Στέλιος Παπαδόπουλος: Αυτοδίδακτος σολίστας

Στέλιος Παπαδόπουλος: Αυτοδίδακτος σολίστας

Κυριολεκτικά δεν προλαβαίνουμε να παρουσιάζουμε καινούριες πανέμορφες δουλειές, δισκάκια (CD) με δωρικά μεράκια. Κόντρα σε κυκλώματα και βοθροκάναλα της σκυλοπόπ υποκουλτούρας νέα παιδιά εκφράζουν καημούς αλά παλαιά και σύγχρονα, κυρίως με πολύτροπο ταλέντο. Το λαϊκό τραγούδι ανθοβολεί γενναία και πρωτότυπα-άνοιξη που ’ναι!-και το λέμε για πολλοστή φορά, όχι μόνο γιατί δίνουμε βήμα σε νέους εκτελεστές,  δημιουργούς, προφανέστατο για την ιδεολογία μας και την πλούσια θητεία μας στην καλλιτεχνική ζωή με τριπλή ιδιότητα, του ερευνητή, του δημοσιογράφου και του δημιουργού. Αλλά κυρίως το λέμε  για να τονίσουμε ότι δεν πρόκειται για μίζερη συντήρηση, τέλος πάντων υπάρχουν κάτι λαϊκά τραγουδάκια. Η λαϊκή μούσα και σήμερα και πάντα ανθοφορεί με μέγιστες αξιώσεις, είναι το μόνο ζηλευτό λουλούδι σε άνυδρο πλέον κοινωνικό κήπο. Ο σημερινός καλεσμένος, φίλος και συνεργάτης ξεκίνησε αργά μα σταθερά τον ωραίο, τον δύσκολο, αλλά τόσο λυτρωτικό και δημιουργικό, τις σχετικά λίγες φωτεινές στιγμές, δρόμο.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: «Αγώνας με τον χρόνο», 7 τραγούδια+2 ορχηστρικά, όλα ένα κι ένα. Πριν από χρόνια γνωριστήκαμε στον Βόλο, τότε ήταν υπαξιωματικός της Αεροπορίας πιότερο και λιγότερο μαθητευόμενος μπουζουξής. Δεν πέρασε καιρός,  γοργά εξελίχθηκε σε εξαιρετικό σολίστα. Τώρα αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην λαϊκή μούσα, όσο κόστος-κυρίως οικονομικό-μπορεί να έχει αυτό σε δύσκολες εποχές. Το ξεχωρίσαμε με την μουσική παρέα του κι έντυσε με όμορφες πενιές εκδηλώσεις μας. Παίζουν τα παιδιά αυτά ανά δυάδες (ζυγιές), τριάδες ή κομπανίες-ανάλογα με τους χώρους, που τους φιλοξενούν-ρεμπέτικα τραγούδια σε κατά τεκμήριο αυθεντικές προσεγγίσεις και με σεβασμό. Και να η πρώτη καλλιτεχνική του ευγονία, μουσική, στίχοι, εκτέλεση. Αληθινά μη χάνετε ευκαιρία, ψάξτε καλά, ιδίως όσοι μένετε στην Αττική, αυτούς τους εξαίρετους μουσικούς, τον Στέλιο Παπαδόπουλο, τον Γιώργο Ζορμπά και τόσους άλλους στα ταβερνάκια και λοιπούς χώρους, που ιερουργούν, είναι υπέροχη και ξεχωριστή η όλη ατμόσφαιρα, αυθεντική ψυχαγωγία.

       Στο “Αλαργινό” στην Νίκαια με τους Γιώργο Ζορμπά, Σάκη Νικολετόπουλο και Δημήτρη Μέντη.

