Η Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., τιμά σήμερα τον χαράκτη Α. Τάσσο, που έφυγε από την ζωή πριν 40 χρόνια, αφήνοντας πίσω του ένα πολύ μεγάλο και πολύ σημαντικό για την Ελληνική τέχνη έργο, ένα έργο απόλυτα προσωπικού ύφους, που βάδισε βήμα-βήμα με κάθε στιγμή της Ελληνικής ζωής και ιστορίας, ως τον θάνατό του το 1985. Ο Α. Τάσσος, είναι αυτός, που περισσότερο από όλους τους εικαστικούς καλλιτέχνες του τόπου μας, συντόνισε το έργο του με τον παλμό του λαϊκού κινήματος, με τα βάσανα, τις ελπίδες, με τις ηρωικές και τις πένθιμες στιγμές του. Το έργο του –από τα πρώτα δημιουργικά του βήματα ως τα ύστερα- γεννιέται ως χρονικό της ίδιας της ζωής του λαού. Η σχέση του με το Κ.Κ.Ε. καταγράφεται από τα πρώτα χρόνια του. Έχοντας ως κεντρικό άξονα της δουλειάς του την αγάπη του για τον εργαζόμενο άνθρωπο, εργάτη και αγρότη, που γνώρισε από τα παιδικά του χρόνια στην Λευκοχώρα Μεσσηνίας από όπου κατάγεται, συναντιέται με τις μαρξιστικές ιδέες σε περίοδο αυξανόμενης δύναμης του Κ.Κ.Ε. Είπε ο ίδιος για την Οκτωβριανή Επανάσταση: «Μεγάλωσα μαζί της. Μορφώθηκα απ’ αυτήν. Όλη μου η ζωή φωτίστηκε από τα διδάγματά της».
Το 1919 εγκαθίσταται στον Νέο Κόσμο, σε γειτονιά, που μετά την Μικρασιατική Καταστροφή κατοικείται από πρόσφυγες. Η ζωή τους τον εμπνέει και εκφράζεται αργότερα στα έργα του. Εντάσσεται στην Εργατική Λέσχη Δουργουτίου, έρχεται σε επαφή με πυρήνες της Ο.Κ.Ν.Ε. ενώ στο διάστημα 1930-1936 συνδέεται με τους «Πρωτοπόρους», στην συνέχεια με τους «Νέους Πρωτοπόρους», περιοδικό, που εξέφραζε το χώρο της τότε κομμουνιστικής διανόησης. («Νέοι Πρωτοπόροι, μηνιάτικο όργανο των πρωτοπόρων της Ελλάδας»).
Η μαθητεία του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.), στο εργαστήρι Χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού, στήριξε τον προσανατολισμό του, μιας και ο Κεφαλληνός, εμπνεόμενος από τον μαρξισμό, γαλούχησε τους σπουδαστές του-ολόκληρες γενιές- με αξίες και ιδανικά στην υπηρεσία του δίκιου, μιας κοινωνίας με ανθρωπιά. Τους έστρεψε προς μια μαχόμενη κουλτούρα, προς μια ζωή αγωνιστική. Ήδη από το 1932, τα έργα του Α. Τάσσου αποκαλύπτουν αυτόν τον προσανατολισμό. («Κάθε πρωί», «Λιμενεργάτες», «Λαϊκά συσσίτια», «Πρωινή βάρδια», «Η φάμπρικα σχολάει» και άλλα, που εκτέθηκαν στην πρώτη του ατομική έκθεση στο Βιβλιοπωλείο Ελευθερουδάκη το 1936. Το 1932 συμμετέχει στην «Ομάδα του Μεταξουργείου» (κίνηση προλεταριακής τέχνης), συλλαμβάνεται το 1933 πριν από τον γιορτασμό της Πρωτομαγιάς –προληπτικά «χάριν σωφρονισμού». Αυτός ο σωφρονισμός έφερε τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Μόλις αποφυλακίσθηκε οργανώθηκε στην Ο.Κ.Ν.Ε.

