Συνέντευξη με τον Βασίλη Γισδάκη

Συνέντευξη με τον Βασίλη Γισδάκη

Είναι σημαντικοί καλλιτέχνες, που εκτός από την αξιοσύνη και το ταλέντο, χαίρεσαι να είσαι μαζί τους στα πάλκα και στις συναυλίες, να συλλειτουργείς μια και η λαϊκή μουσική για την οποία μιλάμε τώρα έχει καίρια προϋπόθεση εκτός από το Έργο, την παρέα και την μέθεξη. Όλα αυτά μπλέκονται αρμονικά μεταξύ τους και όταν αυτό συμβαίνει, συχνά πυκνά, περνάμε πολύ όμορφα βράδια, εδώ και αρκετές δεκαετίες παρά και ενάντια στα υποπροϊόντα, που σερβίρουν αφειδώς η ξενόδουλη εξουσία και τα βοθροκάναλά της. Ο Βασίλης Γισδάκης, όπως μαρτυρά και το έργο του, είναι  από τους σημαντικότερους τραγουδιστές της εποχής. Χαμηλών τόνων και σεμνός, πλην ουσιαστικός στην ερμηνεία, μεστός και πολυεδρικός στην έκφραση. Όχι μόνο στην δισκογραφία του απολαμβάνει ο ακροατής πληθωρική χρωματική αρμονία, αλλά και όταν έχει την τύχη να παρακολουθεί συναυλίες του, δεν μπορεί να μη χαίρεται για αυτήν την δημιουργική ατμόσφαιρα, που  «γλεντάς» αυθεντικά πλην δεν επιδέχεται, ευτυχώς, αναλύσεων και άχρηστων επιθέτων.  Πολλές φορές το έχουμε υποδόρια αναρωτηθεί φευγαλέα τί εκπέμπει ο γενικά γνωστός καλλιτέχνης στο κοινό του και γιατί αυτό αντιδρά έτσι ή αλλιώς στο ένα ή στο άλλο τραγούδι (για μουσική είναι η κουβέντα μας), στον τάδε ή τον δείνα δημιουργό.

Ο Βασίλης Γισδάκη ίσως, λόγω κυρίως της σεμνότητας και του «αθόρυβου» χαρακτήρα,  να μη φαίνεται με πρώτη ματιά, να μην κάνει… θόρυβο αλλά είναι από τους καλλιτέχνες με ιδιαίτερη προσωπικότητα, που χαίρεσαι να συζητάς μαζί του, χωρίς φυσικά να είναι αυτό υποχρεωτικό και πρόκριμα της αξίας του κάθε καλλιτεχνικού έργου. Προσθέτει, όμως, στην πρόσληψή του από το κοινό. Θα τολμούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δεν είναι μόνο ένας «Χατζιδακικός τραγουδιστής», όπως συμβαίνει με άλλους, που ξεκίνησαν από τις συναυλίες του μεγάλου Μάνου. Στάθηκε δίπλα σε έναν Ήλιο και δεν κάηκε, δεν έμεινε στην ευκολία του αναμασήματος του έργου του, όσο κι αν σήμερα είναι μόδα των χυδαίων διασκευών και κουλτουριάρικων κακοποιήσεων παγκόσμιας εμβέλειας (κυρίως αυτών  γιατί έχουν εφήμερη κονόμα) μελωδικών αριστουργημάτων. Ο Γισδάκης διαμόρφωσε «της τέχνης του την περιοχή», που λέει ο Μέγας Αλεξανδρινός και πάντα εξελίσσεται με πλούτο στο χρώμα, στην έκφραση, στο συναίσθημα, στην αισθητική. Το πιο σημαντικό έγκειται ότι είναι από τους καλλιτέχνες, που όλη αυτή η πολύτροπη πρόοδος συμβαίνει ερμηνεύοντας έργα καινούριων δημιουργών. Είναι το μεγάλο πλεονέκτημα (και ρίσκο, φυσικά), που όλα αυτά τα παιδιά δεν ρουτινιάζουν, δεν βολεύονται, όπως είναι και πάλι ο συρμός, στα παλιά και νεώτερα, πριν το 2000, σουξέ, δεν αναμασάνε κακοποιημένο το παρελθόν κυνηγώντας το γλίσχρο μεροκάματο, αλλά κυνηγάνε την  Νέα Δημιουργία.

