ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΩΝΤΑ ΛΑΔΗ

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΩΝΤΑ ΛΑΔΗ

Και μία ξεχασμένη υπόθεση λογοκρισίας για τον δίσκο

«Τα τραγούδια μας» των Μάνου Λοΐζου-Φώντα Λάδη-Γιώργου Νταλάρα *

 

Βρισκόμαστε αυτό το απόγευμα εδώ, με αίσθημα ευθύνης, απέναντι στο φοιτητικό και γενικότερα στο νεολαιίστικο κίνημα. Πραγματικά αυτό το κάλεσμα, αποτελεί τιμή, μέγιστη τιμή για μας, γιατί η πρόκληση προέρχεται από τα νιάτα, τον βηματισμό του μέλλοντος-γι’ αυτό είμαστε ευγνώμονες απέναντί τους. Πάντα, με πρωτοπόρο οργανωτή, την Πανσπουδαστική, η οποία τα τελευταία χρόνια, μετά από επίπονους κι επίμονους αγώνες, όχι χωρίς εμπόδια και προσκόμματα, σκαρφάλωσε στην πρώτη θέση των πανεπιστήμιων. Κι όπως αφουγκραζόμαστε, καθώς καθημερινά βρισκόμαστε στους δρόμους των διεκδικήσεων και του αγώνα, οι φετινές φοιτητικές εκλογές της 14ης Μάη, ακριβώς, σε δυο βδομάδες,  θα ξαναβαφτούν στο κόκκινο του γαρύφαλλου.

Κι είμαστε κοντά σ’ αυτά τα βλαστάρια, τα γεμάτα χυμούς ζωής, που δεν θ’ αργήσουν να γίνουν νέα κλαδιά γεμάτα καρπούς, από τα παμπάλαια δέντρα της συλλογικής μνήμης, προσφέροντας την μια κάποια πείρα μας, πάντα, όμως, σε κοινή πορεία μαζί τους, για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για τον εμπεδωμένο σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Τί μάς έφερε κοντά σας; Η συζήτηση, σε τόνο κουβεντιαστό, για το πολιτικό τραγούδι, το οποίο για τις κομμουνίστριες και τους κομμουνιστές δεν είχε ποτέ, μα ποτέ σημαία ευκαιρίας. Ανέκαθεν από τα πρώτα χρόνια των μαχών του προλεταριάτου, μετά την νικηφόρα Οκτωβριανή Επανάσταση, ήταν ταυτισμένο μ’ αυτό, που συμβόλιζε η αιματοβαμμένη κατακόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο και πάνω της τυπωμένα τα τρία φωτοβόλα γράμματα του κόμματος της εργατιάς, του Κ.Κ.Ε.

Ναι, είναι αλήθεια, χωρίς δεύτερη σκέψη, περασμένη μέσα από την Ιστορία, αυτή η έκφραση της συλλογικής μνήμης με ταξικό πρόσημο με ερμηνευτές τους πρωτογενείς παραγωγούς, δεν είναι πεδίο στατικό, αλλά σε διαρκή κίνηση, με όρους προόδου. Μία από τις παραδειγματικές κορυφώσεις, της συνοδοιπορίας αγώνα και τραγουδιού, περνάει μέσα από το σύνθημα της Ε.Π.Ο.Ν. «Πολεμάμε και τραγουδάμε»! Όμως, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το τραγούδι, που εκφράζει πολιτική θέση, περνάει στην λαϊκή συνείδηση ως μουσικό είδος καταγγελίας και αλλαγής του συστήματος, μετά την δικτατορία. Όμως πρέπει να προσέξουμε ότι η σπορά δεν είχε ευκαιριακό χαρακτήρα, καθώς είχε προηγηθεί μία μακρά κύηση κοντά τριάντα ετών, αφού ο «Ριζοσπάστης» είχε σταματήσει να κυκλοφορεί, από τις 17 Νοέμβρη του 1947, μετά από ψήφισμα της κυβέρνησης Σοφούλη-Τσαλδάρη.