Το 1934 γράφει στους «Νέους Πρωτοπόρους»: «Η ξυλογραφία είναι η τέχνη των μαζών» υπερασπιζόμενος την τέχνη της Χαρακτικής όχι μόνο ως αυτόνομη έκφραση αλλά και γιατί το πρωτότυπο χαρακτικό έργο κυκλοφορεί πλατιά στην κοινωνία και είναι προσιτό. Το 1938 συλλαμβάνεται από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου για την εμπλοκή του στην «Διακήρυξη των σπουδαστών καλλιτεχνών οπαδών του νέου ρεαλισμού», κίνηση, που προτάσσει την τέχνη ως κοινωνικό φαινόμενο. Τον Σεπτέμβριο του 1941, με την ίδρυση του Ε.Α.Μ., ιδρύεται και το Ε.Α.Μ. Καλλιτεχνών, με πυρήνα μέλη της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, που έπαιρναν συσσίτιο σε αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Τον Νοέμβριο του 1942, η αγωνίστρια Ηλέκτρα Αποστόλου (1912-1944) στέλεχος του Κ.Κ.Ε., που βασανίσθηκε φρικτά και εκτελέστηκε από τους Ναζί (από την ειδική ασφάλεια), συσπείρωσε στο ξύλινο καφενείο του Ζαππείου ομάδα χαρακτών, μελών του Ε.Α.Μ. Καλλιτεχνών, ως καλλιτεχνικό συνεργείο για τις ανάγκες της προπαγάνδας: τις προκηρύξεις, τις αφίσες και τα συνθήματα. Ο Α. Τάσσος δουλεύει στην Επιτροπή Διαφώτισης της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (Κ.Ο.Α.) του Κ.Κ.Ε. Στην μνήμη της ο Α. Τάσσος την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών θα δημιουργήσει το έργο του: «Το Μαρτύριο και ο Θάνατος της Ηλέκτρας Αποστόλου».
Το 1942 ο Α. Τάσσος φυλακίζεται για «ηττοπάθεια και κομμουνιστική δράση» μαζί με τον δάσκαλό του Γ. Κεφαλληνό, τον Αντώνη Κανά και τον Αλέξανδρο Κορογιαννάκη από τις Ιταλικές αρχές Κατοχής για την συμμετοχή τους στην Β΄ Επαγγελματική Καλλιτεχνική Έκθεση. Ο Τάσσος συμμετείχε με το έργο του «Ο τρελός». Εξαιτίας των έργων τους οδηγήθηκαν στις φυλακές Αβέρωφ. Αφήνονται ελεύθεροι μετά από διαμαρτυρίες και παρεμβάσεις του Ε.Α.Μ., ενώ υποχρεώθηκαν να είναι παρόντες στην καταστροφή των έργων τους από τους κατακτητές. Στην περίοδο της Κατοχής και αργότερα μαζί με πολλούς άλλους καλλιτέχνες δημιουργεί ξυλογραφίες, που κοσμούν τα παράνομα έντυπα του αγώνα:
- Το λεύκωμα «Κατοχή»
- «Από τους αγώνες του Ελληνικού λαού» (1943)
- «Τα νιάτα στον αγώνα» (1943)
- «Για την χιλιάκριβη τη λευτεριά» (1945)
- «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς» (1945)
=============


“Αφιέρωμα στην Αλίκη Τ.”, Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, 1962, ξυλογραφία σε χαρτί, 100Χ35 εκατοστά.
===============
Σημαντικά έργα του εκείνης της περιόδου: «Πρωτομαγιά» για τους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν στην Καισαριανή, «Η Απελευθέρωση της Αθήνας», ένα ημιτελές σχέδιο για την 3η Δεκέμβρη του 1944 και το έργο «Η πομπή του λαού της Αθήνας», όπου ο λαός κηδεύει τους νεκρούς του κατά την ταξική σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944. Την περίοδο 1945-1948 είναι καλλιτεχνικός υπεύθυνος του εκδοτικού του Κ.Κ.Ε. «Τα Νέα Βιβλία». Το 1950 είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας «Στάθμη». Η ομάδα με εκθέσεις, κυρίως στην επαρχία, αλλά και στο εξωτερικό προσπαθεί να φέρει σε επαφή τους εργαζόμενους με την Τέχνη. Ήταν συνεργάτης ως το 1957 του περιοδικού «Νέα Εστία». Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950, πλουτίζει την θεματολογία του με εικόνες της καθημερινής ζωής, με χρώμα (αγρότες, ψαράδες κ.λπ.) Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 στρέφεται στο Άσπρο-Μαύρο, και κάνει μια παρουσίαση αυτής της δουλειάς στην αίθουσα «Ζυγός», το 1964. Δημιουργεί έργα με μεγάλο Ιστορικό βάρος:
- «Λεπτομέρεια Εμφυλίου Πολέμου» (1961),
- «Αλίκη Τ» αναφερόμενος στην 21χρονη Αλίκη Τσουκαλά, που εκτελέστηκε με απόφαση του στρατοδικείου Χαλκίδας το 1949, που ενώ ο πατέρας της με παρακάλια πέτυχε να της χαρίσουν την ζωή, αν εκείνη αποκήρυττε τις ιδέες της, εκείνη δεν το δέχτηκε, αρνήθηκε να υποκύψει και μάλιστα δήλωσε ότι δεν αποκηρύσσει τις ιδέες της αλλά τον πατέρα της!