Για τον Στέλιο Παπαδόπουλο υπογραμμίζουμε με έμφαση μια «παράξενη» πρωτοτυπία! Ένα εξαιρετικό… καινοφανές, ας πούμε με τρέχουσες μουσικές νόρμες. Μέχρι τα 25 έτη  του το πολύ γρατζουνούσε μια κιθάρα και ξαφνικά του έρχεται πετριά και έμπνευση ακούγοντας τις Βολιώτικες παρέες να μάθει μπουζούκι. Και δεν έγινε ένας κακός, μέτριος, άντε λίγο ή πολύ υποφερτός μπουζουξής. Αμέσως έπεσε στα βαθειά κι έγινε εξαιρετικός, διαρκώς εξελισσόμενος, τα μάλα ψαγμένος σολίστας. Ούτε… παράξενο, ούτε… καινοφανές είναι για την λαϊκή μας μούσα! «Απλώς» μιλάνε μέσα του αφανείς πρόγονοι, ας πούμε μελωδικά γονίδια! Από εκεί και πέρα είναι πώς… τα αξιοποιεί καθένας όλα αυτά, που τον οδηγούν και τα οδηγεί! Ούτε πάλι: «Ακόμα δεν τον είδαμε Γιάννη τον είπαμε», για να θυμηθούμε την λαϊκή θυμοσοφία! Τώρα μόλις ξεκίνησε και έχει τεράστιο δρόμο να διανύσει κυρίως στην νέα δημιουργία. Το τονίσαμε πολλάκις, αξία έχει του καθενός το έργο, η καινούρια κάθε φορά σοδειά πολιτισμού. Το ρεμπέτικο και όποιο άλλο ιστορικό είδος το τραγουδάμε, το παίζουμε, μας παρέχει ακριβή διασκέδαση και ψυχαγωγία-με την αρχαία έννοια των όρων-έχουμε στον ένα ή στον άλλο βαθμό μέθεξη, αλλά πώς συνεχίζεται η μελωδική σκυταλοδρομία, η καλλιτεχνική χειροτεχνία των γενεών και των αιώνων;

Σκέψεις, που γεννήθηκαν ακούγοντας τον δίσκο (CD) «Αγώνας με τον χρόνο», για αυτό και σας τον προτείνουμε και σεις να τον απολαύσετε! Πριν δώσουμε τον λόγο στον ίδιο τον δημιουργό του, ελάχιστα βιογραφικά. Ο Στέλιος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στην Λάρισα τον Απρίλη του 1987 και κατάγεται από τα Τρίκαλα. Είναι αυτοδίδακτος μουσικός και ξεκίνησε την συστηματική ενασχόληση με τα μουσικά όργανα το 2012. Άρχισε να παίζει στον Βόλο, όπου ζούσε και έπειτα στην Αθήνα σε διάφορους χώρους.  Συνεργάζεται με διάφορους καλλιτέχνες, έχει συμμετάσχει σε συναυλίες και φεστιβάλ ανά την Ελλάδα.

  Πανελλήνια συνάντηση ρεμπετών, Αλμυρός Μαγνησίας.

– Πώς προέκυψε και γιατί ο δίσκος «Αγώνας με τον χρόνο»;

«Θα έλεγα ότι πρόκειται για μία εσωτερική αναζήτηση. Τόσο από πλευράς μουσικής όσο και στίχων. Ιδέες πολλές έρχονται και παρέρχονται, αλλά έκρινα πως έπρεπε να ασχοληθώ περισσότερο και πιο ουσιαστικά με το κομμάτι της δημιουργίας. Έχοντας, λοιπόν, περισσότερο χρόνο στην διάθεσή μου μιας και αφοσιώθηκα αποκλειστικά στην μουσική από τις αρχές του 2024, βγήκαν από μέσα μου κάποιες μελωδίες και στίχοι, που δουλεύτηκαν για να διαμορφωθεί αυτό το αποτέλεσμα».

