Οι «Λαϊκοί Βάρδοι» του Πάνου Γεραμάνη

Οι «Λαϊκοί Βάρδοι» του Πάνου Γεραμάνη

Βιβλίο, που υπερβαίνει τον αυτονόητο και οφειλόμενο φόρο τιμής προς τον αείμνηστο δημιουργό του μιας και αφορά την θρυλική και πολύχρονη εκπομπή του στην Ελληνική Ραδιοφωνία της Ε.Ρ.Τ. «Πάνος Γεραμάνης “Λαϊκοί Βάρδοι”.  Στιγμές από την ζωή τους». Εισαγωγή και επιμέλεια: Ναυσικά Γεραμάνη και Μαριάννα Τζιαντζή. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Τόπος». Είναι εξαίρετο έργο αναφοράς για το Ελληνικό τραγούδι, κυρίως για το μετά το 1960 πλην δεν λείπουν από τις σελίδες του και όσα από τα πρόσωπα του ρεμπέτικου βρίσκονταν εν ζωή. Δεν υπάρχει κάποιος από τα εκατομμύρια εραστές του πολύτροπου λαϊκού μας τραγουδιού, που αγνοεί τους «Λαϊκούς Βάρδους», την όμορφη καθημερινή ραδιοφωνική παρέα στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ε.Ρ.Τ., που διαρκεί 15 ολόκληρα χρόνια, μέχρι την πρόωρη αποδημία του δημιουργού της (2005). Ακόμα πιο γνωστός ήταν ο ίδιος ο Πάνος Γεραμάνης από τα πρώτα αθλητικά ρεπορτάζ του μέχρι την πλούσια και μαχητική δημοσιογραφία των ώριμων χρόνων του.

Γράφτηκαν  προς τιμήν του βιβλία και άρθρα, έγιναν ντοκιμαντέρ και πανεπιστημιακές εργασίες, αλλά το σημαντικότερο για μας είναι που τον γνωρίσαμε και περιστασιακά συνεργαστήκαμε. Άρα περιττεύουν τα λιβανίσματα στην μνήμη του! Δεν μπορεί, όμως, συνοπτικά να μη σημειωθεί με έμφαση ότι ο Πάνος ήταν καθαρός και ατόφιος λαϊκός άνθρωπος, ευθύς και πολύπλευρα δημιουργικός, που συχνά κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν την ευπροσηγορία και καλοσύνη του. Κομμουνιστής σταθερός σε πολύ θολή και «κουνημένη» εποχή. Μερακλής με ό,τι καταπιανότανε και βαθειά ερωτευμένος με το λαϊκό τραγούδι. Δυο βιογραφικά λόγια για τις νεώτερες γενιές: Γεννήθηκε το 1945 στο Βασιλικό Χαλκίδας και πέθανε στην Αγιά Πρέβεζας το 2005, Από 16 χρονών ασχολείται με την δημοσιογραφία στέλνοντας ανταποκρίσεις από την Χαλκίδα σε εφημερίδες της Αθήνας. Εργάστηκε στις εφημερίδες Απογευματινή, Ακρόπολη, Έθνος, Τα Νέα, κ.α. Συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό κίνημα με ανταποκρίσεις σε εφημερίδες του εξωτερικού ειδήσεις για συλλήψεις και βασανιστήρια αγωνιστών. Το 1999 τιμήθηκε με το Βραβείο Μπότση για τα 33 χρόνια προσφοράς στην δημοσιογραφία. Έργα του: «Ρεπορτάζ από την Σιβηρία», εκδόσεις Gutenberg, Κρατικό Βραβείο Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας, 1987. «Όταν η φωνή φτάνει τον θρύλο» (βιογραφικό λεύκωμα για τον Στέλιο Καζαντζίδη), εκδόσεις Άγκυρα,2000. «Εγώ ο Σερ», (επιμέλεια αυτοβιογραφίας του Γρηγόρη Μπιθικώτση)  εκδόσεις Κοχλίας, 2002.