Την διετία, που παρήλθε, ακούσαμε τρία κατά την γνώμη μας όμορφα μουσικά έργα του Βασίλη Γισδάκη συμπράττοντας με νεώτερους συνθέτες, Γιώργος Καγιαλίκος, Αρετή Κοκκίνου και Νικήτας Βοστάνης. Τί καλύτερη ευκαιρία να  κάνουμε συνέντευξη μαζί του και με την «δεύτερη σκέψη» ότι είναι ευκαιρία να μιλήσουμε ευρύτερα για μουσική και ερμηνευτές. Ως συνήθως λίγα βιογραφικά πριν του δώσουμε τον λόγο.

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σπούδασε κλασσική κιθάρα και θεωρητικά, έκανε  μαθήματα φωνητικής με τον Γιώργο Σαμαρτζή, συμμετείχε στο «Εργαστήρι Φωνητικής Τέχνης» του Σπύρου Σακκά. Το 1989 γνωρίζει τον Μάνο Χατζιδάκι, τον πρωτοπαρουσιάζει σε συναυλία του «Σείριου» στο ΠΑΛΛΑΣ της Αθήνας, όπου τραγούδησε τρία ανέκδοτα κινηματογραφικά τραγούδια. Από το 1989 έως το 1993 συμμετείχε σε όλες τις συναυλίες του συνθέτη και στα έργα του:  «Τα κινηματογραφικά»,  «Μυθολογία»,  «Ματωμένος γάμος», «Ρωμαϊκή αγορά», «Λαϊκή αγορά». Έχει συνεργαστεί με την Ορχήστρα των  Χρωμάτων σε συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με την Καμεράτα, τα Μουσικά Σύνολα της Ε.Ρ.Τ., τις Συμφωνικές Ορχήστρες Κύπρου, Θεσσαλονίκης, Βόλου. Συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους σημαντικούς συνθέτες και τραγουδιστές.. Σε άλλη στήλη της Ιστοσελίδας γράψαμε για την εμβληματική ερμηνεία του Βασίλη Γισδάκη στο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι «Το ταξίδι» με τους τελευταίους στίχους, που έγραψε ο Νίκος Γκάτσος. Ο τραγουδιστής θεωρεί σταθμούς στην καριέρα  του το τραγούδι, όπως και την συμμετοχή σε αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη, όπου ερμηνεύει τον κύκλο τραγουδιών «Μαουτχάουζεν», σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλη. Και τώρα η συνομιλία μας με τον Βασίλη Γισδάκη:

– Αρχικά δυο λόγια για τις πρόσφατες δουλειές σου, Καγιαλίκος, Κοκκίνου, Βοστάνης.

 Τα δυο τελευταία χρόνια είχα την τύχη να κάνω τρεις πολύ όμορφες δισκογραφικές δουλειές με τρεις δημιουργούς της νέας γενιάς. Η πρώτη έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Αλκίνοος» σε μουσική του Γιώργου Καγιαλίκου και ποίηση του Γιάννη Ευθυμιάδη (Μετρονόμος). Είναι καταβύθιση εις εαυτόν,  την ξεχωρίζω για την ιδιαιτερότητα, που έχει ο ήρωας – ερμηνευτής να συνομιλεί με τον ίδιο του τον εαυτό σε νεότερη ηλικία. Η επόμενη είναι «Το Σ’ αγαπώ του Κόσμου» της Αρετής Κοκκίνου (Μετρονόμος), εδώ μοιραζόμαστε16 τραγούδια με την εξαιρετική ερμηνεύτρια Αφεντούλα Ραζέλη. Στην δουλειά αυτή η Αρετή μελοποίησε 16 στιχουργήματα από ισάριθμους στιχουργούς του εργαστηρίου στιχουργικής του Κώστα Φασουλά στο Μικρό Πολυτεχνείο. Ξεχωρίζει η πολυθεματικότητα των στίχων, οι οποίοι κινούνται από το κοινωνικό έως το ερωτικό, υπαρξιακό αλλά και την πολυποικιλότητα ρυθμών την μελωδικότητα, τα διαφορετικά είδη μουσικής. Η τρίτη δουλειά «Είν’ ο Κόσμος, που αλλάζει», έχει κυκλοφορήσει ψηφιακά και σε μερικές μέρες θα έχουμε και το φυσικό προϊόν. Είναι δυο δημιουργών, που εκτιμώ και θαυμάζω ιδιαίτερα, την μουσική έχει γράψει ο Νικήτας Βοστάνης και  στίχους ο σπουδαίος Μιχάλης Μπουμπούλης (Καθρέφτης). Πραγματικά αισθάνομαι πολύ ευτυχής, που ερμηνεύω πρωτότυπους στίχους του!  Είναι δουλειά, που βασίζεται στην απλότητα χαρακτήρων και την καθημερινότητα τους, εμπεριέχει μνήμες, εικόνες, αναμνήσεις, μηνύματα. Οι μουσικές του Νικήτα έχουν μελωδικότητα νοσταλγία, λαϊκά στοιχεία και θα αναφερθώ στις ιδιαίτερες ενορχηστρώσεις του Δημήτρη Παπαγγελίδη που έντυσε τα τραγούδια και τους έδωσε έναν ιδιαίτερο ευγενικό χαρακτήρα. Ακόμα και ο τρόπος, που τα τραγούδησα θεωρώ πως έχει μια πολύ ισορροπημένη ευαισθησία κι αυτό μου άρεσε πάρα πολύ.

