δουλειές,  που συμμετέχω, αλλού ως μπουζουξής, αλλού ως τραγουδιστής και αλλού ως συνθέτης. Οπότε τα σχέδια είναι προς την κατεύθυνση αυτή και θέλω επίσης να οργανωθώ περισσότερο στην προώθηση των «Από Μηχανής» τραγουδιών μέσα από ζωντανές εμφανίσεις και ότι άλλο είναι δυνατό (βίντεο κι ένα λειτουργικό κανάλι στο you Tube). Ένα άλλο πράγμα, είναι η διδασκαλία, η οποία έχει πολύ ενδιαφέρον σαν διαδικασία και θέλω να εξελιχθώ σε αυτόν τον τομέα όσο το δυνατόν περισσότερο. Παράλληλα οργανώνεται και η Λαϊκή Σκηνή “Κρύπτη”, όπου θα γίνουν πολλά και διάφορα καλλιτεχνικά δρόμενα, με θεατρικές παραστάσεις, ζωντανές εμφανίσεις, που θα παίξω τα τραγούδια μου, βραδιές, που θα παίζουμε μόνο τραγούδια του Βαγγέλη και ουσιαστικά θα δώσω βαρύτητα κυρίως στην προώθηση της δουλειάς, που κάνω μέσα από το μπουζούκι και την λαϊκή μουσική».

Μετά από τόσες συνεντεύξεις με νέους δημιουργούς δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία ότι… το νερό μπήκε ξανά στ’ αυλάκι, ή μάλλον δεν βγήκε ποτέ από αυτό και καιρού επιτρέποντος γίνεται χείμαρρος ορμητικός. Πάει να πει πως το λαϊκό τραγούδι εξακολουθεί και στην εποχή μας να βρίσκεται σε καλά χέρια. Ο Βασίλης Κορακάκης είναι από τις ελπίδες του, ταλαντούχος νέος  δημιουργός, που ήδη άνοιξε λογαριασμό στην τράπεζα της μουσικής και της σχετικής διαχρονικότητας. Το πόσο και πού θα προχωρήσουν αυτός και άλλοι ταλαντούχοι της γενιάς του μελωδοί ουδείς το ξέρει! Το μόνο βέβαιο: Το έργο πάντα μένει προίκα κι ο χρόνος κάνει ερήμην μας δικές του αξιολογήσεις. Αρκεί να γίνονται τα μεράκια μας «τραγούδια», μόνο για την ψυχαγωγία μας (με την αρχαία έννοια)!      

 

* * * * * * * * * *

Ο φωτεινός Αλμπέρτος Ναρ

 

Συνειδητά ξεκινώ με κοινοτοπία, που κρύβει, ωστόσο, μεγάλη αλήθεια  στην περίπτωση του αείμνηστου φίλου Αλμπέρτου Ναρ. Κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι, όσο περισσότερο λείπουν από την ζωή, τόσο μεγαλύτερη αξία και σημασία αποκτούν η απουσία και το πλούσιο έργο τους. Ιδιαίτερα αυτό,  περνά δεκαετίες και γενιές κι έχει πάντα κάτι να δίνει. Έμπνευση εκτός από μάθηση, ψυχαγωγία, πολιτισμό! Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια από την πρόωρη αποδημία του Αλμπέρτου Ναρ και να μια υπέροχη έκδοση μέρος από την ερευνητική και συλλεκτική του δουλειά: «ΘΥΜΑΜΑΙ… Επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν ΣΕΦΑΡΑΔΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ». Καλαίσθητο βιβλίο και ψηφιακός δίσκος (cd) από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ, σε επιμέλεια του Λέοντος Α. Ναρ, τρίγλωσση έκδοση ελληνικά, αγγλικά, ισπανοεβραϊκά.

