Ο Άγγελος Σικελιανός είναι από τους σημαντικότερους ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Συνδυάζοντας στην ποίησή του το λυρικό και επικό στοιχείο μάς έδωσε μια εποπτεία του κόσμου. Μέσα από τους ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντές του δεν παρακολούθησε μόνο τις τύχες του ελληνικού έθνους στην ιστορία, αλλά φιλοδόξησε να υψώσει τον άνθρωπο και να τον ταυτίσει με τους ρυθμούς του Σύμπαντος. Ωστόσο πρέπει να πούμε ότι ο Α. Σικελιανός δεν έχει μελετηθεί και δεν έχει προβληθεί ανάλογα με την αξία του έργου του. Θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε την ποιητική του, την τέχνη δηλαδή της ποίησής του. Συγκεκριμένα θα εξετάσουμε τις θεωρητικές αρχές και τους κανόνες που ακολουθεί, καθώς και τις τεχνικές και τους εκφραστικούς τρόπους, που χρησιμοποιεί, για να συνθέσει το αξιόλογο έργο του και να δημιουργήσει προσωπικό ύφος.
Ο Σικελιανός, παρά την αντίθετη άποψη μερικών, δούλευε πάρα πολύ τα ποιήματά του, για να τα ολοκληρώσει. Ο Γιώργος Σαββίδης που μελέτησε το Αρχείο του τονίζει ότι ο ποιητής αργούσε να φτάσει στην τελική μορφή των ποιητικών και πεζών κειμένων τους. Σε ορισμένα μάλιστα η κυοφορία διαρκούσε μήνες ή και χρόνια ολόκληρα. Ο Σικελιανός θεωρεί ότι η ποίηση πρέπει να διέπεται από ελεύθερη και ρωμαλέα πνοή, που από την μια εκφράζει οράματα και από την άλλη μουσικότατους ρυθμούς και μελωδίες. Το ποίημα, κατά την άποψή του, αποκαλύπτει και περιγράφει μια βασική συγγένεια της ύπαρξης με το φως.
Ο Σικελιανός θέλει να είναι και Ποιητής και Στοχαστής και Μύστης σε αρμονική ενότητα. Στην νεοελληνική ποίηση είναι το πληρέστερο υπόδειγμα του ποιητή-προφήτη. Η οραματική του φαντασία, η κοσμοθεωρητική διάθεση, ο συγχρωτισμός του με τις αρχαίες θρησκείες και τον ορφισμό τον έκαναν ποιητή-μύστη, ποιητή-προφήτη. Ως προφήτης, ήταν απόλυτα και κατηγορηματικά αισιόδοξος. Αντίθετα προς τους άλλους σκοτεινούς προφήτες του θανάτου, προβάλλει το μέλλον χρυσό και ρόδινο. Πιστεύει ακράδαντα στην σωτηρία του ανθρώπου. Σαν οδηγητής–μύστης ήθελε να επηρεάσει το μέλλον του έθνους και της ανθρωπότητας. Ζητούσε να διευρύνει ο αναγνώστης των στίχων του τους ορίζοντες και να συλλάβει τα αιτήματα της ανθρωπότητας.
Ο ποιητής αναγνωρίζει την ύπαρξη δυο κοσμογονικών στοιχείων, του υλικού και του πνευματικού, και παράλληλα την λειτουργία δύο κόσμων, του φυσικού και ανθρώπινου. Από δω προέρχονται και οι δυο βασικές ανθρωπολογικές ιδέες του, η οικουμενικότητα – ο άνθρωπος είναι πάνω από φυλές σ’ όλη την γη – και η πνευματική (ηθική) συνοχή και αλληλεγγύη των γενεών μέσα στην ιστορική διάρκεια. Μια από τις βασικές ιδέες του Σικελιανού είναι η ακόλουθη: Ο λόγος, δηλαδή η λογική είναι ανεπαρκής για την σύλληψη του βαθύτερου νοήματος του κόσμου και της μοίρας του ανθρώπου. Ο Άγγελος Σικελιανός προτείνει την αντικατάσταση του λόγου από την αισθαντικότητα, την ευαισθησία. Τι σημαίνει γι’ αυτόν η αισθαντικότητα; Σημαίνει την ουσιαστική ταύτιση με την πνοή της πραγματικότητας, που υπερβαίνει τον χρόνο, για να φτάσει στην ενότητα, που καταργεί το δυϊσμό ύλης και πνεύματος. Η σχετική αντίληψη καθρεφτίζεται πολύ καθαρά από τα πρώτα ποιητικά του έργα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον «Αλαφροΐσκιωτο».