Έτσι, με την αποκατάσταση της ψευδεπίγραφης κι ανάπηρης δημοκρατίας, με ένδυμα κοινοβουλευτικό, τα λαϊκά στρώματα, τα φιμωμένα και καταπιεσμένα, είχαν την επείγουσα ανάγκη να πάρουν αναπνοές, να τραγουδήσουν και να βγουν από το περιθώριο, που τα έχει πετάξει η αστική τάξη. Κι αυτό το εργαλείο, αυτό το μέσον, αυτή η γέφυρα ήταν και είναι το τραγούδι. Το εργατικό άσμα, το ανόθευτο και το αμεσολάβητο, κατευθύνεται στην καρδιά των γεγονότων, καθώς έχει βαθιά τις ρίζες του στους αγώνες και στις θυσίες των εργαζομένων. Δεν είναι διαμαρτυρία, δεν είναι νανούρισμα, δεν είναι κλείσιμο των ματιών μπροστά στο πρόβλημα, δεν είναι διασκεδαστικό με την έννοια της εκτόνωσης. Γι’ αυτό, δεν είναι κρεμασμένο στα μανταλάκια της επικαιρότητας, όπως τα χάρτινα εξαμβλώματα του αστικού Τύπου και δεν είναι πάνω-πάνω καρφωμένο στα μέσα της τάχατες κοινωνικής δικτύωσης.

   Όλο το σώμα αυτού του ειδολογικού αισθητικού προϊόντος, προέρχεται από την λαϊκή βάση, εκεί όπου ακούς τις μηχανές των εργοστασίων μονότονα κι εκκωφαντικά να δουλεύουν, εκεί όπου εργάτες παραδίδουν την δύναμη τους βορά στους εργοστασιάρχες, στους σταθμούς των λεωφορείων και των σιδηροδρόμων προς εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, αλλά όσο πόνος χωράει μέσα του, άλλη τόση είναι η χαρά, η οποία σε τόπους συνάντησης πολλαπλασιάζεται ως συλλογικό αποτέλεσμα.  Είναι σπλάχνο από τα σπλάχνα των λαϊκών και πολιτικών αγώνων, μέσα από δολοφονίες, εξορίες κι εκτοπισμούς, και δεν πάψει ποτέ να λειτουργεί ως αντίστασης και πάλης, με πρωτόκλητη την νεολαία, αυτό το εύπλαστο ζυμάρι του νέου κόσμου.

Αλλά ποια είναι η συνεισφορά του  Φώντα Λάδη, ο οποίος κάθεται, εδώ, δίπλα μας; Είναι ένας από τους κύριους εκφραστές της αδιάπτωτης γοητείας του νεοελληνικού πολιτικού τραγουδιού, χωρίς ν’ αλλάξει  ιδεολογικό προσανατολισμό: Ανέκαθεν η διαπεραστική ματιά του είναι στραμμένη στους αδικημένους και στους όπου Γης εκμεταλλευόμενους εργαζόμενους. Από τα δεκαοκτώ χρόνια του – όταν οι παλαιότεροι φωτισμένοι πρωτοπόροι αγωνιστές συγγραφείς τού ανοίγουν τις θύρες του προοδευτικού μηνιαίου περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης»-παραμένει, έως την σημερινή κατακτημένη ωριμότητά του, ένα φωτεινό παράδειγμα μαχόμενου συγγραφέα. Η πρώτη συγγραφική περίοδός του επωάζεται, ενώ ακόμη είναι φρέσκες οι μνήμες του από τα σχολικά θρανία, τα οποία μοιράζεται με τα παιδιά των αφανισμένων καπνεργατών της Δράμας, που στην πλειονότητά τους έχουν μεταναστεύσει στην Γερμανία για να εργαστούν ως βιομηχανικοί εργάτες. Η μουσική υπόκρουσή της, αν και δεν εγγράφεται, κρατάει από τα λαϊκά τραγούδια, σφραγισμένα με τη φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη.