Σαν χθες μου φαίνεται, μιλούσαμε στην Θεσσαλονίκη με τον Αλμπέρτο Ναρ,  με την πολύτιμη βοήθειά του για πρώτη φορά στοιχειοθέτησα το μοναδικό βιογραφικό για την Στέλλα Χασκίλ. Αλλά και στις άλλες συναντήσεις μας μετά το 2000, που γνωριστήκαμε, πάντα στην αγαπημένη πόλη, συν πολλές μακρές τηλεφωνικές συνδιαλέξεις μας,  ο Αλμπέρτος είχε πάντα να πει το σχετικά καινούριο, εν πολλοίς καινοτόμο. Όχι δεν συνιστά τυπική υπερβολή, επειδή τον μνημονεύω ή κυρίως γιατί ήταν χαμηλών τόνων, με πρωτοφανή αξιοπρέπεια και αισθητική ή επειδή-θα το πω ανοιχτά για τον αείμνηστο φίλο μου-έμοιαζε, ίσως δημιουργούσε με πρώτη ματιά σφαλερή εντύπωση ότι έχεις απέναντί σου ένα συντηρητικό Έλληνα Εβραίο της Θεσσαλονίκης.

                      

Με μια κουβέντα, γιατί το έχω ξαναπεί,  Αλμπέρτος είναι, με δεδομένο και το έργο του, φωτεινό μυαλό με ριζοσπαστικές βάσεις κι εξάρσεις. Αρκεί ν’ άνοιγες κουβέντα μαζί του, δικές σου ακόμα και αιρετικές, προβληματικές, είτε άγουρες σκέψεις, ο Αλμπέρτος έπαιρνε την πάσα και ανοίγονταν στο γήπεδο του προωθημένου, χωρίς ταμπού διαλόγου. Θυμάμαι καταπληκτικές βαθιές συζητήσεις για όλα τα θέματα, για τον πολιτισμό, την Θεσσαλονίκη, το ρεμπέτικο, τον εβραϊσμό και τους Σεφαραδίτες, την Χασκίλ και την Ρόζα, για τον «Σαδίκ και τον Γκαζόζα» (Sadik y Gazoz), τον περίφημο Τζάκο Κοέν, για τον συνδικαλισμό, την Φεντερασιόν, τον Μπεναρόγια, τον Πόλεμο και την Αντίσταση, αλλά και σύγχρονους προβληματισμούς για την κοινωνία, την οικονομία, την εκπαίδευση. Πρωτίστως ο Αλμπέρτος Ναρ ήταν  ο μερακλής «βιογράφος» της γενέθλιας πολιτείας της Θεσσαλονίκης και του Εβραϊσμού με πρωτότυπες σύντομες μελέτες αλλά και την πένα του λογοτέχνη.

Παράλληλα ή μάλλον μαζί με την δική του δημιουργία, κυρίως διηγήματα, μάζευε, κατέγραφε, αξιολογούσε καθημερινά, δεν άφηνε τίποτα να πέσει χάμω, να πάει χαμένο, εφόσον άξιζε να μείνει προίκα στις επόμενες γενιές, είτε σαν έργο τέχνης (λόγου χάρη ρεμπέτικο τραγούδι), είτε σαν σπέρμα έμπνευσης και προβληματισμού. Το αρχείο του έχει πολύτιμα υλικά, όπως καταδεικνύει το εν λόγω βιβλίο και cd«Θυμάμαι…» Και μακάρι ο «Ιανός» να εκδώσει και άλλα ντοκουμέντα. Μεγάλο μέρος του μουσικού αρχείου του Ναρ δωρήθηκε από την οικογένειά του στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας (ΕΛΙΑ-ΜΕΤ)  Θεσσαλονίκης το 2011.

Πρόκειται για 46 κασέτες ήχου, που ο Α. Ναρ κατέγραψε την δεκαετία του 1990 με εβραϊκή μουσική και τραγούδια κυρίως σεφαραδίτικης παράδοσης και ορισμένες ηχογραφήσεις θρησκευτικής μουσικής. Η πλειοψηφία είναι ερασιτεχνικές εγγραφές και κάποιες εμπορικές. Συναντάμε τραγούδια σε πέντε γλώσσες: Λαντίνο (σεφαραδίτικα), εβραϊκά, ελληνικά, τούρκικα και αραμαϊκά, κάποια εκτελούνται acapella, άλλα με συνοδεία μιας κιθάρας, ορισμένα με «αλά τούρκα» ορχήστρα. Από αυτό το αρχείο προέρχονται οι ηχογραφήσεις του «Θυμάμαι…» και η κυκλοφορία του βιβλίου-cd έγινε για την συμπλήρωση 15 χρόνων από την πρόωρη αποδημία του.