Λέει ο ίδιος ο Α. Τάσσος: «Οι άνθρωποι που κινούνται στα έργα μου σηκώνουν το βάρος της σκλαβιάς και της τυραννίας. Αλλά είναι τόσο αλύγιστοι εκφραστικά, που δεν μπορούν παρά να μένουν όρθιοι ως το τέλος, όρθιοι ακόμα κι όταν πέφτουν. Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμά μου». Με τον ερχομό της Δικτατορίας των συνταγματαρχών παραιτήθηκε από τα ΕΛ.ΤΑ. και από την θέση του διευθυντή της Σχολής Διακοσμητικών Τεχνών του Αθηναϊκού Ινστιτούτου (γνωστό ως σχολή Δοξιάδη). Εργάζεται στην εταιρεία εκτυπώσεων Ασπιώτη ΕΛΚΑ, του Ηλιόπουλου, ενώ παράλληλα δουλεύει ξυλογραφίες αναφερόμενος σε πρόσωπα και καταστάσεις με ιδιαίτερη βαρύτητα:
Τα Χριστούγεννα του 1967 έως και την Πρωτοχρονιά του 1968 χαράζει τα δύο «Αφιερώματα» στους κρατουμένους συντρόφους, το ένα στην Βάσω Κατράκη και το άλλο στον Μίκη Θεοδωράκη, και στις 7 Γενάρη 1968 το τρίτο στον Γιάννη Ρίτσο, όλα με κεντρικό μοτίβο τα συρματοπλέγματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης και τα καρφιά. Ο πόλεμος του Βιετνάμ, η εκτέλεση του Τσε, η Κυπριακή τραγωδία, τροφοδοτούν με νέα ερεθίσματα την τέχνη του. Δημιουργεί τους «Σκλάβους», τους αρχάγγελους-αντάρτες. Έργα αυτής της περιόδου: «Δεσμώτες», «Μουστακλής», «Τσε Γκεβάρα» (17πτυχο), «Άντζελα Ντέιβις», «Ειρήνη», «Ο ξεσηκωμός του Πολυτεχνείου», «Τα παιδιά της ασφάλτου». Αυτό το διάστημα εκδίδει λευκώματα με πρωτότυπες ξυλογραφίες για βιβλιοφιλικούς οίκους του εξωτερικού, και κάνει εκθέσεις εκτός Ελλάδας. Απέχει από κάθε εκθεσιακή δράση στην Ελλάδα ως πράξη αντίστασης.
Με την έκρηξη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, και από τις 20 Νοέμβρη 1973, ο Α. Τάσσος ξεκινάει τη μεγάλη σύνθεση «17 Νοέμβρη 1973», που δουλεύει μέχρι το Σεπτέμβρη του 1975, μια μνημειακή σύνθεση 5,2 μ. χαραγμένη σε τρία τμήματα, που παραμένει στην αρχική της μορφή πάνω στις ξύλινες πλάκες. Το Νοέμβρη του 1975 πραγματοποιεί μεγάλη έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη, Γράφει στον τότε Διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Δ. Παπαστάμο: «Οι ειδικές ψυχολογικές συνθήκες των τελευταίων χρόνων η αφόρητη και καθημερινή ταπείνωση της αξιοπρέπειας, θα μπορούσαν να έχουν κυριολεκτικά εξοντωτικές συνέπειες, εάν δεν υπήρχε για μένα σαν μοναδικό στοιχείο επιβίωσης, το καταφύγιο της πλαστικής έκφρασης».
