Ο Ανδρέας Δέλλιος και οι ήχοι των οργάνων

Ο Ανδρέας Δέλλιος και οι ήχοι των οργάνων

Χρόνια πολλά θέλαμε να μιλήσουμε με οργανοποιό και η ευκαιρία δόθηκε στο φετινό Φεστιβάλ Ρεμπέτικου Τραγουδιού στα Γιάννενα, όπου γνωρίσαμε καλύτερα τον Ανδρέα Δέλλιο εκ Θεσσαλονίκης. Ήταν στην έκθεση μουσικών οργάνων και πιάσαμε αυθόρμητα σύντομη μα αρκετά δημιουργική κουβέντα. Στις δυο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα με την έκρηξη του ρεμπέτικου ως μόδα αλλά κυρίως ουσιαστική ενασχόληση της νεολαίας η οργανοποιία, η κατασκευή μουσικών οργάνων, είχε και έναν φετιχισμό, για τον ήχο, το χρώμα, την διακόσμηση, ιδιαίτερα μπουζουκιών και μπαγλαμάδων. Καλλιτέχνες λαϊκοί, όπως ο Μπάμπης Γκολές, ο Αγάθων Ιακωβίδης, ο Γιώργος Ξηντάρης και άλλοι  «έβγαζαν» ιερό δέος και σεβασμό, όταν μιλούσαν για παλιούς και νεώτερους οργανοποιούς. Από αυτούς, ίσως, κολλήσαμε κι εμείς. Από τον μάστορα στον παραγιό και πάλι στον μάστορα. Η νέα γενιά οργανοποιών δεν είναι απλώς άξια αλλά και συνεχίζει με μεγάλο ταλέντο την σκυταλοδρομία των αιώνων στην λαϊκή χειροτεχνία την καθοριστική στην πορεία της παραδοσιακής και νεώτερης μουσικής. Για την συμβολή των παλαιών οργανοποιών:

«To μουσικό όργανο είναι o καθρέφτης της ψυχής τoυ λαϊκού εκτελεστή. Αν και υπάρχουν εργαστήρια και μεμονωμένοι κατασκευαστές, o μεγάλος “παιχνιδιάτορας” σφραγίζει την κατασκευή και διακόσμηση τoυ δικού τoυ οργάνου. Όταν δεν επιχειρεί να το φτιάξει μόνος του, τo παραγγέλνει στον μάστορα με αυστηρές προδιαγραφές. Επιβλέπει την κατασκευή, πειραματίζεται o ίδιoς σε κουρδίσματα και σε σχέδια. Τo προσαρμόζει στo χέρι ή στo στόμα τoυ. Βελτιώνει συνεχώς τoν ήχο. Τo διακοσμεί αποτυπώνοντας πάνω τoυ την καθημερινή αισθητική εμπειρία. To απoτέλεσμα είναι  θέμα τύχης, εφτασφράγιστo  μυστικό, όταν βγαίνει θετικό, αλλά και κίνητρο νέων τελειοποιήσεων, για να παράγεται διαρκώς ιδιότρoπo ηχόχρωμα. Η συνεργασία και η άμιλλα μουσικών και οργανοποιών εξελίσσουν στην χρονική και γεωγραφική διαδρομή τα όργανα. Διαφοροποιούνται για να ανταποκρίνονται στις εκάστοτε υφολογικές ιδιορρυθμίες εκτελεστών και στις ανάγκες της παράδοσης, που υπηρετούν. Συγχρόνως, η παράδοση διαρκώς τροποποιείται παιζόμενη από συνεχώς τελειοποιούμενους μουσικούς και όργανα». (Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης «Μούσα Πολύτροπος», εκδόσεις Μετρονόμος).

                               Το εσωτερικό του εργαστηρίου του στην Θεσσαλονίκη.

