ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΗΤΣΑΚΗ

ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΗΤΣΑΚΗ

Ο ευπατρίδης

Ο μεγάλος δημιουργός µε τα μάτια της συντρόφου του ΑΘΗΝΑΣ

——————————–

 

Προδημοσίευση από την Γ’ έκδοση του βιβλίου του  Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη

 

ΜΑΓΚΕΣ  ΑΛΗΣΤΟΥ  ΕΠΟΧΗΣ  24+1 ρεμπέτικα πορτρέτα

——————————–

 

Εκείνη την ημέρα του Πολυτεχνείου κορυφαία είδηση δεν ήταν η ξεθυμασμένη πορεία για την Επέτειο την χιλιότροπα καπηλεµένη από τον ρεφορμισμό και το σύνηθες δόλιο παιχνίδι «Κλέφτες και αστυνόμοι» µπάτσων και προβοκατόρων. Η λαϊκή µούσα θρηνούσε τον ευπατρίδη της, που αποδημούσε στο πάνθεον των αθανάτων. Τριάντα  χρόνια κιόλας πέρασαν από την 17η Νοεμβρίου 1993 µα ο Γιώργος Μητσάκης, όπως και πολλοί ομότεχνοί του, ευτυχώς για τον αποπροσανατολισμένο λαό στην τρύπια από αξίες εποχή,  εσαεί µας ζουν µε τα όμορφα τραγούδια τους.  Δεν είναι αμήχανος ή τουριστικός ο χαρακτηρισμός ευπατρίδης. Από τον τρόπο, που ντυνόταν στην πένα, την συμπεριφορά στην ζωή και στο πάλκο, το μερακλίδικό του ταπεραμέντο, ο ταπεινός γιος του ψαρά ακτινοβολούσε ευγένεια και αριστοκρατική φινέτσα, που στόλιζαν το απέραντο ταλέντο του. Τιμώντας την µνήµη και την πλούσια κληρονομιά του ψάξαμε κάτι άλλο από την Αυτοβιογραφία, που βιαστικά υπαγόρευσε λίγο πριν φύγει. Ο µεγάλος συνθέτης «φωτογραφηµένος» µε τα µάτια της γυναίκας της ζωής του της Αθηνάς Μητσάκη. Λαμπρός φθινοπωρινός ήλιος έδινε τόση µαγευτική διαφάνεια σε όλα τα πράγματα, που δεν µπορούσε παρά από εκεί ακριβώς να ξεκινήσει η συζήτηση µαζί της. Από το λατρεμένο και σε µένα Πόρτο Ράφτη, όπου ο Γιώργος Μητσάκης έζησε ευτυχής τα τελευταία χρόνια.

«Πήρε το οικόπεδο-αρχίζει η Αθηνά Μητσάκη- εδώ στο Πόρτο Ράφτη το 1969. Αφού  πάντρεψε  την κόρη  του από  τον πρώτο  γάµο, έκτισε  αυτό  το  σπίτι, που µου άφησε και ζω. Τότε δούλευε στον “Περικλή” στην Πλάκα και το καλοκαίρι στην Βούλα στο “Queen Ann”. Είχε πολύ δουλειά και έβγαλε κάτι λεφτουδάκια γιατί εκτός από το µεροκάµατο είχε συμφωνήσει µε τον καταστηματάρχη, όταν η είσπραξη ξεπερνά  ένα όριο, να δίνει κάποιο ποσοστό στον Γιώργο. Δούλεψαν οι παλιοί και καρπώθηκαν οι νέοι. Ο Γιώργος το µμεγαλύτερο µεροκάµατο που πήρε τα πρώτα χρόνια ήταν 200 δραχµές στο “Ροσινιόλ” το 1955, η Άννα Χρυσάφη που είχε  µαζί του έπαιρνε 50 ή 80 δραχµές την βραδιά».

