Αναμφίβολα από τους σημαντικότερους πολιτικούς σκιτσογράφους της εποχής μας κυκλοφόρησε πρόσφατα καινούρια, μια ακόμα, ανθολογία του έργου του με τον τίτλο «Οι Ανυπάκουοι» (εκδότης η Σύγχρονη Εποχή). Το κάνει τακτικά, πρέπει να φτάνουν τα 40 τα καλαίσθητα λευκώματα με προσεκτική επιλογή του έργου. Οι «Ανυπάκουοι» φιλοξενούν σκίτσα, που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες «Παραπολιτικά», «Δρόμος της Αριστεράς» και ιστοσελίδα «Militaire.gr». Ο ΣΤΑΘΗΣ (Σταυρόπουλος) πληθωρικός, εύστοχος και ακούραστος σαρκαστής της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας ταξιδεύει και μας ταξιδεύει αταλάντευτα στην προοδευτική και αιρετική όχθη του Πολιτισμού, πάντα με τους ανθρώπους του λαού δίνοντας συχνά πικρή προοπτική στους αγώνες. Πάνω από μισό αιώνα συμπορευτές, από τα χρόνια του «Οδηγητή» και του «Ριζοσπάστη» μέχρι σήμερα συχνά πυκνά διασταυρώνονται οι δρόμοι μας και έπειτα πάλι χωρίζουν για μεγάλα διαστήματα. Μα εμείς πάντα εκεί στην ταξική χειροτεχνία, καθένας με τα όπλα του, δίνουμε το παρόν στους λαϊκούς αγώνες. Ποτέ δεν λείπει από αυτό το κρίσιμο ραντεβού. Στο έργο του Στάθη αρμονικά συνδυάζεται η ιδεολογία με την δράση, κάτι όχι και τόσο αυτονόητο στην εποχή μας. Από την πρώτη στιγμή, που συνεργαστήκαμε μας έκανε μεγάλη εντύπωση η αυτοτέλεια, η αφήγηση και η πρωτοτυπία του σκίτσου.
Ο Στάθης ξεχωρίζει από την πρώτη γραμμή στο ύφος, την ιστορική ανέλιξη, στην αισθητική σχεδίασης, είναι το εντελώς διαφορετικό, μια κατηγορία μόνος του από ό,τι μέχρι σήμερα υπάρχει στην πιάτσα. Έχει ιδιαίτερο τρόπο να κερδίζει το ενδιαφέρον του κοινού. Ούτε αυτό θεωρείται προφανές με δεδομένο ότι η ελληνική γελοιογραφία είναι από τις καλύτερες και τις πιο μεστές στον κόσμο, παλαιόθεν διαθέτει πολλούς καταξιωμένους μάστορες. Επομένως ο κάθε νεοσσός, που φιλοδοξεί να διακριθεί, οφείλει, πολύ πριν βγει, να έχει προσδιορίσει «της τέχνης του την περιοχή», ελάχιστα τα περιθώρια πειραματισμών. Με το καλημέρα ο Στάθης ήταν ετοιμοπόλεμος και εμπλούτισε γενναία την εγχώρια πολιτική γελοιογραφία. Θυμόμαστε τα πρώτα σκίτσα του στον «Οδηγητή» ή στον «Ριζοσπάστη» όλοι έλεγαν πόσο ήταν κάτι καινούριο και διαφορετικό. Θέλουμε να πούμε πάντα υπάρχουν δάνεια και εκλεκτικές συγγένειες πλην κάποιων εξαιρέσεων, όπως καλή ώρα του Στάθη. Ο λιτός, λακωνικός τρόπος έκφρασης εκδηλώνεται και στα γραπτά ή στην ομιλία του Στάθη, όπως ακριβώς είναι στα σκίτσα. Πάντα χειρόγραφο με πολυτονικό σύστημα, πάντα ακρίβεια στον λόγο, γράφει άλλωστε και μικρά κείμενα μαζί ή παράλληλα με τις γελοιογραφίες, που έχουν τον δικό τους σαρκασμό. Θα το δείτε και στην μικρή συνέντευξη, που ακολουθεί.
Ο ΣΤΑΘΗΣ (Διονυσίου Σταυρόπουλος) γεννήθηκε το 1955 στον Πύργο της Ηλείας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Σκηνοθεσία Κινηματογράφου. Άρχισε να δημοσιεύει σκίτσα στην εφημερίδα της Κ.Ν.Ε. «Οδηγητής» και κατόπιν στον «Ριζοσπάστη» έως το 1991. Στην συνέχεια εργάστηκε στα «Νέα», «Ελευθεροτυπία», «Real news», «Αντί», «4 τροχούς», «Μετρό», «Επίκαιρα» και μεγάλο πλήθος περιοδικών και εφημερίδων. Ταυτοχρόνως έγραφε αντιστοίχως και τις στήλες «Υποβρύχιο», «Ναυτίλος», «Ο άνθρωπος, που γελά», «ΠΡΑΒΝΤΑ» κ.ά Έχει κάνει πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ατομικές και συλλογικές, με πολλές διακρίσεις και βραβεία. Σκίτσα του έχουν αναδημοσιευτεί στον διεθνή Τύπο. Έχει εικονογραφήσει λογοτεχνία, παιδική λογοτεχνία, ελληνικά τραγούδια, αφίσες για τις τέχνες και τα εργασιακά θέμα. Έχει εκδώσει 38 βιβλία με ανθολογημένα σκίτσα του και κείμενα.
– «Οι Ανυπάκουοι». Σκληρός σαρκασμός κοινωνίας ραγιάδων, προσκυνημένων και σε βαθύ ταξικό λήθαργο διατελούντων ή ευσεβής πόθος, το δέον γενέσθαι;