                  

– Εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα, ο «Αλκίνοος» στιχουργικά ίσως εκπέμπει ιδιόρρυθμο νοσηρό ερωτισμό; Είναι εμπορικό;

Σε αυτό το έργο έχουν μελοποιηθεί αποσπάσματα του ομότιτλου ποιήματος του Γιάννη Ευθυμιάδη. «Ο Αλκίνοος» είναι ένας ποιητικός μονόλογος, είναι μια εξομολόγηση εκ βαθέων, μια καταβύθιση εις εαυτόν. Ο  ήρωας  του έργου συνομιλεί με τον εαυτό του σε μια νεότερη ηλικία, σκάβει βαθιά μέσα του ν’ αναζητήσει απαντήσεις στα πιο καίρια ερωτήματα, που απασχολούν κάθε άνθρωπο. Τώρα για τον… νοσηρό ερωτισμό, είναι μεγάλη κουβέντα και υποκειμενικό θέμα. Θα έλεγα απλώς ότι είναι μια εξομολόγηση, που  αγγίζει τα όρια της δυναμικής του νου και των συναισθημάτων, διαδραματίζεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όραμα, στο παρόν και το παρελθόν με ήρωες τα πρόσωπα του ίδιου του εαυτού, κάποτε  και  τώρα. Ένας ώριμος άντρας απευθύνεται σε άλλο, νεαρότερο. Στην πραγματικότητα ο νεαρός άντρας, που κείτεται απέναντι του, δεν είναι άλλος παρά η νεαρή υπόσταση του, η πάντα νέα ψυχή του λίγο πριν από την τελική ένωση και αποχώρηση τους στο άπειρο . . .

 »Αλκίνοος…(απόσπασμα από το ποίημα του Γιάννη Ευθυμιάδη):

Αλκή νοός, Αλκή νοός, που πάει να πει δύναμη νου, δύναμη νου˙ ξαστόχησα να κρίνω. Κι ήτανε σαν να πίνω από τα χείλη σου ζωή, Ψυχή μου, γιατί ξέρω, τώρα δεν θα υποφέρω. Είσαι εσύ, που μου μιλάς, εσύ, που χρόνια είχα ξεχάσει, που σ’ έσμιγα ανεπαίσθητα χωρίς πνοή.

Είναι ένας κύκλος τραγουδιών για φωνή και πιάνο, στο πιάνο είναι ο εξαιρετικός Νεοκλής  Νεοφυτίδης, είναι από τα έργα, που ο ακροατής πρέπει να το ακούσει ολόκληρο για να βιώσει όλες τις συναισθηματικές καταστάσεις-στιγμές του έργου.