Ο Γιώργος Μητσάκης στην αγκαλιά του παππού του Γιώργου, στην νήσο Πρώτη,  στην θάλασσα του Μαρμαρά. Στην φωτογραφία σημειώνεται 1927, είναι του 1922. 

Είχανε, όμως, και την «χαρτούρα» τότε.

«Σημείωσε δε ότι ο Γιώργος απ’ την χαρτούρα ποτέ, µα ποτέ, δεν έπαιρνε ούτε µια δραχμή. Το λένε όλοι οι παλιοί µουσικοί, που δούλεψαν µαζί του, ότι ο Μητσάκης ήταν ο µόνος συνθέτης-μαέστρος, που έδινε τα λεφτά στην ορχήστρα. Μετά άρχισαν να αμείβονται καλά οι καλλιτέχνες. Τρελά λεφτά, που λένε ότι παίρνουν σήµερα! Μακάρι, και καλά κάνουνε. Γιατί µέχρι πότε θα δουλεύουνε; Τα νέα παιδιά βάζουν κάτι στην πάντα. Δεν είναι όπως οι παλιοί ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι γλεντήσουμε».

– Ο Γιώργος Μητσάκης δεν έβαζε  κάτι στην άκρη;

«Όχι! Αυτό το σπίτι που βλέπεις.  Ξέρεις, δεν ήταν άνθρωπος του χρήματος, δεν είχε άγχος να κάνει περιουσίες, απλώς κοιτούσε να περνά καλά µε την οικογένεια. Είχε αγοράσει σπίτι στην Πετρούπολη. Ένα αυθαίρετο έφτιαξε, ήταν µεγάλο, το έδωσε προίκα όταν παντρεύτηκε η θυγατέρα του. Μετά, είχε φύγει από την ODEON για την PHILIPS και πήρε κάτι χρήματα, αγόρασε διαμέρισα στην πλατεία Κολιάτσου. Το πουλά, παίρνει άλλο Κύθνου και Νάξου στα Πατήσια, το οποίο πουλήσαµε το 1983 αφού από το 1982 µέναµε µόνιµα στο Πόρτο Ράφτη».

Οι συμπτώσεις, που κρύβουν βαθύτερη ουσία. Η μητέρα, η κόρη και η αγαπημένη  µε το ίδιο όνοµα. Αθηνά ονομάζεται η µοίρα τού Γ. Μητσάκη. «Το µεγάλο κεφάλαιο της ζωής µου»-προτιμούσε να λέει ο ίδιος. Η κυρία Αθηνά ξεφυλλίζει σελίδες από το λεύκωμα  της γνωριμίας τους:

«Γνωριστήκαμε µε τον Γιώργο το 1955. Εγώ έμενα στα Σεπόλια, κοπελίτσα 18 χρονών  και ο Γιώργος είχε  φύγει περιοδεία για  την Κωνσταντινούπολη µε την Άννα Μπέλα γιατί είχανε µαλώσει µε την Άννα Χρυσάφη. Γύρισε από την Πόλη µαλώνει µε την Άννα Μπέλα και ξανασμίγουν καλλιτεχνικώς µε την  Χρυσάφη. Φτιάχνανε το “Ροσινιόλ”. Τέρμα Δυρραχίου, εκεί, που κλείνουν σήµερα το ποτάμι, απέναντι από του Καντόρου το φυτώριο, πουλούσε  λουλούδια. Μιλάµε για εξοχή. Τώρα είναι πολυκατοικίες. Ένα από τα ωραιότερα µαγαζιά της Αθήνας! Είχε µια πολύ µεγάλη σάλα, αλλά και το καλοκαίρι ο κήπος του ήταν το κάτι άλλο. Μέχρι τότε εγώ τον Μητσάκη τον ήξερα από την “γαλαρία”. Μαζεύονταν τα βράδια τα αδέλφια µου, οι φίλοι µας, όλοι παρέα. Ξέρεις τώρα, µια όμορφη γειτονιά. Είχε απέξω χόρτα το μαγαζί, καθόμασταν στρωματσάδα και ακούγαμε τραγούδια».