Ο Ελληνισμός έπειτα αποτελεί οργανικό σύνολο, που συνδέεται αρμονικά με την κοσμοθεωρία του. Η Ελλάδα είναι παρούσα στην ποίησή του, σαν μνήμη και εμπειρία, σαν έντονη “συνείδηση της γης και της φυλής”. Σ’ ένα βίωμά του μοναδικό εμπεριέχονται μύθος και ιστορία. Ένας άλλος άξονας της ιδεολογίας του Σικελιανού, που διατρέχει την ποίησή του και καθορίζει ως ένας βαθμό τη θεματολογία του, είναι “ο μέγας θάνατος και η ανάσταση” . Τα δυο αυτά στοιχεία εκφράζουν την περιοδική ανακύκληση της ζωής. Μέσα από το θάνατο θα προέλθει η ανανέωση, η πραγματική αναγέννηση. Ειδικότερα ο θάνατος ταυτίζεται με τα πάντα, με την φύση, με τους ανθρώπους. Ο θάνατος δηλαδή ταυτίζεται με την ζωή. Τα παραπάνω αποτελούσαν βασικό δόγμα των Ελευσίνιων Μυστηρίων και της Διονυσιακής λατρείας.
Άλλες αρχές, που ασπάζεται ο Άγγελος Σικελιανός και εντάσσονται στη Δελφική Ιδέα του (Δελφικό Λόγο), είναι οι εξής: Η αρχή της Ευρυθμίας, η αρχή της Ακτινοβολίας και η αρχή της Απλότητας. Η αρχή της Ευρυθμίας είναι αρχή, με την οποία πλουτίζεται ο εσωτερικός κόσμος του καθενός. Η αρχή της Ακτινοβολίας κατόπιν συνδέει τον άνθρωπο με τον ‘Ήλιο. Είναι η πηγή του άρτιου λόγου και ο Άγγελος Σικελιανός, όπως προαναφέραμε, έγραφε και ξαναέγραφε τα ποιήματα, για να πετύχει την αρτιότητα. Όσο για την αρχή της Απλότητας, μας υψώνει από την χαμηλότερη βαθμίδα της ζωής και της πραγματικότητας στο άδυτο της αληθινής δημιουργίας και δόξας. Αφήνει το πνεύμα μας ελεύθερο. Αυτό το διαπιστώνουμε διαβάζοντας την ποίηση του Α. Σικελιανού.
Ο ποιητής, καθώς βλέπει τον κόσμο ως μια ενότητα, από την δεύτερη συγγραφική του περίοδο (1910-1935) εργάζεται ακατάπαυστα να συμφιλιώσει τα αντίθετα. Όπως σημειώνει ο Οδυσσέας Ελύτης, προβάλλει το ιδανικό ενός ανθρώπου αδέκαστου και έτοιμου να ταυτιστεί με τους ρυθμούς του σύμπαντος. Συγκεκριμένα μέσα από το συγκρητισμό συνταιριάζει τον αρχαιοελληνικό με τον χριστιανικό μύθο, τον Ορφισμό με τον Χριστιανισμό. Με την Δελφική ιδέα, επίσης, συνταιριάζει το ήθος ενός νέου ουμανισμού. Όπως στους Δελφούς αδελφώθηκε ο Διόνυσος με τον Απόλλωνα, το γόνιμο δηλαδή πάθος με το φωτεινό Λόγο, έτσι και ο Σικελιανός συνταίριαξε τις αντιθέσεις, που σπαράζουν την ανθρωπότητα. Θέλησε να συμφιλιώσει πάλι τον άνθρωπο με την Γη και τα πεπραγμένα της. Δημιούργησε ένα σύνθετο τύπο, ένα πρότυπο, που έχει πολλές όψεις, πολλά πρόσωπα, ανάλογα με τις μυθικές, ιστορικές ή φυσικές συγκυρίες. Οι θηλυκές, λόγου χάρη, μορφές, στις οποίες συνταιριάζονται θεές, θνητές γυναίκες, ζώα θηλυκά, έννοιες – αναφέρω ενδεικτικά την Παναγία, που ταυτίζεται με τη Δήμητρα ή την Αλκμήνη, και την πολυμορφική Μητέρα, που εμφανίζεται ως Μητέρα Ελλάδα – εκφράζουν τον πόνο της μάνας, που θλίβεται για το πάσχον παιδί της. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την “μυθική μέθοδο” του Σικελιανού. Μ’ αυτή επιλέγει ορισμένα στοιχεία από μύθους, που έχουν χρησιμοποιήσει αρχαίοι συγγραφείς, αλλά και νεότερα, και δημιουργεί ξεχωριστό δικό του μύθο. Η παραπάνω μέθοδος αποτελεί ένα από τα ειδικά επίπεδα της “ποιητικής” του.