Αυτόγραφο του Αλμπέρτου Ναρ

 

Τα τραγούδια αυτά άλλοτε είναι πρωτότυπα, άλλοτε με επιδράσεις από την Θεσσαλονίκη κι από κάθε πόλη που υποδέχτηκε διωγμένους από την Ισπανία Εβραίους, άλλοτε δάνειες μελωδίες που ενσωματώθηκαν, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις στην σεφαραδίτικη παράδοση. Είναι έκφραση της ευρύτερης μεσογειακής μουσικής παράδοσης με στοιχεία ισπανόφωνων μελωδιών, τραγούδια της Μικράς Ασίας και της Πόλης, μουσικές του Αιγαίου και της Κρήτης, βαλκανικούς ρυθμούς και χορούς, τσιγγάνικα μοτίβα και ιταλικές καντάδες.

Ο Αλμπέρτος Ναρ (1947-2005) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1947, γιος Σεφαραδιτών Εβραίων, επιζώντων του Ολοκαυτώματος. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, διηύθυνε το Κέντρο Ιστορικών Μελετών Εβραϊσμού Θεσσαλονίκης, μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του Κέντρου Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης. Στα διηγήματά του συλλαμβάνει την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση του Θεσσαλονικιού Εβραίου, αναζητώντας την προσωπική ταυτότητα και ανακαλώντας μνήμες. Έργο:

  «Οι συναγωγές της Θεσσαλονίκης-Τα τραγούδια μας» (1985).

  «Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα»

   (Παρατηρητής, 1988) και Ευρασία, 2015).

«Σε  αναζήτηση ύφους» («Τραμάκια», 1991 και «Νεφέλη», 1997).

 «Κειμένη επί ακτής θαλάσσης-Μελέτες-άρθρα για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης (University Studio Press, 1997).

«Επιπόλαιος επί πόλεως-πεζά κείμενα (1998-2003) (University Studio Press, 2007).

 «Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός» («Νεφέλη»,1999).

 «Σαλονικάι-Άπαντα τα διηγήματα» («Νεφέλη», 2015).

Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Παραφυάδα και Τραμ (τρίτη διαδρομή) και τις εφημερίδες. Μακεδονία και Θεσσαλονίκη. Πέθανε στις 2 Μαρτίου 2005.

Παρόλο, που λόγω λαογραφικής ενασχόλησης είχα από πολλά χρόνια στα αφτιά μου αρκετά από τα τραγούδια του cd, όπως επίσης και τις φωνές του Δαβίδ Σαλτιέλ (του είχα κάνει τηλεφωνική συνέντευξη στην εκπομπή μου «Μουσικό Σεργιάνι» στην Ε.Ρ.Τ.), της Μπιενβενίδα Μάνο και του Ιακώβ Χαλέγουα, τώρα, που τ’ άκουσα με την απόσταση τα απήλαυσα ξανά αρκετές φορές κι όχι μόνο γράφοντας το παρόν σημείωμα. Βαλκανικές μελωδίες, που κάθε σύνοικος λαός δουλεύει, στιχουργεί, ερμηνεύει ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του και αυτή η μελωδική άμιλλα προχωρούσε συλλογικά  τις ψυχές και το τραγούδι. Τότε, που υπήρχαν μερακλήδες, γιατί σήμερα; Άστα να πάνε! Η μοναξιά και η βλακεία της οθόνης του επερχόμενου πιθήκου…

                   

   «Τούτα τα τραγούδια τα ’λεγαν ως προχτές στη Σαλονίκη οι κοπέλες, καθώς συγύριζαν την κάμαρά τους, οι εργάτες στα καπνομάγαζα, οι βαρκάρηδες στο λιμάνι. Και με το πέσιμο της νύχτας, η μελωδία ξεχυνόταν από τα μισόκλειστα παράθυρα, απλωνόταν στα κακοτράχαλα καλντερίμια, αγκάλιαζε τη γειτονιά ολάκερη. Μανάδες που νανούριζαν τα μικρά τους, παλικάρια που παίνευαν της αγαπημένης τους τα κάλλη, λεβέντες που έπνιγαν τον καημό τους στο κρασί, κάποια κορίτσια που σιγοψιθύριζαν τους μύχιους πόθους της καρδιάς τους, κάποια γερόντια στο πλατύσκαλο που αναμετρούσαν το βάρος της μέρας που ξεψυχούσε»-γράφει ο Αλμπέρτος Ναρ στο βιβλίο «Οι Συναγωγές της Θεσσαλονίκης-Τα Τραγούδια μας».