-Σας άρεσαν τα «ρεμπέτικα»; Πώς τ’ ακούγατε;

   «Όχι µε ευχαρίστηση εγώ, διότι θέλω να σου πω, ο πατέρας µου είναι από την Κέρκυρα. Καντάδες, όπερες και ελαφρά τραγούδια. Ήμουν πολύ πιο δεμένη µε την Κέρκυρα, γιατί µε είχε στείλει εκεί ο µπαµπάς µου να µείνω. Μεγάλη οικογένεια, φτώχεια, ήμασταν έξη αδέλφια. Τα άλλα δεν είχαν πάει στην Κέρκυρα. Εγώ έµεινα εκεί ένα διάστημα».

Πιθανότατα στην πλατεία Αμερικής το 1944, Στέλιος Κηρομύτης, Γιώργος Μητσάκης με μπουζούκια, Γιάννης Σταμούλης (Μπιρ Αλλάχ) με  κιθάρα και κάποιος φίλος τους.

-Το πατρικό σας είναι;

   «Θεοτόκη».

-Της γνωστής, ιστορικής  οικογένειας;

«Ξαδέλφια του πατέρα, αλλά ήµασταν οι φτωχοί συγγενείς. Δεν έχουν οι οικογένειες και φτωχούς συγγενείς; Ε, αυτοί ήµασταν εμείς! Από καλό σόι ο µπαµπάς αλλά πάμπτωχος. Γνώρισε τη µάνα µου. Μυκονιάτισσα. Ζουγανέλη-Κοντιζά το επίθετό της. Ό,τι είχα έρθει εγώ από την Κέρκυρα. Πήγαινα στην γειτονιά µε την παρέα, άκουγα µπουζούκια. Παναγία µου!, έλεγα. Στην πιο µεγάλη µου αδελφή αρέσανε. Βάζανε και στο ραδιόφωνο, των Ενόπλων Δυνάμεων, ο Νίκος Μουρκάκος, την Χρυσάφη και άλλους τραγουδιστές».

– Εσείς τ’ αγαπήσατε από τον Μητσάκη;

«Τον Μητσάκη µού τον σύστησε ένα φιλικό ζευγάρι. Ο Νίκος Μιχαλάκης,  θεός σχωρέστον,  µε την  γυναίκα  του Μαρία,  παιδική µου  φίλη. Ίδια  γειτονιά. Ο  Νίκος δούλευε στο “Ροσινιόλ”. Ξέχασα να σου πω ότι εκείνη την εποχή είχε πεθάνει ο µεγάλος µου αδελφός, αυτοκτόνησε 23 χρονών, και φορούσα µαύρα. Λέει ένα απόγευμα η φίλη µου η Μαρία στη µαµά µου:  “Κυρα Μαρία, να πάρω την Αθηνά να πάµε βολτίτσα να πάρουμε τον  Νίκο”; Πήγαμε στο “Ροσινιόλ”. Το ετοιμάζανε για την νέα σεζόν. Θυμάμαι ζωγράφισαν µια ρεκλάμα “Ξανασμίγουν τ’ αηδόνια”. Λέει ο Νίκος: “Έλα Αθηνά να σου συστήσω τον Γιώργο Μητσάκη”. Είπαμε χαίρω πολύ, τα τυπικά. Τίποτα το ιδιαίτερο. Είχαµε διαφορά 17 χρονών. Ευγενέστατος άνθρωπος. Τον ξανασυνάντησα πάλι στην γειτονιά. Ήταν Κυριακή, πήγαινα στην θεία µου, που έµενε στο Φάληρο, αδελφή της µμητέρας µου. “Βρε Αθηνούλα -µου λέει- δεν έρχεσαι το απόγευμα να σε κεράσω ένα παγωτό”; “Τι δουλειά έχω εγώ µε σας”, του λέω. “Καλά ρε παιδάκι µου δεν θα σε  φάω”, απαντά. Ο Γιώργος ήταν µεγάλος γυναικάς. Δεν του ξέφευγε γυναίκα του Μητσάκη! Έτσι και του άρεσε κιόλας; Δεν υπήρχε περίπτωση»!