Όσο για την εμπορικότητα,  πιστεύω πως οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο, που φωτίζει τις κρυφές αθέατες γωνιές μας, μπορεί να αφορά όλον τον κόσμο, έστω και αν σκόπιμα και συστηματικά δεν προβάλλεται από τα ραδιοτηλεοπτικά και άλλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

– Είναι τελικά ο τραγουδιστής μελωδικός ηθοποιός και ερμηνεύει κάθε φορά τον ρόλο του, την υπόθεση του τραγουδιού;

Σε κάποια τραγούδια αφηγείσαι, σε άλλα περιγράφεις, σε κάποια υποδύεσαι, άλλοτε απευθύνεσαι ανάλογα με το τραγούδι,  όχι όμως σε καθετί που λέει ο στίχος να έχεις υποκριτικές εξάρσεις  αλλά μπαίνεις σε μια συνολική συναισθηματική κατάσταση του κάθε τραγουδιού. Έτσι κι αλλιώς το τραγούδι είναι πάντα μια μικρή  ολοκληρωμένη μονοθεματική ιστορία, που μπορεί να εμπεριέχει πολλές εικόνες και να την λες με τέτοιο τρόπο ώστε να  προκαλείς την ταύτιση του ακροατή, να του ζωντανεύεις  μέσω της φαντασίας του και του συναισθήματος του την εικόνα  μπροστά του.. Το ταλέντο του τραγουδιστή είναι η αντίληψη του και ο τρόπος ταύτισης και έκφρασης αυτού, που λέει, που τραγουδάει.

– Πώς θα κατέτασσες τον εαυτό σου ως τραγουδιστή; Ποιος είδος προτιμάς ιδιαίτερα;

Νομίζω πως το ποιητικό τραγούδι είναι αυτό, που όταν το ερμηνεύω βυθίζομαι και ταξιδεύω μέσα του με ανεξήγητο και μαγικό τρόπο εκεί νιώθω ότι φεύγω, πως βγαίνω από τον εαυτό μου και μπαίνω σ ένα σύμπαν διαφορετικό.

– Πώς διαλέγεις τα τραγούδια; Ποια είναι τα στοιχεία, που σε κάνουν να λες: Αυτό είναι καλό, μου ταιριάζει και θα το πω;

Όταν κάνω την ακρόαση ή την ανάγνωση των τραγουδιών ταυτόχρονα τα φιλτράρω μέσα από την αισθητική και την εμπειρία μου, τα φαντάζομαι πώς θα είναι εκτελεσμένα από εμένα. Βέβαια να πω ότι το κριτήριο δεν είναι αλάνθαστο γιατί η αισθητική κάθε ανθρώπου διαμορφώνεται και από πράγματα, που θαυμάζει αλλά δεν είναι δεδομένο ότι μπορεί να τα κάνει ο ίδιος. Έτσι, λοιπόν, μου έχουν συμβεί και περιπτώσεις, που θεωρούσα πως δε μου ταίριαζαν τα τραγούδια, ο συνθέτης επέμενε και τελικά βγήκε μια από τις πιο αγαπημένες μου δουλειές. Όπως και το αντίστροφο, να μου αρέσει πολύ ένα τραγούδι αλλά τελικά να μην μου πηγαίνει. Όσο ζούμε μαθαίνουμε…

– Στο κλίμα απαξίωσης της μουσικής, της έλλειψης δισκογραφίας, του περιορισμένου ρεπερτορίου και μεροκάματου λες ναβρούμε οποιοδήποτε τραγούδι για να είμαστε στο προσκήνιο, να έχουμε ρεπερτόριο και βλέπουμε;

Προσωπικά πιστεύω πως δεν υπάρχει απαξίωση, ούτε έλλειψη δισκογραφίας, ούτε περιορισμένο ρεπερτόριο, μόνο μεροκάματο υπάρχει περιορισμένο και οι λόγοι, που συμβαίνει αυτό είναι θέμα παρουσίας του κάθε καλλιτέχνη, αλλά κυρίως κοινωνικών συνθηκών. Όλοι το παλεύουμε! Είναι, όμως, και αυτό ένα σημαντικό κριτήριο για όλους και ιδιαίτερα για τους καλλιτέχνες. Το πόσο, δηλαδή, αγωνίζονται να εκφράζουν τα συναισθήματα και τα προβλήματα των ίδιων αλλά και του κόσμου, να δημιουργούν αξιόλογο έργο, να το προβάλλουν, να κάνουν συναυλίες, να το πω με άλλα λόγια να είμαστε δυναμικά κύτταρα του πολιτισμού, εν γένει της κοινωνίας. Είμαι από αυτούς, που επιμένουν πως πρέπει να εκφράζονται και παρουσιάζονται όλοι οι νέοι δημιουργοί, να δοθεί η δυνατότητα να δοκιμαστεί και να κριθεί το έργο όλων.