Δυο κύρια γνωρίσματα, που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο Άγγελο Σικελιανό, η ευφορία και η ένταση, αντανακλώνται και στο ποιητικό του έργο. Είχε εκπληκτική αφθονία ψυχική. Μέσα του έσφυζε τόσο πλούσια φλέβα ζωής και ο αισθηματικός του κόσμος παρουσίαζε μεγάλο όγκο συγκινήσεων και ποικιλία συναισθηματικών τόνων. Από το άλλο μέρος το ποιητικό ταλέντο του είναι τόσο πηγαίο, ισχυρό και γνήσιο, ώστε σχηματίζει κάποιος την εντύπωση πως γι’ αυτή την εξαίρετα προικισμένη και προνομιούχα φύση η ποίηση ήταν ξέσπασμα και ξεχείλισμα ζωής. Ο «Αλαφροΐσκιωτος», η «Μήτηρ θεού», τα χορικά των τραγωδιών είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ένας λυρικός χείμαρρος κυλάει εδώ ακατάσχετα, που όμοιό του ίσως δεν έχει γνωρίσει η νεοελληνική ποίηση. Παράλληλα με την ευφορία πηγαίνει και η ένταση ως γνώρισμα και του χαρακτήρα και της ποιητικής του δημιουργίας. Τα ποιήματά του τα διακρίνει η ένταση του συναισθήματος και του λόγου που εκφράζει τόσο ισχυρή πάντοτε συγκινησιακή δόνηση της ψυχής. Παντού ο τόνος είναι δυνατός, στην διαπασών.

Ένα από τα θεμελιώδη και διακριτικά επίσης γνωρίσματα του έργου του και τελικά ολόκληρης της ποιητικής του Σικελιανού, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά στο έργο «Μήτηρ θεού», είναι ότι ανιχνεύει το μέγιστο μέσα στο ελάχιστο, το καθολικό μέσα στο επιμέρους, το πνευματικό μέσα στο εμπειρικό, τον πολιτισμό μέσα στην φύση. Πρέπει να τονίσουμε ότι ο Σικελιανός αποδέχτηκε την γλωσσική ενότητα στην ελληνική παράδοση. Ιδίως στα έργα της ωριμότητάς του βλέπουμε με πόση άνεση εμπλουτίζει την γλώσσα του με στοιχεία παρμένα από παλιότερες περιόδους της γλωσσικής μας ιστορίας. Αντλεί γλωσσικό υλικό και από την αρχαιότητα και από το Βυζάντιο και από τα μεταγενέστερα χρόνια. Όσο για την τελευταία περίπτωση, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο ποιητής έζησε στην ύπαιθρο πολύ και πρόσεξε την γλώσσα του λαού στην πρώτη της πηγή, στον προφορικό λόγο. Δείγμα,, λοιπόν ακαταμάχητο ότι είχε αφομοιώσει την ελληνική παράδοση είναι ο εξαίσιος τρόπος, με τον οποίο εντάσσεται στο μοντέρνο λόγο του το παλιό υλικό. Κι εδώ επιτυγχάνει την αρμονία με την χώνευση του προαιώνιου υλικού σε μια και αδιαίρετη ενότητα. Αξίζει να προσθέσουμε ακόμη ότι ο ποιητής πλούτισε την γλώσσα με καινούργιες σύνθετες λέξεις. Η γλωσσοπλαστική του ικανότητα μάλιστα είναι ανάλογη με την γνησιότητα του ποιητικού του παλμού. Δημιούργησε έτσι καινούργια ποιητική γλώσσα, η οποία στα χρόνια της ωριμότητας παίρνει τόνο πρωτόγνωρο, σχεδόν μοναδικό έκτοτε, τόνο φιλικής συνομιλίας και εκμυστήρευσης.