       Γιώργος και Αθηνά Μητσάκη.

-Στην “Αυτοβιογραφία” του λέει πόσο εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά σας αλλά και ότι ήσασταν σοβαρή και λιγομίλητη.

«Ναι, να µην πολυλογώ, “πάω στη θεία µου”, του λέω. “Καλά όταν γυρίσεις θέλεις να σε περιμένω”; Εν πάση περιπτώσει, είναι τυχερά Ηλία! Διότι ήμουνα κοπελίτσα κι όμορφη. Δεκαοχτώ ετών! Χάθηκαν τα παιδιά από την γειτονιά; Και µπλέκω µε τον Γιώργο! Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα του Σταυρού. Πήγα στην Αίγλη του Ζαππείου, έφαγα παγωτό και ο Γιώργος έπινε κονιάκ. Το θυμάμαι σαν τώρα! Και µου λέει: “Αθηνά, έχεις πάει στην Ακρόπολη”; “Πολύ µικρή”. “Θες να πάµε µια βόλτα στην Ακρόπολη”; Κάτω από την Ακρόπολη υπήρχαν γραφικά καφενεδάκια-ουζερί και ακούμε από τα γραµµόφωνα ένα τραγούδι, που είχε γράψει “Το αίγα νερό δεν γίνεται” µε την Πόλυ Πάνου. “Βρε Αθηνούλα σ’ αρέσει αυτό το τραγούδι”; “Κοίτα να δεις δεν µ’ αρέσουν τα λαϊκά, προτιμώ τα ευρωπαϊκά”»!

-Μεγάλη απογοήτευση για ένα φτασμένο καλλιτέχνη.

«Σαν κοπελίτσα απάντησα. Τότε δεν ήταν οι κοπέλες πανέξυπνες, όπως οι σημερινές. Συνεσταλμένες  ήµασταν. “Αυτό το τραγούδι είναι δικό µου, τώρα κυκλοφόρησε”, λέει ο Γιώργος. Κάναμε µια βόλτα, γυρίσαμε. Εκείνος έπιανε δουλειά 8 το βράδυ. Αρχίζανε  νωρίς τότε. Πήραμε ένα  ταξί, µ’ άφησε φυσικά δυο τετράγωνα µακριά από το σπίτι, να  µη µας δούνε. Όταν αργότερα µμαθεύτηκε  είχα µεγάλο  πρόβλημα  µε το σπίτι. Γιατί ήταν παντρεμένος. Εγώ το έμαθα µετά έξι µήνες. Όταν η φίλη µου έμαθε ότι ήμουν µαζί του µου λέει: “Αθηνά πρόσεξε καλά, είναι πολύ ωραίος άνθρωπος, αλλά είναι παντρεμένος”. Λέω: “Τι είπες”; “Αυτό, που άκουσες”!. Γιατί σου λέω είναι παιχνίδια της µοίρας! Ήμουν µικρή κι όμορφη. Μπορούσα να έχω όποιον ήθελα. Τον καλύτερο! Παρότι το έμαθα εγώ δεν έκανα πίσω».

-Και από τότε;

«Από τότε, από το 1955 µέχρι το 1993 µαζί. Από το 1979 µένουµε στο ίδιο σπίτι. Γίνονται εκλογές το 1981, αλλάζει το οικογενειακό δίκαιο ο Παπανδρέου. Είχε βάλει µπροστά το διαζύγιο του ο Μητσάκης. Βεβαίως δεν µου είχε τάξει  ποτέ, τίποτα! Να µου πει κάτι! Εβάδιζα στα πουφ, που λέμε. Και αναρωτιέμαι πολλές φορές ακόμα και τώρα που µεγάλωσα και γέρασα. Τι ήταν αυτό το πράγμα; Βεβαίως τον αγαπούσα πολύ, εντάξει. Αλλά δεν ήταν τόσο δυνατό να σκεφτώ, για κάτσε ρε τι κάνω»;

– Μάλλον ήταν τόσο δυνατό, που δεν σήκωνε σκέψη.