– Γιατί… αγώνας με τον χρόνο; Από τώρα; Νιάτο είσαι ακόμα, τί ακριβώς κυνηγάς;

«Νιάτο; Ίσως ναι ηλικιακά, αλλά δεν ξέρουμε τί μας ξημερώνει, αφενός. Στόχος είναι να μην αφήνω καμία ώρα ανεκμετάλλευτη, αφετέρου. Να μην φτάσω σε μία ηλικία ή μία κατάσταση στην οποία θα πω “αυτό έπρεπε να το είχα κάνει” ή αυτό το έχασα τότε γιατί αδράνησα! Βέβαια μπορεί να έχουμε και σύμμαχο τον χρόνο. Όχι απαραίτητα απέναντι. Για να γίνω βέβαια πιο συγκεκριμένος, εκείνη την περίοδο, που γράφτηκαν τα τραγούδια και στην συνέχεια ο δίσκος, συνέβαιναν διάφορες εξελίξεις στην ζωή μου, που δεν τις προλάβαινα. Πολλή τρεχάλα»!

– Είσαι μπουζουξής; Πώς ξεκίνησες και μάλιστα όχι σε νεαρή ηλικία;

«Παίζω μπουζούκι και μπαγλαμά, που είναι κοντινό όργανο. Παρότι γρατζούνισα κάποτε κιθάρα, δεν ξέρω να παίζω. Ξεκίνησα μεγάλος πράγματι! Είχα κάνει εκκίνηση την εποχή της Α’ Γυμνασίου, που την άφησα γρήγορα για διάφορους λόγους. Βέβαια ρεμπέτικα και παλιά λαϊκά άκουγα από εκείνη την ηλικία. Όταν άκουσα πρώτη φορά την πενιά του Βασίλη Τσιτσάνη και την φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη, το ρίγος που ένιωσα, δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ήταν το “Απόψε μες στο καπηλειό”. Η μεγάλη έμπνευση για να ασχοληθώ ενεργά ήρθε, όταν άκουσα στον Βόλο, όπου ζούσα τότε, σε ένα μαγαζί στην παραλία της πόλης, στην “Θράκα” μια παρέα παιδιών (Τάσος, Γιώργος και Γεωργία) να παίζουν με τρόπο ακριβώς, που είχα φανταστεί από παιδί. Με πάθος για αναζήτηση και πίστη στις πρώτες εκτελέσεις. Εκεί έγινε, που λένε, το κλικ και πήρα την απόφαση: Θα μάθω μπουζούκι»!

    Με τον Αργύρη Νικολάου στα Ναυπηγεία Σύρου στα πλαίσια του 8ου Ρεμπέτικου Φεστιβάλ.

– Αυτοδίδακτος σολίστας. Μάλλον μιλούσαν υπογείως γονικές καταβολές

«Σίγουρα έπαιξαν ρόλο. Ο παππούς μου ο Στέργιος (στην Θεσσαλία Στέργιος και Στέλιος είναι ίδιο όνομα) ήταν μπουζουξής μαζί με τον Χρήστο Τσιτσάνη, τον αδελφό του Βασίλη, στα Τρίκαλα, την δύσκολη πρώτη μεταπολεμική εποχή (Εμφύλιος, κ.λπ.), όπου, βέβαια, βγήκαν πολλά και τεράστια τραγούδια. Έπειτα και ο πατέρας μου…  γαργαλάει το μπουζούκι και την κιθάρα και ο θείος είναι επαγγελματίας μουσικός, μπασίστας. Όσο ζούσε ο παππούς, λοιπόν, παρότι δεν έπαιζε πια, με τις παραινέσεις και τις συμβουλές του με βοήθησε πολύ. Μου μετάδωσε κάτι από την εμπειρία του».