– Ποια  η σχέση σου με το λεγόμενο σουξέ, η γνώμη σου για το εύκολο και εμπορικό άσμα;

Μεταξύ σοβαρού και αστείου μου φαίνονται λίγο ξένοι οι όροι αυτοί. Θεωρώ πως αν επιχειρούσα να πω ένα τέτοιο σουξέ, εμπορικό άσμα, όπως το εννοείς, θα ήμουν πάρα πολύ κακός, θα ήμουν ο χειρότερος. Τώρα μου θύμισες μια ιστορία, που μου είχε συμβεί στον στρατό, μετά το Κέντρο Εκπαίδευσης θα ερχόμουν στην Μοίρα  της Μουσικής της Αεροπορίας. Έμαθα πως περίμεναν, λέει, ένα σπουδαίο τραγουδιστή του Μάνου Χατζιδάκι! Όταν έφτασα, με έβαλαν στην ορχήστρα και με ρώτησαν  τί θα μας πεις;; Και τους λέω… Την μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων. Και με έστειλαν στη μπάντα να παίζω πιατίνια. Ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία μου μέσω της αποτυχίας… Αυτή λοιπόν είναι η σχέση μου με το εύκολο σουξέ.

 – Λες τραγούδια παλιά και νεώτερα δημοφιλή στον κόσμο ή καινούρια και άγνωστα;

Προσπαθώ να τα κάνω και τα δύο, τα παλαιότερα τραγούδια είναι σταθερές αξίες, που τα νοσταλγούμε, μας  αρέσει να τα τραγουδάμε και να τ’ ακούμε. Τα καινούρια της δισκογραφίας μας είναι η παρακαταθήκη μας στην εποχή, κάθε επιλογή μας είναι η θέση μας στην διαμόρφωση του παρόντος αλλά και του αύριο. Θέλω και μου αρέσει πολύ να παρουσιάζω τις νέες δισκογραφικές δουλειές, είναι μαγικό να βγαίνεις να λες πρωτότυπα τραγούδια να ερμηνεύεις νέο λόγο, νέες μουσικές.  Έχεις τους δημιουργούς διπλά σου, απέναντι σου να ανταλλάξεις απόψεις. Είναι πολύ δημιουργικό και γοητευτικό όλο αυτό για αυτό τις παρουσιάσεις των δίσκων τις κάνουμε κυρίως μαζί και με τους συνθέτες.

– Τί θέλει ο φτασμένος τραγουδιστής, καταναλωτές σουξέ ή ψαγμένους μουσικόφιλους;

Θέλω απλούς  ανθρώπους που να είναι ανοιχτοί στα τραγούδια μου, να τους αγγίζουν, να συμπαρασυρθούν στο ταξίδι, που θα διαμορφώσουμε, να νιώθουν όμορφα, και να τους έχουμε επαναφορτίσει, επανενεργοποιήσει και φωτίσει τις αξίες της ζωής με τα  τραγούδια μας. Μια ακροάτρια μου είχε πει μια φορά: τα τραγούδια σου με έκαναν να νιώσω ότι υπάρχει κάτι παραπάνω από αυτό,  που ζούσα, μου έδειξαν και  μου φώτισαν ένα δρόμο, που υπήρχε πέρα από τα όρια, που έβλεπα…  Πολύ όμορφα λόγια εκτίμησης!

 – Από τον Μάνο Χατζιδάκι μέχρι σήμερα, απολογισμός της πορείας σου.