Από πολύ νωρίς ο Α. Τάσσος είχε ασχοληθεί σε βάθος με την εικαστική γλώσσα, την μορφή, την αισθητική στο εικαστικό έργο. Έχει γράψει στα «Ελεύθερα Γράμματα» : «Οι πλαστικές τέχνες έχουν μια εντελώς δικιά τους γλώσσα για να αποτείνονται στο αίσθημα, στην συνείδηση του ανθρώπου». Επισημαίνοντας την «γοητευτική» γλώσσα της πλαστικής (δηλαδή εικαστικής) αφήγησης σε διάκριση με την φιλολογική. Μάλιστα σημειώνει: «Πιστεύω ότι τίποτα δεν κατοχυρώνει το έργο τέχνης απέναντι στην διάρκεια όσο η ποιότητα της πλαστικής έκφρασης. Το όποιο μήνυμα ζει και δικαιώνεται μόνο με την ποιότητα».

Αυτή η αφοσίωσή του στην «ποιότητα», στην έρευνα της εικαστικής γλώσσας ήταν απόσταγμα της υψηλής θεωρητικής του κατάρτισης και μελέτης. Στα έργα του Α. Τάσσου ο λαός εικονίζεται πανίσχυρος, δυνατός, μέσα από φόρμα καθαρή κι απόλυτη, που παραπέμπει στον χριστιανικό συμβολισμό. Οι μορφές του μοιάζουν να βγαίνουν μέσα από την συλλογική μνήμη των ανθρώπων της εποχής του. Ξεκάθαρη ήταν η αποστροφή του προς το νατουραλισμό. Αναφερόμενος στην έννοια της παρακμής, επισημαίνει ότι η παρακμή χαρακτηρίζεται μόνο και σταθερά από τον νατουραλισμό. Ο Α. Τάσσος δέχτηκε στα σπουδαστικά του χρόνια κλασική εικαστική παιδεία και εκτιμούσε την τέχνη που αναπτύχθηκε στην Γαλλία τον 18ο και τον 19ο αιώνα, για την συμβολή της στην εξέλιξη της παγκόσμιας καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Γράφει: «Από την Σχολή του Παρισίου… βρήκαμε και κρατούμε γερά το νήμα, που θα μας οδηγήσει στην φωτεινή διέξοδο».
Εκείνο, που πρέπει να σημειώσουμε, είναι η συνειδητή επιλογή του, μέσα από την σχολαστική ενασχόλησή του με την μορφή, την φόρμα, να συντονίσει το βήμα του με την μακραίωνη παράδοση της «καθ’ ημάς Ανατολής», την Βυζαντινή παράδοση, γέννημα του μεσογειακού ήλιου, που κόβει σαν φαλτσέτα τις μορφές, που οξύνει την αντίθεση φωτός και σκιάς, δημιουργώντας στα έργα του αυτό, που τελικά χαρακτήρισε την ωριμότητά του, το απόλυτα προσωπικό του ύφος, που αποπνέει την μνήμη του τόπου, του λαού, όχι μόνο θεματικά αλλά και μορφολογικά. Δημιουργεί με την τέχνη του γέφυρες με την οπτική μνήμη του λαού και δηλώνει: «Έχουμε τα εφόδια να δημιουργήσουμε μια ελληνική τέχνη με τα δικά μας δεδομένα». Εκφράζοντας την ανάγκη για ανάπτυξη μιας ελληνικής τέχνης με εθνικό χαρακτήρα, εθνικό με την θετική έννοια του «εντόπιου», της λαϊκής συνείδησης του συγκεκριμένου τόπου.

Μετά το 1974, τον βρίσκουμε πάντα δίπλα στο Κ.Κ.Ε., καθημερινό συμπαραστάτη και συμπορευόμενο στην πρώτη γραμμή, με τον σύντροφο Χαρίλαο Φλωράκη, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Μάνο Κατράκη, τον Μίκη Θεοδωράκη. Το 1977 είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης (ΠΑ.ΠΟ.Κ.), που δημιούργησε το Κ.Κ.Ε. για την ενίσχυση της πολιτιστικής δουλειάς πανελλαδικά., Ο Α. Τάσσος γίνεται πρόεδρός της και πρωτοστατεί στον αγώνα για την προώθηση της τέχνης πλατιά, για την ενίσχυση της ερασιτεχνικής δημιουργίας, δράσεων για την Ειρήνη, ενάντια στην εμπορευματοποίηση και καταστροφή του περιβάλλοντος και την ασύδοτη δράση του μεγάλου κεφαλαίου. Σχεδιάζει αφίσες, με την βοήθεια, ως το τέλος της ζωής του, του συνεργάτη του, εξαιρετικού γραφίστα Σπύρου Καραχρήστου. Σχεδιάζει το εκλογικό σήμα του Κ.Κ.Ε. και είναι πάντα παρών με το έργο του σε ό,τι του ζητηθεί. Δημιουργεί χαρακτικό έργο για το 10ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ε., παρακολουθεί το 11ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. και το 3ο Συνέδριο της Κ.Ν.Ε. Χαράζει και δωρίζει στο κόμμα μας τα έργα εμπνευσμένα από την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Ύστατο έργο του η αφίσα της αντιφασιστικής νίκης, για την εκδήλωση στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) στις 12 Οκτώβρη 1985.