Στην νέα γενιά κατασκευαστών μουσικών οργάνων ο Ανδρέας Δέλλιος έχει διαγράψει ήδη αξιοπρόσεκτη πορεία, όπως σημειώνεται κα από επαγγελματίες μουσικούς και δη σολίστες του μπουζουκιού. Εξειδικευμένος στα χειροποίητα έγχορδα όπως:

  • Το οκτάχορδο και εξάχορδο και πολίτικο μπουζούκι
  • Η κλασική και η λαϊκή κιθάρα
  • Το στεριανό και το νησιώτικο λαούτο
  • Το τούρκικο και το αραβικό ούτι

 Πριν του δώσουμε τον λόγο, πριν συζητήσουμε για τον ίδιο και κυρίως για την σημερινή οργανοποιία, να πούμε ότι τον Ανδρέα Δέλλιο το βρίσκετε στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ 4, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, πίσω από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τηλέφωνο:  2315-535719 και κινητό: 6974 – 930484, www.organopoieiodellios.gr

– Πώς ξεκίνησες την οργανοποιία, κίνητρα και μεράκια…

«Αν και έχω σπουδάσει κάτι εντελώς θεωρητικό, στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας (ΔΙ.ΠΑ.Ε.) και στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, κάτι το οποίο δεν μου ταίριαζε καθόλου, από μικρός φάνηκε ότι είχα κλίση στην μουσική, στις τέχνες και στις κατασκευές. Στην σχολική ηλικία η μουσική ήταν ένας τρόπος να παίζω δημιουργικά. Αλλά στην εφηβεία οι κατασκευές ήταν αγχολυτικό.  Ασχολήθηκα με κατασκευές, όπως κλουβιά για καναρίνια, σκαλιστά μουσικά όργανα μινιατούρες από φλούδα πεύκου, τηλεκατευθυνόμενα βαρκάκια. Είναι μερικά από αυτά, που θυμάμαι. Πάντα κάτι έκανα με τα χέρια για να μη βαριέμαι. Έτσι η οργανοποιία ήρθε σαν φυσιολογικό επακόλουθο έκφρασης αυτής της ανάγκης, εφόσον συνδύαζε την μουσική με τις κατασκευές. Στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου έπαιζα παράλληλα κάποιες ημέρες μπουζούκι και μπαγλαμά σε γνωστά στέκια της Θεσσαλονίκης. Αλλά από πολύ μικρό παιδί θυμάμαι να κοίταζα το σκάφος του μπουζουκιού και να προσπαθώ να καταλάβω τί υλικό είναι και πώς κατασκευάζεται. Τα πρώτα εγχειρήματα μουσικών οργάνων ήταν στο ξυλουργείο του πατέρα μου από κοντραπλακέ και σκουπόξυλο».

– Σπουδές ή εμπειρικός; Ποιοι οι δάσκαλοι; Πόσα χρόνια στο κουρμπέτι;

«Όσον αφορά την μουσική ολοκλήρωσα τις σπουδές σε αναγνωρισμένο από το κράτος μουσικό σχολείο. Για την οργανοποιία, όμως, δεν υπήρχαν τότε σχολές. Ο πατέρας μου είχε γνώσεις οργανοποιίας από τον μάστορα στον οποίο έμαθε ξυλουργική, μάλιστα είχε φτιάξει μουσικό όργανο, με την βοήθεια του, από την αρχή ως το τέλος, το οποίο έπαιζε κανονικά. Όσο για τους οργανοποιούς, δεν θα μιλήσω αρνητικά για το συντεχνιακό κλίμα, που επικρατούσε εκείνη την εποχή μεταξύ των οργανοποιών. Ως ένα βαθμό το καταλάβαινα και δεν ήθελα να τους φέρνω σε δύσκολη θέση. Σεβόμουν το χρόνο και το χώρο τους. Βλέπετε τότε δεν υπήρχε το internet με την άφθονη πληροφορία, που υπάρχει σήμερα. Κάποιοι, όμως, βρέθηκαν να μου πουλήσουν υλικά, να μου δείξουν πέντε πράγματα πιο εξειδικευμένα και να μου παραχωρήσουν τον πάγκο τους για λίγο, χωρίς αμοιβή φυσικά. Όλα αυτά αργότερα στα φοιτητικά μου χρόνια».