 Ευτυχώς, χάρη στις άοκνες και επίμονες προσπάθειες της συντρόφου του Ναυσικάς και εργαζομένων στο Αρχείο της Ε.Ρ.Τ. διασώθηκαν και ψηφιοποιήθηκαν σχεδόν όλες οι εκπομπές του Πάνου για τους «Λαϊκούς Βάρδους», κάτι, που δυστυχώς δεν έγινε με άλλες, λόγου χάρη το «Μουσικό Σεργιάνι» με 12-13 χρόνια θητεία στον Πολιτισμό. Χιλιάδες ώρες στα ερτζιανά και εκατοντάδες καλεσμένοι δεν είναι τόσο απλό να τα μεταφέρεις στις 350 σελίδες του βιβλίου. Ή μάλλον είναι πανεύκολο, αν δείτε δεκάδες «άρτσι, μπούρτσι και λουλάς» βιογραφικές μπούρδες-βιβλία, που κυκλοφορούν τα τελευταία 30 χρόνια! Ιδιαίτερα για την λαϊκή μουσική λόγω δημοτικότητας στο ευρύ κοινό.  Πανομοιότυπη η συνταγή: Γεμίζεις τις σελίδες με μπόλικο λιβάνι και βαρετές απεραντολογίες, υπερβολές, φανταστικά ή εν μέρει αληθινά περιστατικά και κούφια εγκώμια, τάχα προσωπικές εμπειρίες από την συνάφεια με τον βιογραφούμενο (να μην κλέψεις και συ κομμάτι από την δόξα του;) και συμπληρώνεις με βαρύγδουπες πλην κοινότοπες και κοινότυπες γνώμες καμιά εικοσαριά φιρμών του καιρού για τον «ήρωα» του κατ’ ευφημισμόν βιβλίου σου!

Δεν είναι αμελητέο, συνιστά ατού του βιβλίου «Λαϊκοί Βάρδοι» ο πολύ πρωτότυπος για εγχώρια συγγραφικά δεδομένα δρόμος, που ακολούθησαν οι επιμελήτριές του Ναυσικά Γεραμάνη και Μαριάννα Τζιαντζή. Ποιον να βάλουν και ποιον να «ρίξουν», ποιον να τιμήσουν και ποιον ν’ αγνοήσουν από εκατοντάδες λαϊκούς καλλιτέχνες της πολύχρονης εκπομπής; Καθόρισαν 13 θεματικές ενότητες με άκρως ενδιαφέροντα και  επίμαχα ζητήματα της πορείας του λαϊκού τραγουδιού και των μυστών του, λόγου χάρη Της φτώχειας τα παιδιά, Το μπουζούκι και άλλα μουσικά όργανα, οι γυναίκες στο πάλκο, η διασκέδαση και τα μαγαζιά, οι φωνοληψίες, τα πανηγύρια, οι άσημοι και ξεχασμένοι… Από χιλιάδες ώρες εκπομπών ερανίζονται, σταχυολογούνται αναμνήσεις, νοσταλγίες, απόψεις, παράπονα, εμμονές, ιδέες κάθε φιλοξενούμενου, πάντα με καμβά και άξονα τα ως άνω κεφάλαια. Πολύ έξυπνη ιδέα μα και σφόδρα επίπονη εργασία, που πάντως δείχνει δρόμο για μέλλουσες ανάλογες συγγραφικές απόπειρες. Αρέσει ή όχι συνιστά άθλο η όποια αξιόλογη «μεταφορά» ραδιοφωνικού λόγου στο ψυχρό χαρτί. Με τον υπότιτλο: Μιλά ο Τάδε (βάρδος) παρελαύνει συνοπτικά πλην μεστά και ουσιαστικά ο ανθός των εργατών της λαϊκής μούσας.

                        Συνέντευξη με την Βίκυ Μοσχολιού.

Συνακόλουθα συντίθενται ψηφίδα-ψηφίδα η εικόνα του λαϊκού τραγουδιού κυρίως το κλίμα και η ατμόσφαιρα της εποχής αναφοράς. Και ουδόλως πλήττεται η διαδικασία αυτή από το ότι συγκροτείται από αποσπασματικές αφηγήσεις. Μάλλον είναι θέμα της ροής και της σε πολύ μεγάλο βαθμό επιτυχημένης επιλογής των αποσπασμάτων από τις επιμελήτριες του βιβλίου εις τρόπον ώστε να φανταστεί ο αναγνώστης, αν το επιθυμεί, την φωτογραφία της εποχής και των προσώπων της. Δεν σου στερεί το αίσθημα πληρότητας, γιατί οι βάρδοι μιλάνε για θέματα προσιτά στον αναγνώστη, εμπειρίες παλιάς και σύγχρονης ζωής του. Δεν μπορεί να μην επισημανθεί η ισορροπία για πλείστα όσα πρόσωπα, που τυπώνονται στις σελίδες του βιβλίου αλλά και σαν γενική αντίληψη για αυτό, που λέμε λαϊκό τραγούδι. Αυτό δεν είναι προφανώς αυτονόητο, παραπέμπει σε πολύ δουλειά και σύμπνοια των επιμελητριών για το αντικείμενο της ενασχόλησής τους.