– Τα καινούρια τραγούδια; Στίχοι, μουσικοί, ερμηνεία. Υπέρβαση του Ρεμπέτικου;

«Οι μελωδίες βγήκαν από μέσα μου. Ήταν μία έμπνευση, που ήρθε και έκατσα να την επεξεργαστώ, όσο καλύτερα μπορούσα. Οι στίχοι αφορούν, προφανώς πολλές στιγμές προσωπικές, σκέψεις και εμπειρίες, δικές μου και άλλων ανθρώπων, φίλων ή μη. Ας πούμε ότι εκφράζοντας τις δικές μας καταστάσεις και τα συναισθήματα θέλουμε να κάνουμε παράλληλα και τον ακροατή να νιώσει αυτό, που ακούει, αυτό που του τραγουδάμε! Πάνω από όλα να νοιώθουμε όμορφα αμφότεροι! Υπέρβαση του Ρεμπέτικου; Όχι, ούτε μεταφορικά! Μόνο αγάπη, προσήλωση και σεβασμός για αυτό το διαχρονικό είδος. Και βέβαια μας μπολιάζει με εμπνεύσεις, αλλά καθένας παίρνει δικό του δρόμο και προχωρά και κρίνετε ανάλογα με το ταλέντο του».

– Τρίκαλα, Βόλος, μήτρες λαϊκής μουσικής. Πόσο σε επηρέασαν;

«Άπειρα! Από τα Τρίκαλα, την πόλη απ’ όπου κατάγομαι, προέρχονται τεράστιοι Δημιουργοί! Τί να λέμε τώρα! Μεγάλωσα στην πόλη του Τσιτσάνη και του Καλδάρα, δέος! Εκεί άκουσα πρώτη φορά μπουζούκι και ένιωσα πράγματα, εκεί περπάτησα μεγαλώνοντας στα σοκάκια στο Βαρούσι, όπου έκανε καντάδες ο Τσιτσάνης τόσα χρόνια πριν. Στον Βόλο πήρα το έναυσμα να ξεκινήσω δυναμικά, γύρω στα 25 μου. Σαφώς με διαμόρφωσαν τα ακούσματα και σε αυτήν την πόλη».

   Ηχογραφώντας τον δίσκο στα Temple sudios, με τον Δημήτρη Θωμόπουλο και τον Αργύρη Νικολάου.

– Δεν πέρασες από την «Σκάλα του Μιλάνου», διακρίνω, όμως αποχρώσεις από τον ήχο της. Μελετάς παλιούς σολίστες;

«Ναι, δυστυχώς, την περίφημη “Σκάλα” δεν την πρόλαβα. Πρόλαβα, όμως, τον Στάθη  Μιλάνο, που έκανε-και συνεχίζει ακόμα-διάφορες συναντήσεις με νέους, είναι πολύ  καλός δάσκαλος του μπουζουκιού και παίζει στις παρέες και τα μαγαζιά του Βόλου. Προσπαθούσα, λοιπόν, έστω ως ακροατής, να είμαι σφουγγάρι, να παίρνω πράγματα. Αυτό κάνω και τώρα με κάθε παίχτη, που ακούω, ανεξαρτήτως ηλικίας ή επιπέδου. Από όλους, ακόμα και τον πιο αρχάριο έχεις να μάθεις πράγματα. Πολύ περισσότερο οι παλιοί σολίστες, από τους προπολεμικούς ακόμα μέχρι τους τωρινούς, είναι για άπειρη μελέτη. Λένε πολλά, ίσως τόσα πολλά, που δεν προλαβαίνουμε όλα να τα επεξεργαστούμε. Εάν δεν λένε κάτι εξαιρετικό, για παράδειγμα ο Τσιτσάνης, ο Μάρκος ή ο Δελιάς σε ένα τωρινό μπουζουξή, μάλλον υπάρχει πρόβλημα»!

– Πόσο δύσκολο το ξεκίνημα, να φτιάξεις ωραίο έργο και ανταγωνιστικό, στούντιο, μουσικοί, εκτελεστές, και κατόπιν να το εκδώσεις;