Τα χρόνια περνούν και δεν αποχρωματίζουν, δεν ακυρώνουν το ανεπίληπτο και το ακέραιο του χαρακτήρα του. Τα ποιήματά του-ακόμη κι αυτά που δεν έγιναν τραγούδια -δεν έπαψαν ποτέ να μιλούν για την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης, αυτό το ανεκπλήρωτο αίτημα της εργατικής τάξης, μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο. Μα, ο ποιητής δεν άλλαζε, δεν μεταμορφωνόταν, δεν τα κονόμαγε. «Ξεροκέφαλος», καθώς ήταν, έμενε ίδιος και απαράλλαχτος. Ο αντιδικτατορικός αγώνας και η αντιφασιστική πάλη επανέρχονται στα γραφτά του ως οι κορυφώσεις αντίστασης της αγωνιζόμενης ταξικής συνείδησης. Η προσωπικότητά του βαφτίζεται στα απελευθερωτικά συνειδησιακά νάματα της δεκαετίας του ’60, τα οποία πηγάζουν από τη δολοφονία του βουλευτή της Ε.Δ.Α. και μαιευτήρα-γυναικολόγου Γρηγόρη Λαμπράκη.

  Λίγες μέρες μετά, τον Ιούνη του 1963, αυτή η ρωγμή στο πολιτικό σύστημα τίκτει, σε δύσκολη γέννα, την Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Σ’ αυτήν εντάσσεται το εικοσάχρονο «παιδί» και από τότε δεν ξεπουλήθηκε, δεν εξαγοράστηκε, δεν ταλαντεύτηκε. Την αλγεινή αυτή ατμόσφαιρα, μέσα σε εξήντα χρόνια συνεχών κι επίμονων παρεμβάσεων και σχολιασμών, με όχημα το πολιτικό τραγούδι του, περικλείει στο σύνθεμά του «Τα τραγούδια του νόμου και της τάξης» (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).  Σ’ αυτό το σημείο, θα σταθούμε στην επιφυλλίδα του «Το πολιτικό τραγούδι», που σε δύο συνέχειες στον «Ριζοσπάστη» (23 και 25 Γενάρη 1977), με σαφήνεια διατυπώνει το στίγμα του αιτήματός του.Αποσπασματικά, ας το διατρέξουμε:

«Σήμερα που οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές, το πολιτικό τραγούδι δίνει το περιβάλλον της ποιητικής του συγκεκριμένου είδους, που απευθύνεται στους αγώνες των μαζών, πρέπει να παρακολουθεί και να βοηθάει άλλου είδους αγώνες. Νέα προβλήματα μπαίνουν στους δημιουργούς. Πρέπει ν’ ανοίξουν δρόμους, να δημιουργήσουν νέες μορφές. Το ηρωικό τραγούδι, το επικό είναι πάντα μια χρήσιμη μορφή. Αλλά και η σάτιρα διεκδικεί μια σημαντική θέση….. Δεν μπορούμε να μιλάμε για πολιτικό τραγούδι χωρίς να μας ενδιαφέρει κι η λαϊκότητά του, η απήχησή του στο κοινό, επομένως κι η ελληνικότητά του. Ασφαλώς όχι με την κραυγαλέα μορφή, με τη στείρα απομίμηση του φολκλόρ, αλλά με κάποια δημιουργική, άμεση ή έμμεση αναφορά….. Από μια εννοιολογική σκοπιά….. δεν είναι σκόπιμο να τείνει πάντα σε μια απλοποίηση των πραγμάτων. Δεν φτάνει να υμνεί τους αγώνες των καταπιεζομένων. Η πίστη στον αγώνα και στην αισιοδοξία ασφαλώς και είναι στοιχεία απαραίτητα. Άλλο τόσο όμως είναι απαραίτητο, άλλα τραγούδια να αντικαθρεφτίζουν τις δυσκολίες και τους κινδύνους που διατρέχουν οι λαϊκοί αγώνες. Τραγούδια που ν’ απευθύνονται κυρίως στη λογική. Που να τείνουν στο ανέβασμα της ταξικής συνείδησης και της επαγρύπνησης. Το τραγούδι μας, αν θέλουμε να έχει αποτέλεσμα, πρέπει να γίνει σημαία, με απλούς τρόπους όλων των πολύπλοκων πραγμάτων, που η γνώση τους είναι το αληθινό πρόσωπο της αισιοδοξίας».