Έχουμε μιλήσει για το μέγα πρόβλημα του Πάνου Γεραμάνη και όλων ημών των με μεράκι ενασχολούμενων με την λαογραφική έρευνα του Ελληνικού τραγουδιού, ιδίως του ρεμπέτικου και του μετά το 1960. Με την Μεταπολίτευση έγιναν πασίγνωστα όλα αυτά τα τραγούδια. Κάποιοι μίλησαν για αναβίωση αλλά ήταν ανοησία αφού αυτά ποτέ δεν πέθαναν! Η ασύδοτη εμπορική εκμετάλλευση με τα πολλά αρνητικά αλλά και τα θετικά είναι η σωστή φράση. Μετά το 1974, λοιπόν, οι επιζώντες βάρδοι αμφοτέρων των ειδών διαπίστωσαν ότι πουλούσαν οι αναμνήσεις τους, τους έδιναν χαρτζιλίκι για τα φάρμακα και άλλες επείγουσες ανάγκες, επιβίωναν τέλος πάντων λίγο καλύτερα σε σύγκριση με την ψάθα, που τους είχαν πεταμένους. Η τάση αυτή έπιασε και κάρπισε ιδιαίτερα στην τότε φοιτητική και πολιτικοποιημένη νεολαία, χωρίς να σταματήσει τηρουμένων των αναλογιών ως σήμερα. Ο καιροσκοπισμός, αυθόρμητος ή σκόπιμος ποτέ δεν λείπει από τους καλλιτέχνες!

Αρκετοί από τους παλιούς δημιουργούς και τους  ερμηνευτές έπλασαν φανταστικές ή μισοαληθινές ιστορίες για την πορεία του λαϊκού τραγουδιού, κυρίως της προσωπικής τους δράσης τα χρόνια της ακμής. Αν μάλιστα αυτές οι νοσταλγικές αφηγήσεις ήταν ποτισμένες με αντιστασιακές αποχρώσεις ήταν πολύ πιο εύπεπτες για το κοινό και προσοδοφόρες κυρίως για τις πάλαι ποτέ δισκογραφικές εταιρείες δίσκων και ελάχιστα για τους αφηγητές τους. Έτσι «φιλοτεχνήθηκαν» με το κιλό εικοτολογίες λόγου χάρη για την «Συννεφιασμένη Κυριακή» ή για το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», για να πιάσουμε τα πιο δημοφιλή και πολύπαθα (δες περισσότερα στο βιβλίο μου «Μάγκες Αλήστου Εποχής»,εκδόσεις Μετρονόμος). Τί κάνει ο λαογράφος ερευνητής; Μελέτη και διασταύρωση στοιχείων, ξεσκαρτάρισμα, πάντα με τα υποκειμενικά του κριτήρια στον έναν ή στον άλλο βαθμό. Είναι δύσκολο για τον γραπτό λόγο αλλά πανύψηλο και απότομο βουνό για τον ζωντανό ραδιοφωνικό λόγο. Είσαι στον αέρα-που λένε-στο τραπέζι με τα μικρόφωνα και σου ξεφουρνίζει ο Δείνα μια «ιστορία», λόγου χάρη για τον Στράτο Διονυσίου ή για τον Β. Τσιτσάνη– καλοπροαίρετα, με απλότητα και αφέλεια, όχι με δόλο, έτσι την θυμάται ή έτσι θαρρεί ότι τον συμφέρει να την πει…

Ναυσικά Γεραμάνη και Μαριάννα Τζιαντζή.