  – Άλλες δυσκολίες και καινοτομίες;

«Υπήρχαν πολλές δυσκολίες αλλά τις αντιμετώπιζα ως πρόκληση. Πέρασαν γύρω στα 10 χρόνια ώσπου να νοιώσω έτοιμος να το κάνω επαγγελματικά. Όλα αυτά τα χρόνια μελετούσα παλιούς μαστόρους, κυρίως τα δημιουργήματα τους. Αυτοί αποτέλεσαν, επίσης, σχολείο για εμένα. Άλλωστε αυτό συνεχίζω να το κάνω ακόμα και σήμερα γιατί, ξέρετε, αυτή η τέχνη είναι πολύ παλιά, είναι τέχνη, που χάνεται στους αιώνες και συνδέεται χρονικά με την ύπαρξη του ανθρώπου στην γη. Θεωρώ ότι η αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ».

     ===============

   

«Μυστικά» της τέχνης. Αριστερά, τρύπα μπουζουκιού από λευκό όστρακο την ώρα, που γίνεται το «φιλετάρισμα», ροζέτα κλασικής κιθάρας πριν ανοιχτεί η τρύπα και κεφαλάρι τρίχορδου μπουζουκιού με βαρκάκι ένθετο από ξύλο και όστρακο.

                                                                                                                                                          ====================

 – Αρκετοί καταπιάνονται με κατασκευή μουσικών οργάνων, τί ξεχωρίζει τον επαγγελματία οργανοποιό;

«Είναι πολύ ωραίο, όταν κάποιος επιλέξει την οργανοποιία σαν χόμπι. Είναι πολύ δημιουργικό, αγχολυτικό και συναρπαστικό, θα έλεγα ειδικά για κάποιον, που ήδη παίζει μουσικό όργανο, αλλά είναι πολλά αυτά, που ξεχωρίζουν τον επαγγελματία από τον ερασιτέχνη. Ο ερασιτέχνης έχει μεράκι, όρεξη, διψάει για το χόμπι του αλλά δεν έχει πάρει το χρίσμα, που λέει ο λαός, εννοώ ότι δεν έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη την προτίμηση του αγοραστικού κοινού και μάλιστα ενός δύσκολου αγοραστικού κοινού με πολλές απαιτήσεις. Για να αποκτήσεις, λοιπόν, την εμπιστοσύνη του πελάτη, θέλεις πολλές ώρες πτήσης. Πρέπει να έχεις το μικρόβιο της διαρκούς αναζήτησης του τέλειου αποτελέσματος, εν προκειμένω του τέλειου ήχου. Να αφιερωθείς απόλυτα στην τέχνη της οργανοποιίας. Αλλά επίσης θέλει μουσικές γνώσεις, ταλέντο στις κατασκευές, καλή αισθητική, εργατικότητα, φιλοπονία, υπομονή, οργανωτικότητα, ευταξία, ευγένεια και πάνω από όλα ταπεινότητα».

– Σήμερα έχετε πωλήσεις, τί προτιμά ο κόσμος, οι αγοραστές;

«Ο κόσμος πάντα προτιμά το καλό και το φθηνό με την καλή έννοια, το προσιτό στο πορτοφόλι του. Και αυτό προσπαθώ να πετύχω. Ποιοτικά όργανα σε καλές τιμές, που να καλύπτουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες του αγοραστή. Έχω αρκετή δουλειά, τόση όση μπορώ να διεκπεραιώσω και να κερδίσω τα προς το ζην. Δεν με ενδιαφέρει να λένε όλοι ότι είμαι ο πρώτος ή ο καλύτερος. Με ενδιαφέρει, όμως, πάρα πολύ να κάνω καλή, προσεκτική δουλειά και αυτός, που θα αγοράσει ένα όργανο από εμένα, να το χαρεί και να το κρατήσει για πολλά χρόνια. Τότε χαίρομαι πραγματικά»!