«Ξέρω εγώ; Άσε από το σπίτι δυσκολίες, από τη µητέρα, από τους φίλους».

-Ζήσατε, όμως, µαζί 38 χρόνια, µέσα από χίλια κύματα.

«Χίλια, όπως το είπες. Χίλια κύματα! Παντρευόμαστε τελικά το 1989 και τον ίδιο χρόνο µου αρρωσταίνει. Πεθαίνει Μάιο η πεθερά µου, την είχαµε κατάκοιτη µαζί µας, Ιούλιο αρρωσταίνει ο Γιώργος και µετά 3 χρόνια είχαµε τον Γολγοθά».

Κέντρο «Περικλής», Πλάκα, 1969-1970. Από αριστερά: Δημήτρης Τζανής, άγνωστη σε μας τραγουδίστρια, Ρένα Βιολάντη, Γιώργος Μητσάκης, Νάγια Τρώνη, Βαγγέλης Ντίκος.

Όσες φορές πήρα συνέντευξη από µεγάλους δημιουργούς, στις φιλικές συνομιλίες, όσες βιογραφίες διάβασα, οι σύζυγοι και τα παιδιά αποσιωπούν την καθημερινή ζωή και πασχίζουν να πείσουν «πόσο καλός οικογενειάρχης ήταν ο τάδε καλλιτέχνης». Έχει σημασία; Λες και υπάρχει σπουδαία τέχνη χωρίς κουσούρια και ακραίες καταστάσεις. Πρώτη φορά, από την κυρία Αθηνά άκουσα τόσο τολμηρή, αληθινή προσέγγιση:

«Νευρικός; Πάρα πολύ. Άνα νευρίαζε ο Γιώργος, έπρεπε να φύγεις σε άλλο κράτος µέχρι να του περάσει. Γυναικάς; Μεγάλος! Μου λέγανε οι φίλες µου “Μα βρε Αθηνούλα  µου, έτσι κι αλλιώς.” Λες και εγώ  ήμουνα κανένας  βλάκας! Μα είναι δυνατόν σε αυτήν την δουλειά να µη λοξοκοιτάξει ο άνδρας; Κι ήταν ωραίος άνδρας! Άλλη γιατί ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, άλλη γιατί δεν ξέρω τι. Θα την άφηνε ο Μητσάκης; Τότε, ας πούµε, ήτανε µόδα οι µαέστροι να τα έχουνε µε τις τραγουδίστριες».

– Το αντιμετωπίζατε τόσο στωικά;

   «Ψύχραιμα! Να σου πω γιατί; Ήταν απόλυτος µαζί µου. Δεν είχα κάτι κακό να του προσκομίσω: Εδώ δεν είσαι εντάξει, Γιώργο! Ό,τι και να του ’λεγα θα µου βούλωνε το στόµα. “Γιατί Αθηνά µου σου λείπει τίποτα; Δεν είµαι εντάξει; Δεν περνάμε καλά”; Όταν άνοιγε η πόρτα να µπει στο σπίτι του, ήταν ο Μητσάκης ο τρυφερός σύζυγος, ο καλός νοικοκύρης, ο τέλειος! Όταν άνοιγε η πόρτα να φύγει ήταν ο Μητσάκης ο καλλιτέχνης. Δεν είχες, όµως, να τον κατηγορήσεις για κάτι».