Είμαι 34 χρόνια στο τραγούδι, από το 1989, που γνώρισα τον Μάνο Χατζιδάκι, είχα την τύχει να με επιλέξει και να είμαι ένας εκ των ερμηνευτών του τραγουδώντας υπό την διεύθυνση του δίπλα στην Μαρία Φαραντούρη, την Νένα Βενετσάνου, την Αλίκη Καγιαλόγλου και τον Ηλία Λιούγκο. Μια πορεία σημαντική, δίπλα σε σπουδαίους ανθρώπους της τέχνης, με πολύ αξιόλογες συνεργασίες. Μια εσωτερική ικανοποίηση ότι υπηρέτησα κι υπηρετώ αυτό, που επιθυμούσα αλλά και με τις πρακτικές  δυσκολίες, που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος, που προσπαθεί να επιβιώσει. Θυμήθηκα τώρα μια ιστορία όταν πρωτοσυνάντησα τον  Μάνο Χατζιδάκι, μου είχε πει:  «έχεις δυο δρόμους να διαλέξεις, τον δρόμο της νύχτας, που θα βγάλεις πολλά  χρήματα ή τον δρόμο μαζί μου, που πιθανόν να μη βγάλεις πολλά χρήματα και θα αγωνίζεσαι για την εξέλιξη σου αλλά θα χαίρεσαι για τις επιλογές σου,  θα γνωρίσεις και θα βιώσεις μεγάλες αξίες»!

– Η σχέση σου με νέους συνθέτες; Υποστηρίζεις τα τραγούδια τους τα λες στα πάλκα ή τα τραγουδάς άπαξ στην δισκογραφία, για το… συρτάρι του ρεπερτορίου;

Πιστεύω πολύ στους νέους συνθέτες και έχω συνεργαστεί με πολλούς και τα τραγούδια  τους, που τραγούδησα είναι όλα εξαιρετικά. Δεν θα ήταν δίκαιο και ηθικό να μην τα στηρίξω. Σας αναφέρω μερικές, ολοκληρωμένες προσωπικές δουλειές, που έχω κάνει τα τελευταία χρόνια με ταλαντούχους συνθέτες, όπως  με τον Δαμιανό Πάντα το 2015, «Της ημέρας τα σκοτάδια», σε στίχους των: Αντώνη Παπακωνσταντινίδη της  Βασιλική Β. και του ιδίου. Το 2018  με την Τζένη Τσίλη  «Ένας Άλλος Καβάφης», (σε ποίηση  Κ. Π. Καβάφη).  Επίσης αυτά, που είπαμε στην αρχή: Το 2021 με τον Γιώργο Καγιαλίκο, «Αλκίνοος». Το 2022 με την Αρετή Κοκκίνου, «Το Σ’ αγαπώ Του Κόσμου», και  το 2022 με τον Νικήτα Βοστάνη, «Είν’ ο κόσμος που αλλάζει». Πέντε ολοκληρωμένοι κύκλοι τραγουδιών  και πολλές συμμετοχές παράλληλα σε άλλες συλλογικές δουλειές δισκογραφικές. Εκτός από αυτούς, που συνεργάστηκα, υπάρχουν και άλλοι πολλοί νέοι ταλαντούχοι συνθέτες και στιχουργοί.

– Γιατί δεν υπάρχουν σήμερα μεγάλες κι εμβληματικές φωνές όπως παλιά ή κάνω λάθος;

Θεωρώ πως πάντα υπάρχουν μεγάλες  φωνές αλλά χρειάζονται κατάλληλες συγκυρίες για να αναδειχτούν. Γενικά πιστεύω ότι η καλή φωνή δεν κρίνεται μόνο από το τί φωνητικό όργανο υπάρχει στο λαρύγγι του τραγουδιστή αλλά από το τί λέει και πώς! Μερικές φορές αναλογίζομαι κάνοντας σύγκριση με το παρελθόν, ποιοι από τους τωρινούς, θα μείνουν στον χρόνο,  θα είναι οι μεγάλοι ερμηνευτές, συνθέτες, στιχουργοί,  γενικώς τα έργα,, που μετά από καιρό θα μιλάνε οι αυριανές γενιές,  π.χ. όπως μιλάμε εμείς σήμερα για τους μεγάλους μιας προηγούμενης γενιάς, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Γκάτσο, Ελύτη, Ελευθερίου και τόσου τόσους άλλους  που τα τραγούδια τους έχουν μείνει  ακλόνητα κι ανεξίτηλα στην Ιστορία; Και πόσοι νέοι τραγουδιστές συντηρούνται  και σήμερα από  τα τραγούδια αυτά; Θα δείξει…

– Οι συνθέτες γράφουν και ερμηνεύουν, όπως μπορούν τραγούδια τους και δεν προτιμάνε φτασμένους ερμηνευτές, ξαναγυρνάμε στην εποχή του τροβαδούρου πλην υπό διαρκώς χειρότερες συνθήκες;

Η εποχή των τραγουδοποιών, των τροβαδούρων, ήταν σε άνθηση και στην κορύφωση   στην δεκαετία του 1980. Πολύ αξιόλογη εποχή, έβγαλε πολύ ωραία τραγούδια.. Τώρα, νομίζω, υπάρχουν και οι δυο τρόποι δημιουργίας. Βγαίνουν πολλές δισκογραφικές δουλειές συνεργασίας τριών συντελεστών συνθέτη, στιχουργού, ερμηνευτή.