«Ακόμα και οι πιο σκληρές στην κριτική τους γελοιογραφίες κρύβουν μέσα τους την ελπίδα να ανατραπεί αυτό, που κριτικάρουν. Υπ’ αυτήν την έννοια και τα πιο απαισιόδοξα σκίτσα είναι εν τέλει ιστορικά αισιόδοξα. Ακόμα και οι γελοιογραφίες, που κάνουν κριτική στον λαό, δεν την κάνουν αφ’ υψηλού. Αυτό θα ήταν κυνισμός, μάλιστα εξουσιαστικός. Η κριτική στον λαό γίνεται “από τα μέσα” με την ειλικρίνεια, που έχουν, όταν μιλάνε δυο φίλοι».
– Πας για 45 χρόνια, κοντά 40 λευκώματα! Τα βασικά κριτήριά σου, που ένα σκίτσο μπαίνει στην ανθολογία;
«Η ανθολόγηση των σκίτσων μου από μένα τον ίδιο είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά. Τελικό κριτήριο είναι η διαχρονική χρησιμότητα, αλλά και όταν αποτυπώνουν μία στιγμιαία σπίθα ενάργειας. Και αυτό, όμως, όταν μπαίνει σε ένα χρονικό αφήγησης (όπως είναι μια Ανθολογία) δίνει το δικό της ηχόχρωμα σε αυτήν την αφήγηση».

– Στα λευκώματα είναι έργα, που προσδοκάς διαχρονικότητα, καλλιτεχνική αισθητική και ιδεολογική αξία;
«Ο χρόνος πάντα διαψεύδει και αναθεωρεί, ενώ ταυτοχρόνως επιβεβαιώνει και καθιερώνει. Τα σκίτσα είναι επικαιρικά, δεν δημιουργούνται για να αναμετρηθούν με τον χρόνο. Όταν το επιτυγχάνουν, δεν σημαίνει ότι αυτά είναι προφητικά αλλά ότι τα πράγματα δεν άλλαξαν. Αν τα πράγματα αλλάξουν, τα σκίτσα απομένουν απλώς μάρτυρες της προσπάθειας για αυτήν την αλλαγή».
– Τώρα, που το σκέφτομαι… Πώς διαχειρίζεσαι το εφήμερο και το σχετικά διαχρονικό;
«Αγαπητέ μου Ηλία, μετά από 200 χρόνια πιθανόν “να έχει απομείνει από αυτές τις πόλεις, αυτό, που πέρασε από μέσα τους, ο άνεμος”, όπως έλεγε ο Μπρέχτ. Αν, όμως, ο κόσμος επιζήσει τόσο πολύ, το 99% των σκίτσων θα βρίσκεται στα αρχεία και το 1% στα Μουσεία. Φυσικά και νοιάζομαι για το έργο μου, για την υστεροφημία μου και την κληρονομιά μου αλλά στο μέτρο του “μηδέν άγαν”».

– Έχεις, δεν έχεις κέφι και έμπνευση, πρέπει να δίνεις καναδυό σκίτσα κάθε μέρα. Πώς το αντιμετωπίζεις ή ό,τι φέρνει η επικαιρότητα;
«Τα σκίτσα είναι κατά 95% δουλειά και κατά 5% έμπνευση. Είναι σκληρή δουλειά, πολλές φορές “καίγεται” το κεφάλι μας, αλλά όπως σε κάθε δουλειά ο σκιτσογράφος πρέπει να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του και να καταβάλλει την μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια, ώσπου να πετύχει το αποτέλεσμα, που προσδοκά. Αν δεν το πετύχει, υπάρχει και η επόμενη μέρα. Αν παρά την προσπάθειά του να μείνει ευχαριστημένος (επειδή προσπάθησε), το αποτέλεσμα παραμένει μέτριο ή κακό, τότε υπάρχει πρόβλημα. Πρέπει να ψάξει και να το βρει».
– Ελληνική γελοιογραφία. Θαρρώ ότι 2 αιώνες ξεχωρίζει τουλάχιστον στην Ευρώπη ή είναι λάθος αντίληψη;
«Η ελληνική πολιτική γελοιογραφία συνομήλικη με την γέννηση του ελληνικού κράτους έχει λαμπρή παράδοση! Πατάει στην λαϊκή φλέβα και στην λόγια δημιουργία με αποτέλεσμα να είναι ακαταμάχητη και δημοφιλής. Η σημερινή γελοιογραφία είναι περισσότερο ενδιαφέρουσα παρά ποτέ, με μόνο ένα ακόμα καλύτερο αύριο να απειλεί την σημερινή της υπόσταση. Είναι τα σκίτσα μας στην πρωτοπορία της Ευρώπης και της Αμερικής».