———————————————————————————————————

Αλήθεια σας έλεγε ιστορίες από την δουλειά του;

«Όταν βλεπόμασταν, κοιτάζαμε να περάσουμε καλύτερα, δεν συζητούσαμε τα της δουλειάς. Ξέρεις πότε µου διηγιόταν παλιές ιστορίες; Όταν ήρθαμε εδώ. Κυρίως όταν αρρώστησε. Ακριβώς εδώ ήταν µια ντιβανοκασέλα µε μαξιλάρες, να είναι καθιστός κι εγώ είχα απέναντι ένα καναπέ. Έτσι είχα µάθει πράγματα από την ζωή του πριν τον γνωρίσω. Τί να σου πω; Ότι πείνασε; Ότι δυστύχησε; Ότι ζητιάνευε µε εκείνο το µπουζουκάκι, που είχε στο Λευκό Πύργο; Ότι τα παπούτσια του τα ελβιέλα τα έβαφε µαύρα τον χειμώνα; Κι όµως µέσα του ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Ήτανε φιλότιμος. Δεν ήταν φιγουρατζής. Ήθελε να πάει στο κουτουκάκι να πιει κρασάκι».

-Η επαφή του µε τους συναδέλφους και το κοινό του;

«Ο Γιώργος σαν καλλιτέχνης ήταν δεμένος µε το κοινό. Επήγαιναν οικογένειες πάντα. Η  µάνα, ο πατέρας, τα  παιδιά. Μεγάλωσε  γενιές. Καµιά  φορά  πήγαιναν στο κέντρο τα παιδιά, άνδρες πια, παντρεμένοι και λέγανε “Κύριε Γιώργο, µας έφερνε µικρά ο µπαµπάς µε την µαµά και την γιαγιά να σ’ ακούμε”. Είχε ωραίο περιβάλλον στα µαγαζιά. Από ό,τι άκουγα διασκέδαζε πολύ ο κόσµος. Ο Γιώργος δεν ήθελε οι τραγουδίστριες να κατεβαίνουν κάτω και να πίνουν ποτά µε τους πελάτες. Αυτή ήταν η µόνιµη σύγκρουσή του µε τους μαγαζάτορες. Στο “Queen Ann” δούλευε ένα φεγγάρι µε τις αδελφές Δήμα, την Μπέτι και την Μιράντα Δήμα. Μου έλεγε τότε ότι κάθε βράδυ, µα κάθε βράδυ, πήγαινε µια µεγάλη παρέα, 15-20 άτοµα, έκανε µεγάλη κατανάλωση. Προφανώς σε κάποιον άρεζε µια από τις δυο κοπέλες. Πονηρεμένος ο Μητσάκης τις λέει: “Μη τυχόν κατεβείτε κάτω, τελειώσανε οι πελάτες”! “Σώπα τώρα βρε Τζώρτζ”!, απαντούσε γελώντας η Μιράντα. Ένα βράδυ η παρέα δεν ξαναφάνηκε. “Βγήκατε ραντεβού”; -ρώτησε ο Μητσάκης, που ήξερε καλά από τέτοια κόλπα».

-Έρχονταν καλλιτέχνες εδώ στο σπίτι;

«Με τους συναδέλφους του καλλιτέχνες είχε σχέσεις µονάχα στην δουλειά. Είχαµε ένα φίλο µας τον Άγγελο Δεσίρη, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Γιώργος του άρεσε… Επειδή δεν είχε µάθει ελληνικά γράµµατα. Ο Γιώργος ό,τι έκανε, το έμαθε µόνος του. Και την ορθογραφία, και τα ελληνικά. Διότι στην Πόλη κάνανε µια ώρα ελληνικά µόνο, τα άλλα ήταν τούρκικα. Την τουρκική γλώσσα την έγραφε και την μίλαγε, όταν ήρθε στην Ελλάδα, όχι την ελληνική. Ήθελε πάντα τους ανθρώπους, που θα είχε φίλους, τους ήθελε να είναι πολύ πιο πάνω από αυτόν, να πάρει από αυτούς, να μαθαίνει πράγματα. Τότε οι καλλιτέχνες ήταν του Δημοτικού, ελάχιστοι είχαν πάει Γυµνάσιο. Είχε δίψα να µαθαίνει ο Γιώργος. Είχα µια φίλη γειτόνισσα εδώ δίπλα, πέθανε κι αυτή, θα γιόρταζε σήµερα, Σοφία, πανέξυπνη κοπέλα, είχε βγάλει την Εμπορική. Ο Μητσάκης όλο την ρωτούσε, είχε πάντα απορίες,  ιστορικές, γραµµατικές, κοινωνικές. Ρωτούσε συνέχεια όλους τους φίλους µας, µέχρι τα γεράματα μάθαινε».