Ας έρθουμε στο εκφραστικό επίπεδο. Πρώτα ας δούμε την παρομοίωση. Έχει δεσπόζουσα θέση στην ποίηση του Άγγελου Σικελιανού από το 1915 και εξής. Την μεγαλύτερη ανάπτυξη θα πάρει στις «Συνειδήσεις», στις οποίες θα αναδειχθεί σε σημαντικό εκφραστικό στοιχείο με το οποίο αρθρώνει και εκφράζει την κοσμοθεωρία του. Της δίνει τέτοια βαρύτητα, ώστε αντιστρέφει τον παραδοσιακό της ρόλο. Μετατρέπει δηλαδή το συνήθως δευτερογενές αναφορικό σκέλος της σε κατ’ εξοχήν φορέα του ποιητικού νοήματος. Ειδικότερα στην πρώτη περίοδο (1902-1910) του «Λυρικού Βίου» χρησιμοποιεί ως τρόπο εκφοράς του αρχαίου μύθου κυρίως την παρομοίωση. Οι παρομοιώσεις αυτής της περιόδου είναι σύντομες και παραστατικές, αλλά κάπως στατικές. Συνήθως η κυρίως παρομοίωση αποτελείται από μία ή ελάχιστες λέξεις. Στη δεύτερη συγγραφική του περίοδο (1910-1935) οι παρομοιώσεις έχουν μεγαλύτερη ένταση και έκταση. Ο Άγγελος Σικελιανός παραλληλίζοντας δύο πρόσωπα, αντικείμενα ή περισσότερες απόψεις, στις οποίες βρίσκει ομοιότητες, προχωρεί στην ανάλυση ή στη χρήση πολλών λεπτομερειών. Μ’ αυτόν τον τρόπο η παρομοίωση αναπτύσσεται και από στατική γίνεται δυναμική. Στις «Συνειδήσεις» μάλιστα η πυκνή χρήση της παρομοίωσης επιβραδύνει την ολοκλήρωση της ποιητικής έκφρασης. Το αναφορικό μέρος εισάγεται συνήθως με τους συνδέσμους “όπως”, “σαν”, “καθώς” και προηγείται του δεικτικού μέρους που εισάγεται με το “έτσι” και σπανιότερα με το “όμοια”.

Ιδιαίτερα τον γοητεύουν τα επιφωνήματα, που τα συναντούμε συχνά, κυρίως στον «Πρόλογο στη Ζωή». Με την αναφώνηση αυτή ο ποιητής εκφράζει συναισθηματική δόνηση. Τα επιφωνήματα, σαν κατηγορία του λόγου ιδιαίτερη, υποβοηθούν στην έκφραση αλλεπάλληλων εννοιών. Με όλη την ποικιλία, που παίρνουν κάθε φορά, κλητικά, θαυμαστικά, εκπληκτικά, βγαίνουν, σαν αυτόματος φυσικός φθόγγος, από το ανθρώπινο στόμα και εκφράζουν τις εντυπώσεις και την πλημμύρα των συναισθημάτων. Ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο ακόμη είναι η επανάληψη στίχων. Οι στίχοι του Σικελιανού από τον «Πρόλογο στη Ζωή» συναντώνται σχεδόν οι ίδιοι και σε άλλα ποιήματά του. Αυτό δείχνε ότι ο ποιητής ξεκινά πάντα από τις πιο γνώριμες αφετηρίες και επανέρχεται σε μοτίβα εντελώς δικά του. Εμμένει δηλαδή σταθερά στις ίδιες πηγές έμπνευσής του. Η φράση του Α. Σικελιανού στηρίζεται στο ισχυρό ουσιαστικό και στην ευρεία αξιοποίηση των λέξεων–εργαλείων. Η ποίησή του συγγενεύει με τη μοντέρνα ποίηση. Αυτό φαίνεται και από την αποσπασματική έκφραση που χρησιμοποιεί, όπου το βάρος της συγκίνησης το μεταφέρουν οι λέξεις. Το παραπάνω μάς παραπέμπει στην ποιητική του Γιώργου Σεφέρη «Μυθιστόρημα».