– Πού οφείλεται η σχεδιαστική ποιότητα, ο πλουραλισμός έκφρασης; Μιλάμε κατά τεκμήριο για έργα τέχνης, με αφήγηση, με φαντασία, αισθητική, ταλέντο…
«Ναι! Νομίζω ότι όλες αυτές τις πολλές δεκαετίες η γελοιογραφία τροφοδοτείται από όλες τις Τέχνες με αποτέλεσμα την εικαστική της δύναμη και την εν γένει αισθητική της. Ταυτοχρόνως η ιστορική μνήμη (και της πολιτικής) εξοπλίζει τα σκίτσα με λόγο, λεπτό, περιεκτικό, εύληπτο. Εικόνα και λόγος, ένα ιδεώδες ιδεόγραμμα. Και ναι, οι γελοιογραφίες είναι σαν ένα χάρτινο θέατρο, που προϋποθέτει αρχή, έχει σώμα και προδιαγράφει ένα τέλος. Με δυο λόγια αφηγείται μια ιστορία ή κάποιες στιγμές αυτής της ιστορίας. Δεν είναι φορμαλιστική, δεν μιλάει στον βρόντο, δεν είναι “τέχνη για την τέχνη”. Είναι δημοσιογραφία και τέχνη για τις μάζες».
– Πόσο οι πολιτικές εξελίξεις, το άκρως παράλογο, που ζούμε εμπνέουν; Όσο πιο «σκατά» είναι η πολιτική σκηνή-όπως στην αποικία Γκραικυλία, τόσο καλύτερες βγαίνουν οι γελοιογραφίες;
«Δεν είναι αναλογικό. Δεν είναι “όσο χειρότερη η πραγματικότητα, τόσο καλύτερα για την γελοιογραφία”. Είναι κάτι πιο σύνθετο και πιο διαλεκτικό. Η ανάλυση των αντιθέσεων και η προσπάθεια να βγει μέσα από αυτήν το “δέον γενέσθαι” είναι μια συναρπαστική διαδικασία παντός καιρού, ανεξαρτήτως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Βέβαια, συνήθως η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι χάλια, χάλια, που ενίοτε υπερβαίνουν την δυνατότητα να τα περιγράψει κανείς. Είναι όταν η γελοιότητα ξεπερνά την γελοιογράφησή της»!

– Ποια γεγονότα επιθυμείς καλύτερα να σχολιάζεις. Γράφεις και σύντομα κείμενα, έχεις ειδική στήλη σε εφημερίδες και..
«Όλα όσα ενδιαφέρουν την πολιτική και τον πολιτισμό. Την κοινωνία και την οικονομία. Τα διεθνή θέματα και την καθημερινότητα των ανθρώπων. Και όπως λες, γράφω και κείμενα. Αυτό είναι μια άλλη ιστορία, αν και υπάρχει μια αλληλεπίδραση με την γελοιογραφία και όσα αυτή σου μαθαίνει. Γίνεται ο λόγος στα κείμενα πιο πυκνός και λακωνικός ή πιο παραμετρικός και σουρεαλιστικός, ή πιο ποιητικός και κρυπτικός, αναλόγως».
– Διδάσκεται και πώς η τέχνη του σκιτσογράφου, έχεις μαθητές, «τσιράκια», που λέγανε οι παλιές συντεχνίες;

«Η γελοιογραφία δεν διδάσκεται. Είμαστε όλοι αυτοδίδακτοι. Ούτε έχω μαθητές, όλοι οι γελοιογράφοι, όπως και εγώ, ανήκουν σε “σχολές”. Αλληλοεπιδρούμε ο ένας με τον άλλο και προερχόμαστε από τους παλιότερους. Κανείς μας δεν έχει πέσει από τον ουρανό-πλην ενός, του Μποστ»…
*** *** ***
Επίλογος από τον πρόλογο του Στάθη στους «Ανυπάκουους»: «Αυτό μου το σκίτσο δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα του “Ριζοσπάστη” τον Φεβρουάριο του 1983. Αναδημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα της “Πράβντα” (σοβιετική εφημερίδα όργανο δημοσιογραφικό του Κ.Κ.Σ.Ε.) στις 4 Δεκεμβρίου του 1983. Γύρω στα 40 χρόνια μετά τίποτα δεν άλλαξε προς το καλύτερο και πολλά άλλαξαν προς το χειρότερο»… Ευτυχώς κάποιοι ακόμα μένουν αμετακίνητοι στο μετερίζι του ταξικού και του αισθητικού αγώνα!