«Στο ξεκίνημα είσαι μόνος. Έχεις μόνο το μουσικό όργανο και ένα μολύβι στα χέρια σου. Έμπνευση, μεράκι να βγει η πρώτη μαγιά. Μετά απαιτείται χρόνος και χρήμα. Τα ξέρεις καλύτερα από εμένα. Το αν είναι ωραίο, σίγουρα το κρίνει ο κόσμος και ο χρόνος. Εδώ να τονίσω πως ο Δημήτρης ο Θωμόπουλος, που παίζουμε μαζί, ήταν καταλυτικός παράγοντας να γίνει όλο αυτό το εγχείρημα. Η ζεστασιά που περιέβαλλε το έργο του δίσκου μουσικά, οι πολύ εύστοχες παρατηρήσεις του, η ώθηση για ακόμα περισσότερη δημιουργία, η εμψύχωση, η φλόγα. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι χωρίς τον Δημήτρη ίσως να μην υπήρχε δίσκος. Μετά ο Αργύρης ο Νικολάου, που παίζει κιθάρα, έδωσε τον δυναμισμό και την ενίσχυση, που έπρεπε. Με τα παιδιά εκτός από συνεργάτες είμαστε και φίλοι, αδέλφια! Μετράει αυτό. Στο μπάσο ο θείος μου ο Αντώνης Πελεκάνης, γιος του παππού μου, του μπουζουξή, που λέγαμε. Όσο αφορά το στούντιο και τις εγγραφές ήμουν τυχερός γιατί ο Παναγιώτης ο Κολοκοτρώνης και τα Temple studios, που γράψαμε και έγινε η παραγωγή, ήταν σημαντικός αρωγός και στην πορεία έγινε και φίλος. Στο τέλος μπήκαν και οι φωνές. Τι φωνές, φωνάρες: Βεργόπουλος, Ζορμπάς, Μπαρτάκη, Νιάνιου, Νιάρχος! Κι εγώ με τον Δημήτρη. Όλους τους ευχαριστώ».

Στο “Ναυάγιο των Αγγέλων” με τον Νίκο Καλλιντέρη.

– Συνεταιρικός δίσκος, συλλογικός, όλη η παρέα βάζει πλάτη και…

«…αλησμόνητη εμπειρία! Περάσαμε πολύ όμορφα, βγάλαμε τα μεράκια μας και γίναμε σαν μία γροθιά. Ηχογραφήσαμε ζωντανά κάτι, που απαιτεί ιδιαίτερο δέσιμο».

– Οι τραγουδιστές; Υπάρχουν σήμερα φωνές πρόθυμες να λένε τα τραγούδια νέου και πρωτοεμφανιζόμενου ή οισυνθέτες τα λέτε οι ίδιοι για να μη χάνετε την δόξα;

«Εννοείται ότι υπάρχουν ταλέντα, φωνές πολύ δυνατές. Δεν θα μπω σε ονοματολογία να μην αδικήσω κάποιον. Τώρα εάν είναι πρόθυμοι, σίγουρα στο επίπεδο της ηχογράφησης είναι μέσα με τα χίλια, που λέμε. Το έζησα κι εγώ στον δίσκο, και είμαι ευγνώμων. Τώρα για τους συνθέτες, μιλώντας εντελώς προσωπικά, στα μαγαζιά, που εργαζόμαστε, λέω και τα τραγούδια μου, όχι για την δόξα αλλά για να ακούγονται. Και είναι μεγάλη η συγκίνηση, όταν βλέπω παιδιά να τραγουδάνε μαζί μας τους στίχους, ή ακόμα περισσότερο να παραγγέλνουν ένα τραγούδι μου. Στον δίσκο, στον τομέα του στούντιο εγώ θεωρώ ιδανικό, θα ήθελα να έχω ακόμα περισσότερους τραγουδιστές να συμμετέχουν. Στα επόμενα»!