       Μάνος Λοΐζος, Φώντας Λαδής και Γιώργος Νταλάρας στην συνέντευξη για “Τα τραγούδια μας”.

Έχει προηγηθεί, μόλις πριν έναν χρόνο, η κυκλοφορία του δίσκου «Τα τραγούδια μας», στον οποίο συντονίζεται ο στίχος του με την μουσική του Μάνου Λοΐζου, κι αυτή η ευτυχής στιγμή περνάει στο πλατύ λαϊκό ακροατήριο, μέσα από τον πειστικό φωνητικό αγωγό Γιώργο Νταλάρα. Όλα τα τραγούδια ένα κι ένα, βρίσκουν με την μία τον αποδέκτη τους, τον πολλαπλώς ταλανιζόμενο εργάτη. Να θυμίσουμε ορισμένα απ’ αυτά: «Το δέντρο», «Λιώνουν τα νιάτα μας», «Πάγωσε η τσιμινιέρα», «Στη δουλειά και στον αγώνα».

 Τί τα θέλετε όμως. Την εποχή της μεταδικτατορικής διακυβέρνησης Κ. Καραμανλή, ο δημοσιογράφος Γιάννης Λάμψας(1921-2002) ως διευθυντής της Ε.Ρ.Τ. λογοκρίνει και απαγορεύει την αναμετάδοση έξι τραγουδιών από τον δίσκο. Η δε τότε Υ.ΕΝ.Ε.Δ. ανεβάζει το απαγορευμένα τραγούδια σε οκτώ! Σχετικό ρεπορτάζ δημοσιεύει ο «Ριζοσπάστης», το Σάββατο 30 Οκτώβρη 1976, στην στήλη «Η τέχνη ανήκει στο λαό». Διαβάζουμε τον τίτλο: «Απαγορεύονται τα κομμουνιστικά τραγούδια»! Συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής εμφανίζονται σε κοινή συνέντευξη Τύπου, μέσα από την οποία καταγγέλλουν τις μεθοδεύσεις φίμωσης της καλλιτεχνικής δημιουργίας «Τα τραγούδια μας». Ο 39χρονος μελωδός Μάνος Λοΐζος, φανερά οργισμένος, τονίζει: «Λυπάμαι που μπαίνουν πάλι σε εφαρμογή οι παλιοί μηχανισμοί λογοκρισίας και καλώ εσάς και όλο το λαό σε επαγρύπνηση. Καλώς επίσης τους συναδέλφους μου σε μια δυναμική αντιμετώπιση ενάντια στη πρόκληση και στην νέα απειλή».

Από την πλευρά του, ο διαυγής 33χρονος Φώντας Λάδης υπογραμμίζει: «Εκείνο που ενοχλεί είναι οι στίχοι, το περιεχόμενό της, η αναφορά τους σε κοινωνικά προβλήματα. Η λογοκρισία γίνεται με πολιτικά κι όχι με καλλιτεχνικά κριτήρια». Σε ερώτηση, απευθυνόμενη στον 27χρονο Γιώργο Νταλάρα, αν τα τραγούδια απαγορεύτηκαν, γιατί ακούστηκαν στο Φεστιβάλ της Κ.Ν.Ε., αυτός ξεκάθαρα απαντάει: «Ίσως είναι κι αυτό αιτία της απαγόρευσης. Τους ενοχλεί ότι εκφράζουν αγώνες μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας».

———————  

* Ομιλία του δημοσιογράφου σε προεκλογική εκδήλωση της Πανσπουδαστικής με αφορμή  “Τα τραγούδια του νόμου και της τάξης”. Στο αρχείο “Της Τέχνης τα καμώματα” διαβάστε παρουσίαση της εν λόγω εξαιρετικής μελωδικής εργασίας.