Ειδικότερα με παράδειγμα τον «Αλαφροΐσκιωτο» ο Σικελιανός είχε προλάβει τις εκφραστικές εξελίξεις κατά 20 χρόνια απελευθερώνοντας τον στίχο, πράγμα, που καλλιέργησαν συστηματικά στον τόπο μας οι υπερρεαλιστές. Εδώ συνδυάζει τον αυστηρό στίχο με ένα είδος στίχου, που αποκλίνει από την παραδοσιακή στιχουργία και που ονομάζεται ελευθερωμένος στίχος. Στον «Πρόλογο στη Ζωή» χρησιμοποιεί ένα είδος ιδιότυπου ετερόμετρου ελευθερωμένου στίχου. Τα μέτρα που εναλλάσσονται είναι βασικά ίαμβοι και τροχαίοι. Έχουμε δηλαδή εναλλαγή βραδύτερων και γοργότερων μετρικών βηματισμών. Η διάθεση του ποιητή για δραστικές επεμβάσεις στη δομή του παραδοσιακού στίχου δεν περιορίζεται στη χρήση του ελευθερωμένου στίχου, αλλά και στην χρήση τολμηρότατων διασκελισμών. ΄Άλλη απόκλιση από τα παραδεδομένα, που πρωτοεμφανίζεται στις «Συνειδήσεις», είναι ότι ο ποιητής χρησιμοποιεί συχνά, ακόμη και στο πλαίσιο της ίδιας στροφικής ενότητας, τις βραχύτερες και ταυτόχρονα τις μακρύτερες μορφές στίχου που έχουμε στη γλώσσα μας. Αρχίζει από τον μονοσύλλαβο στίχο και καταλήγει στον δεκαπεντασύλλαβο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η «Συνείδηση της Γης μου» είναι το “πεζότερο μέρος”, όχι μόνο, γιατί περιέχει μεγάλο ποσοστό άμετρων στίχων, αλλά επειδή είναι περισσότερο έλλογη και αφηγηματική. Αποτέλεσμα να καθίσταται δυσδιάκριτος πολλές φορές ο μετρικός βηματισμός ή να λύεται. Ωστόσο ούτε ο ελευθερωμένος στίχος του Κωστή Παλαμά ούτε αυτός του Κωνσταντίνου Καβάφη κατόρθωσαν να φτάσουν σε τόσο προχωρημένες μεταρρυθμιστικές προτάσεις, όσο ο στίχος των «Συνειδήσεων» του Άγγελου Σικελιανού. Βέβαια ο ποιητής δεν εξαντλεί την ποιητική δραστηριότητα σ’ αυτό το είδος του στίχου, αλλά ταυτόχρονα καλλιεργεί και την αυστηρά μετρική μορφή, η οποία θα τον απορροφήσει, κατά το μέγιστο μέρος.

Βιβλιογραφία
Οδυσσέας Ελύτης, “Τα σύγχρονα ποιητικά και καλλιτεχνικά προβλήματα (συνοπτική τοποθέτηση της ποίησης του Σικελιανού), περ. “Καλλιτεχνικά Νέα” 15 (1944), σσ. 15-20.
Οδυσσέας Ελύτης, “Πέντε κορυφαίοι νεοέλληνες λυρικοί (Σολωμός, Κάλβος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός)”, περ. “Αγγλοελληνική Επιθεώρηση” 1(1945), σσ.20-25.
Περιοδικό ”Νέα Εστία”, Άγγελος Σικελιανός, αφιέρωμα, τομ.ΝΒ΄, τεύχος 611, Αθήναι Χριστούγεννα 1952
Θ. Ξύδης, Άγγελος Σικελιανός, “Ίκαρος”, Αθήνα 1973.
Ε. Π. Παπανούτσος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, “Ίκαρος”, Τέταρτη έκδοση, Αθήνα 1977.
Δ. Δημόπουλος, Σικελιανός, ο Ορφικός, “Ίκαρος”, Αθήνα 1981.
Γ. Π. Σαββίδης, “Πρόλογος” στο Άγγελου Σικελιανού, Λυρικός βίος, τόμος Α’, “Ίκαρος”, δεύτερη ανατύπωση, Αθήνα 1981, σσ.9-81.
Π. Πρεβελάκη, Άγγελος Σικελιανός, έκδοση “Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης”, Αθήνα 1984.
Ρ. Φράγκου-Κικίλια, Πέντε μελετήματα για τον Άγγελο Σικελιανό, έκδοση “Θεωρία”, Αθήνα 1984.
Λία Παπαδάκη, Το εφηβικό πρότυπο και η δελφική προσπάθεια του Άγγελου Σικελιανού, ”Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.”, Αθήνα 1995.
Αντρέας Φυλακτός Ο μύθος και η λύρα, – Ο αρχαιοελληνικός μύθος στον “Λυρικό Βίο” – Συμβολή στη μελέτη των πηγών και της ποιητικής του Άγγελου Σικελιανού, έκδ. “Καστανιώτη”, Αθήνα 2003.
Εισαγωγή στην ποίηση του Σικελιανού – Επιλογή κριτικών κειμένων (επιμέλεια Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος), έκδ. Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011.
Μαντώ Μαλάμου, Τα προσωπεία του Διονύσου – Η Θυμέλη του Άγγελου Σικελιανού και το αρχαίο δράμα, έκδοση “Γρηγόρη”, Αθήνα 2014.