– Με δεδομένο ότι τα βοθροκάναλα δεν παίζουν καινούρια τραγούδια αν δεν «λαδωθούν» χοντρά, οιεκτελεστές, τα έχουν στο ρεπερτόριο, τα υποστηρίζουν ή προτιμούν τα παλιά σουξέ;

«Εάν εξαιρέσεις συνθέτες μεγάλους βεληνεκούς, όπως για παράδειγμα ο Βαγγέλης Κορακάκης, γενικά βλέπω ότι τα τραγούδια, που γράφονται σήμερα, δεν παίζονται όσο θα έπρεπε. Σε ότι με αφορά, τα τραγούδια μου τα παίζω, τουλάχιστον κάποια από αυτά κάθε βράδυ. Μόνο έτσι θα μείνουν, ειδάλλως θα ξεχαστούν. Περί καναλιών και τα λοιπά δεν έχω καμία άποψη, είναι και θέμα τύχης πολλές φορές. Επιπρόσθετα δεν γνωρίζω κατά πόσο, εάν σε καλέσουν κάπου, έχεις το ελεύθερο να παίξεις ό,τι θες, το βρίσκω λίγο δύσκολο».

Επιβιώνει κανείς σήμερα από την μουσική;

«Αρκετά πιο δύσκολα από το αν έκανες ένα πιο “κανονικό”, με  πολλά εισαγωγικά, επάγγελμα».

                     Αυλαία στην συναυλία του 8ου Ρεμπέτικου Φεστιβάλ της Σύρου.

Πού βρίσκεται σήμερα η λαϊκή μουσική κυρίως στην νεολαία;

«Εγώ βλέπω ότι η νεολαία αγκαλιάζει το ρεμπέτικο. Είναι τόσο διαχρονικό άλλωστε, που θα ήταν αφύσικο να μη συμβαίνει αυτό. Βέβαια υπάρχει στροφή και προς πιο παραδοσιακούς ήχους, που μόνο καλό μπορεί να κάνει αυτό. Η σύγχρονη μουσική σκηνή έχει και αυτή τους ακροατές της, αλλά εκτιμώ ότι αργά ή γρήγορα όλοι θα γυρίσουν στον Μάρκο, τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, στους μεγάλους παλιούς. Ίσως πάλι ο συνδυασμός παλιών και νέων, η σύνθεση κάθε φορά όλων αυτών των μελωδικών ρευμάτων είναι το παρόν και το μέλλον της λαϊκής μας μουσικής, ανάλογα, βέβαια, και με το ταλέντο του κάθε συνθέτη και εκτελεστή». 

– Ταβερνάκια, γενικά οι μικροί χώροι, όπου παίζετε, έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και ατμόσφαιρα.

«Θα έλεγα ότι η μυσταγωγία, η επαφή και η “συνδιαλλαγή” που γίνεται εκεί μέσα με τους θαμώνες και ακροατές είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια. Είναι κάτι το μοναδικό, ασύλληπτο! Αλληλεπίδραση και εναλλαγή συναισθημάτων, που οδηγούν στο ζητούμενο, που είναι η μέθεξη».

– Έρχεται κόσμος ή λόγω φτώχειας και κρίσης, αφού βγαίνει μια φορά τον μήνα, προτιμά σκυλάδικα και μεγάλες φίρμες;

«Αυτό αφορά τα μουσικά του ακούσματα. Συγκεκριμένα, ο κόσμος ο δικός μας, που μοιραζόμαστε τις ίδιες μουσικές και όχι μόνο ανησυχίες, στηρίζει τις προσπάθειές μας. Μάλιστα, μέρες όχι εμπορικές όπως είναι Παρασκευή ή Σάββατο, έχει πολλές επιλογές να ακούσει όμορφα πράγματα από διάφορα σχήματα. Τα σκυλάδικα και οι μεγάλες σκηνές είναι κάτι διαφορετικό , φυσικά καλώς υπάρχουν αλλά είναι κάτι άλλο. Δεν γίνεται να συγκριθεί με ένα μικρό χώρο, που παίζουμε ντουέτο σκέτα, με φυσικό ήχο».

 Τα σχέδια σου.

«Να έχουμε υγεία άπαντες, να παίζουμε τις μουσικές μας στα μαγαζιά, εκεί που γινόμαστε ένα με τον καημό και το μεράκι του άλλου. Προσωπικά ήδη επεξεργάζομαι κάποια καινούργια πράγματα, και ελπίζω να είναι, να πάνε ακόμα καλύτερα».