Τί κάνεις; Τον κόβεις; Τον διαψεύδεις; Τον διορθώνεις; Αντιτείνεις το κοινά αποδεκτό, που και αυτό μετά το 1974 είναι επί το πλείστον πειραγμένο και φουσκωμένο; Είναι υπόθεση αυτού, που κάνει την εκπομπή, αλλά δεν έχεις περιθώρια να φανείς αγενής,  κακός! Φαντασθείτε τώρα ευγενέστατο άνθρωπο σαν τον αείμνηστο Πάνο Γεραμάνη! Πολύ σωστά κατέγραψε ουσιαστικά τις απόψεις των προσκεκλημένων και είναι στην διακριτική ευχέρεια του κάθε ακροατή να κάνει την επιλογή, όχι κι αυτός αντικειμενικά και αθώα αλλά με βάση τα δικά του γούστα και τις εμμονές. Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Οι πιο παλιοί αναγνώστες ξέρουν το μεγάλο μας κουσούρι! Τα βιβλία, οι δίσκοι, τα καλλιτεχνικά έργα είναι συγχρόνως αφορμή να θίγουμε επίμαχα ζητήματα, για κάποιος αιρετικά και καινοφανή. Το προαναφερθέν δεν είναι ασήμαντο ζήτημα και για τους αναγνώστες ή  ακροατές (και θεατές). Οφείλουμε όλοι ακούγοντας ποικίλες αφηγήσεις, ιδίως παλιές και νοσταλγικές, να έχουμε και αυτήν την σημαντική παράμετρο στο πίσω μέρος του μυαλού, να είμαστε κομμάτι… πονηρεμένοι. Να κοσκινίζουμε τα λεγόμενα των ινδαλμάτων μας. Οι δημοσιογράφοι καταγράφαμε με ευαισθησία, μεράκι και ευγένεια πλην η έρευνα δεν σταματάει, είναι προϋπόθεση για βαθύτερη μέθεξη και απόλαυση της κάθε αφήγησης, του βιβλίου, του δίσκου, του έργου.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο «Λαϊκοί Βάρδοι», ούτε οι επιμελήτριες Ναυσικά Γεραμάνη και Μαριάννα Τζιαντζή έκαναν ή μπορούσαν οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτό το θέμα. Πάλι δεν μιλάμε στον βρόντο! Έχουμε γνώση σημείων και τεράτων για τωρινά βιβλία, που αφορούν και κορυφές της σύγχρονης μουσικής, του Μίκη του Μάνου και άλλων. Επιμένουμε γιατί εδώ ακριβώς έγκειται η μεγαλύτερη αξία του βιβλίου με αφορμή τους «Λαϊκούς Βάρδους» του Πάνου Γεραμάνη, σε δυο επίπεδα: Ο αναγνώστης χαίρεται και απολαμβάνει γλαφυρές και άκρως ενδιαφέρουσες αφηγήσεις-αναμνήσεις, που για τους μεγαλύτερους «ξυπνάνε» στιγμές της προτέρας ζωής, ξεχωριστές εμπειρίες. Το βιβλίο, όμως, είναι πάνω από όλα και πρωτίστως πολύτιμο εργαλείο του λαογράφου, του ερευνητή, του μουσικού, κάθε μερακλή, που επιθυμεί μέθεξη στο λαϊκό τραγούδι εν συνόλω. Δεν το είπαμε εξαρχής αδίκως βιβλίο αναφοράς! Πρόκληση, όλοι οι ανωτέρω να το ξεκοκκαλίσουν, να διεισδύσουν βαθειά σε άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία, συχνά αντιφατικές αναμνήσεις, να νοιώσουν, όσο μπορούν και επιθυμούν, σπουδαία εποχή, οι πιο ικανοί να δώσουν την δική τους αξιολόγηση-εργασία.

Ο Πάνος Γεραμάνης με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον ποδοσφαιριστή της Α.Ε.Κ.  Μίμη Παπαϊωάννου.

Επίλογος με τα λόγια των δυο φίλων κυριών, που επιμελήθηκαν αυτό το εξαίρετο έργο. Σκοπός μας δεν είναι να νοσταλγήσουμε καταστάσεις, ούτε να επαναλάβουμε το πόσο σημαντικός δημοσιογράφος ήταν ο Πάνος Γεραμάνης. Σημαντικοί ήταν οι άνθρωποι, που πέρασαν από την εκπομπή του, πολύτιμη ήταν η συμβολή τους στον λαϊκό πολιτισμό. Με αφορμή τις στιγμές, που μας χάρισαν οι Λαϊκοί Βάρδοι, αναλογιζόμαστε πόσο οικεία ήταν κάποτε για τους κατοίκους της η πόλη και πώς η λαϊκή ταβέρνα και το λαϊκό τραγούδι ενίσχυαν την αίσθηση της κοινότητας παρά τις χίλιες μύριες δυσκολίες της καθημερινής ζωής. Προσθέτουμε: Όσο υπάρχουν άνθρωποι, το λαϊκό τραγούδι πάντα θα εμπνέει στην θαλασσόβρεχτη γαλανή γωνιά μας δίνοντας μεράκια στους νέους βάρδους του λόγου, του μέλους, της κίνησης, του χρώματος, κάθε Τέχνης, για τα καινούρια σχετικά διαχρονικά έργα! Αν εκλείψουν (εννοείται οι άνθρωποι) στην επέλαση του πιθήκου, λύση θα βρει η Μάνα Φύση, που-είμαστε βέβαιοι-θα φτιάξει πάλι τα δικά της όμορφα… τραγούδια!

 

ΗΛ. ΚΑΠ.