– Επιβιώνει σήμερα ένας τραγουδιστής;

Η επιβίωση για τον τραγουδιστή, ειδικά του ποιητικού τραγουδιού, είναι δύσκολη πλην όμως αναγκαία. Εάν σβήσει το ποιητικό τραγούδι, θα χαθεί ένα μεγάλο πολιτιστικό κεφάλαιο από την Ελλάδα ή θα υπάρξει ένα κενό. Για αυτό κατά  την γνώμη μου πρέπει να υπάρξουν τρόποι να στηριχτεί. Στην δημιουργία πια έχει προστεθεί και η επιπλέον επιβάρυνση, όπου ο καλλιτέχνης πρέπει να πληρώνει ο ίδιος την παράγωγη του δίσκου του, την προώθηση κλπ.

– Τί πρέπει να έχει ένας νέος τραγουδιστής;

Καλή φωνή, ερμηνευτική ικανότητα, αλλά και μελωδική ταυτότητα, χρώμα, ταλέντο, γνώση, σεβασμό, ήθος, υπομονή, επιμονή, δύναμη και τύχη.

Αν σε ρωτούσε ένα καλλίφωνο παιδί να συνεχίσει ή να σταματήσει το τραγούδι;

Θα του έλεγα έντιμα να αποκτήσει τεχνική γνώση για το φωνητικό όργανο, ώστε να το γνωρίσει, να μάθει να το χειρίζεται, μουσική κατάρτιση, να ακούει πολύ μουσική, θα του περιέγραφα τα θετικά και αρνητικά, που έχω συναντήσει  στον καλλιτεχνικό χώρο και θα τον στήριζα και θα τον βοηθούσα, όπου μπορούσα.

– Το τραγούδι σήμερα. Αυτά τα κουβεντιαστά άσματα(;), τα χιπ-χοπ και τα ρέστα πώς τα βλέπεις;  

Το τραγούδι σήμερα, κατά την γνώμη μου, είναι δυο ταχυτήτων, το υπέρ προβεβλημένο και αυτό, που κοπιάζει να υπάρξει. Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχουν πολύ καλά τραγούδια με τη μόνη διάφορα ότι στην δεύτερη κινδυνεύουν να χαθούν. Και αυτό, που είναι εντελώς έξω από το σύστημα είναι ό,τι ονομάζουμε σύγχρονο «έντεχνο» , (ποιητικό το λέω), τραγούδι το οποίο στο παρελθόν μάς έδωσε τα μεγάλα τραγούδια. Γίνονται πολλές και πολύ αξιόλογες προσπάθειες κι έχει για όλα τα γούστα, ο καθένας ας ψάξει να  βρει αυτό που του  ταιριάζει. Σχετικά με το χιπ-χοπ, ραπ, τραπ κ.ά., που ρωτάς…Για να είμαι ειλικρινής τα είδη αυτά, δεν τα γνωρίζω καλά, παρά μόνο περιφερειακά, πλην των Active Member, που είναι ένα χιπ-χοπ συγκρότημα της εποχής μου, τους έχω παρακολουθήσει και μου αρέσουν πολύ γιατί  έχουν καλά δομημένο  λόγο με βαθιά νοήματα. Από τα άλλα, μερικά ,που έχω ακούσει από περιέργεια και με καλή πρόθεση, δεν βρήκα κάτι να το κατανοήσω και να συμπλεύσω με το πάθος, τον λόγο και το ρυθμό του καλλιτέχνη. Μιλάω για κάποια με πιο κοινωνικοϋπαρξιακό στίχο υποτίθεται και όχι κάποια άλλα που τα λόγια τους εξυμνούν το εύκολο χρήμα και την κάθε είδους εκμετάλλευση και παραβατικότητα. Είναι εντυπωσιακό, όμως, το ότι γεμίζουν στάδια με 30 – 40 χιλιάδες κόσμο… Δεν ξέρω, είμαι υπό έρευνα, έχω δρόμο ακόμα. Δε θέλω να υποτιμήσω την νοημοσύνη τόσων νέων, που τους ακολουθούν. Ούτε θέλω να πιστέψω ότι από αυτό το είδος θα χαρακτηριστεί μια ολόκληρη εποχή.