Ήταν στα μέσα της δεκαετίας 1980-1990, όταν ο ζωγράφος και έμπειρος ψηφιδογράφος Νίκος Ευγενίδης και η γλύπτρια και ψηφιδογράφος Κλειώ Μακρή, σε συνεργασία, μετέφραζαν σε ψηφιδωτό το έργο του Α. Τάσσου «Τα παιδιά της ασφάλτου», (1974, Ξυλογραφία σε χαρτί, 69 x 142 εκ.) Το ψηφιδωτό –με εμβαδό εξήντα τετραγωνικά μέτρα – θα στολίζει από τότε την είσοδο της έδρας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. στον Περισσό, δίνοντας στο έργο του Α. Τάσσου, που το είχε δημιουργήσει για τα 57 χρόνια του ΚΚΕ, μια νέα πνοή, μια νέα δύναμη. Ο ίδιος δεν πρόλαβε να το επιμεληθεί, γιατί έφυγε από την ζωή. Το επιμελήθηκε η ζωγράφος και σύντροφός του Λουκία Μαγγιώρου που έκανε την μεταφορά από το χαρακτικό για το ψηφιδωτό σε χαρτί, και οι δύο εικαστικοί, Νίκος Ευγενίδης και Κλειώ Μακρή, το ερμήνευσαν σε ψηφιδωτό στην πράξη. Το έργο κατασκευάστηκε με την παλιά βυζαντινή τεχνική, με κονίαμα από ασβέστη, κατευθείαν στον τοίχο, στον οποίο απλώνεται απ’ άκρη σε άκρη, δίνοντας ένα τεράστιο πλούτο τόνων και αποχρώσεων, από το μαύρο ως το ανοιχτό γκρι και από το λευκό στην ώχρα τόνων και αποχρώσεων της φυσικής πέτρας, χωρίς στο ελάχιστο να ξεφεύγουν από το αυστηρό σχέδιο του Α. Τάσσου, που αποτυπώνει μια λαοθάλασσα από νέα κορίτσια και αγόρια σε πορεία, σε διαδήλωση.

“Χωριάτικος γάμος”, 1947 και “Μεσημέρι”, 1957, έγχρωμες ξυλογραφίες σε χαρτί. Εθνική Πινακοθήκη.
Όταν ήδη από το 1959 η ανεικονική τέχνη εισβάλλει στη χώρα μας και προωθείται συστηματικά στα ελληνικά καλλιτεχνικά πράγματα, ο Α. Τάσσος υποστηρίζει: «Η τέχνη πρέπει να είναι ένα καλοακονισμένο ξίφος στα χέρια του κοινωνικού συνόλου. Αλλοίμονο στις κοινωνίες και τους τεχνίτες, που θα αφήσουν ένα τέτοιο όπλο να σκουριάσει». Γράφει μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών: «Άς μη θεωρηθεί κομπασμός αλλά εγώ είχα κιόλας εφαρμόσει στην πράξη την λεγόμενη “στράτευση” πριν ανακαλυφθεί η λέξη με την σημερινή της σημασία. Από μια πρώιμη συνείδηση του τί είχα στα χέρια μου για να εκφράζομαι, η λογική μου, η καρδιά μου, είχαν ταχθεί σαν φυσική θέση και στάση μέσα στους λαϊκούς αγώνες και κυρίως εναντίον των τυχοδιωκτικών πολέμων και του φασισμού».
==========
* Η Εύα Μελά είναι ζωγράφος και χαράκτρια, μέλος του Τμήματος Πολιτισμού του Κ.Κ.Ε. Ομιλία στην εκδήλωση, που οργάνωσε την Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025 η Κ.Ε. του Κόμματος για τα 40 χρόνια από τον θάνατο του Α. Τάσσου, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Αναστάσιου Αλεβίζου (25 Μαρτίου 1914 – 13 Οκτωβρίου 1985).