                                           

Ο Γιώργος Μητσάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 29 Μαρτίου 1921 από φτωχούς γονείς, ο πατέρας του Στέφανος ήταν ψαράς. Το 1935 με το διάταγμα του Κεμάλ να μην έχουν οι ξένοι δικαίωμα στην εργασία, εκπατρίζεται. Το 1937 βρίσκονται στον Βόλο, στην Άφησσο Πηλίου. Στην ταβέρνα «Εν Αφήσσω» του χωριού ζούσε ως τις αρχές του 21ού αιώνα η γυναίκα του συγγενούς, που τους φιλοξένησε, πλην σε βαθειά γεράματα και άνοια, έτσι δεν μπορέσαμε να της πάρουμε συνέντευξη. Μέχρι σήμερα στο μαγαζί οι απόγονοι καμαρώνουν: Από δω πέρασε ο Γιώργος Μητσάκης! Για την ιστορία του πρώτου μπουζουκιού, που ΔΕΝ πούλησε κάποιο δακτυλίδι της μητέρας ή του πατέρα του, την θητεία στην βολιώτικη «Σκάλα του Μιλάνου» και τον περίφημο «Μαύρο πίνακα», έπεται η αυθεντική αφήγηση του Κάρλου Μιλάνου.

Μεγάλο ανήσυχο ταλέντο ο Μητσάκης αναζητεί την ευκαιρία και «της τέχνης του την περιοχή». Αφήνει τον Βόλο. «Εμένα, όμως, το αίμα μου έβραζε-αναφέρει. Μαράζωνα στο ψαροχώρι. Μπαίνω, λοιπόν, στο πλοίο “Κέρκυρα” και φτάνω Θεσσαλονίκη. Εκεί γνώρισα τον Χατζηχρήστο τον Απόστολο. Ήταν άγιος άνθρωπος. Μου έδειξε διάφορα στο μπουζούκι κι ήταν η αιτία, που κατέβηκα στην Αθήνα, δηλαδή στον Πειραιά» (Αυτοβιογραφία). Αυτό συμβαίνει μάλλον το 1938. Τον φιλοξενεί ο Χατζηχρήστος στο σπίτι του στην Δραπετσώνα. Παίζουν με τον Απ. Χατζηχρήστο, τον Ηλία. Ποτοσίδη, τον Γιώργο Κωνσταντινίδη και άλλους ρεμπέτες στον Πειραιά, στο Χαϊδάρι και στην μπύρα του Πίκινου. Στην Κατοχή γνωρίζεται με τον Μανώλη Χιώτη και γυρνάνε για την μπομπότα στα ταβερνάκια. Παραγωγικότατος ο Γιώργος Μητσάκης στο γραµµόφωνο και στο βινύλιο. Στις 78 στροφές έγραψε, όμως, τα αριστουργήματά του. Συνολικά είναι καταγεγραµµένα 665 άσµατα εκ των οποίων 365 είναι ρεμπέτικα, συµπεριλαµβανοµένων των πολλών επανεκτελέσεων. Λέμε «έγραψε» και κυριολεκτούμε, γιατί είναι πασίγνωστη η µανία του να γράφει και τους στίχους των τραγουδιών. Μόνο καµιά τριανταριά κοµµάτια του έχουν ξένους στίχους.