– Τα σχέδια σου.

Μελλοντικές επαναλήψεις των παρουσιάσεων της δισκογραφικής δουλειάς της Αρετής Κοκκίνου με την Αφεντούλα Ραζέλη. Παρουσιάσεις της δισκογραφικής δουλειάς  «Είν’ ο κόσμος που αλλάζει» του Νικήτα Βοστάνη και του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Σε λίγους μήνες  εκδίδεται νέα δισκογραφική δουλειά του αγαπημένου φίλου και συνθέτη Δαμιανού Πάντα με 10 καινούρια τραγούδια, όπου θα τραγουδήσουμε μαζί με την Ερωφίλη.

***

Επίλογος με την δισκογραφία του Βασίλη Γισδάκη, που πιστοποιεί εμπράκτως όλα όσα διαβάσατε στην συνέντευξή του. «Ο ΔΡΟΜΕΑΣ» (1991, Σείριος)  πρώτη δισκογραφική δουλειά, μουσική Νίκου Δανίκα, στίχοι Λευτέρη Τηλιγάδα. «ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ» (1996, Σείριος), μουσική «Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω», στίχοι Αγαθή Δημητρούκα. «CARTOON» (2001), μουσική και στίχοι «Ομαδική Απόδραση». «ΤΟ ΦΙΛΙ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ» (2002), συμμετοχή στον δίσκο του Ηλία Λιούγκου, στίχοι Αγαθή Δημητρούκα. «ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΛΕΡΥ» (2002), μουσική Νίκου Πιτλόγλου, στίχοι Ανδρέα Ταρνανά. «ΘΕΛΕΤΕ  ΔΕΝΤΡ’ ΑΝΘΙΣΕΤΕ, ΘΕΛΕΤΕ  ΜΑΡΑΘΕΙΤΕ» (2003) τραγούδια ομότιτλης πολυσυλλεκτικής μουσικής παράστασης. «ΠΕΤΩΝΤΑΣ ΠΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ», συμμετοχή στο CD της Τατιάνας Ζωγράφου.  «ΤΑ  ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΤΟΥ  ΑΙΓΑΙΟΥ» (2008) με την Ορχήστρα των Χρωμάτων. «SING CITY»  (2009). Ηχογράφηση παράστασης στην μουσική σκηνή «Κύτταρο». «Η ΚΟΜΜΩΤΡΙΑ ΚΑΙ  Ο ΘΑΝΑΤΟΣ» (2011), συμμετοχή στο cd του Κώστα Δημουλέα. «ΤΑ  ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ  ΑΝΑΓΚΗΣ» (2012), συμμετοχή στο CD του Σάκη Τσιλίκη. «Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ» (2012) συμμετοχή στο CD του Πάνου Μαλαχιά. «ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ» (2016), συμμετοχή στην δισκογραφική δουλειά του Νίκου Κολλάρου. «ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ» (2014) σύμπραξη στο CD του Δαμιανού Πάντα. «Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ» (2017) συμμετοχή στην δουλειά του Γιώργου Σταυριανού. «ΑΓΑΛΙΑΝΑ» (2017 ), συμμετοχή στην δισκογραφική δουλειά της Δόξας Καγιούλη. «ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ» (2018) συνθέσεις της  Δισκογραφική δουλειά της Τζένης Τσίλη. «ΕΝΑΣ ΚΑΙΡΟΣ ΑΝΤΑΡΤΗΣ» (2019) συμμετοχή στην δισκογραφική δουλειά της στιχουργού Βέρας Βασιλείου Πέτσα. «ΌΡΝΙΘΕΣ, Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ» (2019), εννιά παραδοσιακά τραγούδια στην ομότιτλη παιδική παράσταση του Δημήτρη Αδάμη. «ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΣΤΑΧΥ» (2021), δισκογραφική δουλειά της στιχουργού Βέρας Κλαρέβα. «ΡΟΔΟ ΜΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟ»2022,  συμμετοχή με δύο στην δισκογραφική δουλειά της Εύας Φάμπα.