Το ίδιο το βιβλίο, που συνοδεύει το cd, είναι με την σειρά του ντοκουμέντο. Ο πρόλογος του μουσικολόγου Νίκου Ορδουλίδη: «Τα χαμένα κομμάτια του παζλ της Θεσσαλονίκης: Το αρχείο ηχογραφήσεων του Αλμπέρτου Ναρ», μικρή μονογραφία για την μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης με βάση και αφορμή το αρχείο του Α. Ναρ. Απλώς θεωρώ ανούσιο να περιγράφω μια ερευνητική κατάθεση και να στερώ την απόλαυση από τον αναγνώστη και ακροατή. Την σκυτάλη παίρνει ο φιλόλογος και συγγραφέας Λέων Ναρ, γιος του Αλμπέρτου με ένα εξαιρετικό κείμενο για τους «Σεφαραδίτες Εβραίους της Θεσσαλονίκης και την μουσική τους».

Στην κυριολεξία ο Λέων Α. Ναρ έχει πάρει την σκυτάλη (το μήλο κάτω από την μηλιά), ήδη έχει σημαντικό έργο, μέρη του οποίου έχουμε παρουσιάσει με διάφορες αφορμές. Να θυμίσω ότι την Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008 κάναμε με τον Λέοντα Ναρ, εκδήλωση για την σχέση ρεμπέτικου και σεφαραδίτικου τραγουδιού στην Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια παρουσίασης του βιβλίου μου «Μούσα Πολύτροπος». Ο Λέων μίλησε και μετά παρουσιάστηκαν τα ίδια τα τραγούδια. Για πρώτη φορά ο Θωμάς Κοροβίνης τραγούδησε επιλογή από  κοινές βαλκανικές μελωδίες στα ελληνικά, στα τούρκικα και σεφαραδίτικα. Είναι πάντως μεγάλη λαογραφική υπόθεση το σεφαραδίτικο τραγούδι, το σπούδασα βαθύτερα και με την βοήθεια του Αλμπέρτου Ναρ. Το «ΘΥΜΑΜΑΙ» είναι ο καλύτερος οδηγός για τον μερακλή, που θα θελήσει να το γνωρίσει σφαιρικά, να τ’ απολαύσει καθημερινά, στίχοι, μουσική, ερμηνεία, εποχή, που και σήμερα εμπνέει όσους δεν ζέχνουν στην αυθεντικότητα του παλιού, αλλά το κάνουν εφαλτήριο εμπνεύσεων της εκάστοτε σύγχρονης ζωής.

   «Τούτα τα τραγούδια ακούστηκαν για τελευταία φορά σε μέρες σκοτεινές, σε κλειστά σπίτια, σημαδεύοντας τη στερνή στιγμή του αποχωρισμού από την αγαπημένη πόλη, τη στιγμή της εξορίας και του θανάτου… Πώς έσβησε άραγε τούτος ο κόσμος; Πού πνίγηκαν τόσα μεράκια; Τι απόμεινε στους ελάχιστους που γύρισαν πίσω; Είναι στιγμές που τούτη η πολιτεία φαντάζει σκληρή κι άσπλαχνη για κείνους που επιμένουν να θυμούνται» έγραφε ο Αλμπέρτος Ναρ που, σίγουρα, επέμενε να θυμάται…

             

Όσο κι αν συμφωνώ με τον αείμνηστο φίλο μου, πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το… κουσούρι. Συνεχίζουμε να παλεύουμε μέχρι το τέλος να γίνεται το παρελθόν δυναμικό παρόν κι όμορφο σαν έργο τέχνης μέλλον. Και ο ίδιος ο Αλμπέρτος-θυμάμαι-έκανε το ίδιο με πολύ μεράκι, ακόμα και χτυπημένος από την φοβερή αρρώστια. Τί καλύτερη απόδειξη, από αυτό το έργο, που σας προτείνω. «ΘΥΜΑΜΑΙ…» για να ζω κάθε στιγμή καλύτερα και ομορφότερα…