Ο Ηλίας Βολιότης-Καπετανάκης και ο Ανδρέας Δέλλιος  στην έκθεση των μουσικών οργάνων του στο φετινό Ρεμπέτικο Φεστιβάλ στα Γιάννενα.

– Πού δίνουν βάρος οι πελάτες σου, τόσο οι σολίστες όσο και οι ερασιτέχνες;

«Οι επαγγελματίες πρωτίστως δίνουν έμφαση στην αξιοπιστία του οργάνου και του κατασκευαστή. Οι ερασιτέχνες στην εμφάνιση και στον ήχο. Αυτό, ίσως ακούγεται κάπως παράξενο αλλά η αισθητική και ο ήχος είναι πολύ σχετικά και υποκειμενικά πράγματα. Η αξιοπιστία του οργάνου αλλά και του κατασκευαστή είναι αντικειμενικοί παράγοντες. Εννοείται ότι ο ήχος και η διακόσμηση δεν είναι εντελώς αδιάφορα στους επαγγελματίες. Προφανέστατα όταν κατασκευάζεις, για παράδειγμα, μπουζούκι για τον τάδε μεγάλο σολίστα ή τον δείνα σπουδαίο συνθέτη ή τραγουδιστή, σε πολύ μεγάλο βαθμό συνεργάζεσαι μαζί του, τί επιθυμεί, τί ήχο θέλει να βγάλει. Είναι και για τον οργανοποιό πιο μεγάλη η πρόκληση και η ικανοποίηση, αν καταφέρει να ανταποκριθεί πλήρως στις απαιτήσεις του. Από τους τακτικούς πελάτες μου ήταν ο αείμνηστος φίλος Αγάθων Ιακωβίδης».

– Τί ξεχωρίζει ένα ποιοτικό, αποδοτικό, μπουζούκι, ούτι κ.ά., για σολίστες κι ερασιτέχνες παιχνιδιάτορες;

«Αυτό που ξεχωρίζει ένα καλό όργανο από ένα κακό είναι η σταθερότητα σε όλα τα μέρη του. Ο ήχος και η διακόσμηση είναι κάτι, που απλά θέλεις να είναι του γούστου σου. Τα ηχοχρώματα (timbres) είναι τόσο πολλά, όσα και τα χρώματα. Δεν υπάρχει μόνο το πρίμο και το μπάσο. Αν το προσεγγίσουμε από πλευράς φυσικής υπάρχουν άπειρα ηχοχρώματα και αυτό περιλαμβάνει τις αρμονικές, την ένταση των συχνοτήτων και την δυναμική, δηλαδή το πώς εξελίσσεται στο χρόνο ένα όργανο. Τώρα το ερώτημα είναι πόσα από αυτά μπορεί να διακρίνει το ανθρώπινο αυτί; Και ποια είναι αυτά στα οποία αρέσκεται το αυτί του ενδιαφερόμενου; Αυτός είναι ο λόγος, που προσπαθώ να έχω πάντα έτοιμα όργανα στο εργαστήριο. Προτιμώ ο άλλος να το δει και να το δοκιμάσει, πριν το πάρει. Αλλά ταυτόχρονα ετοιμάζω και πολλές παραγγελίες. Αυτό που πρέπει πολύ να προσέχει ο αγοραστής, είναι να απευθυνθεί σε επαγγελματία κατασκευαστή, που έχει ένα καλό όνομα στην αγορά και είναι αξιόπιστος, όσον αφορά τα υλικά, που χρησιμοποιεί, την τεχνογνωσία, που διαθέτει, την εμπειρία και καλή αντίληψη των ιδιοσυχνοτήτων, αυτό που λέμε καλό αυτί. Επίσης να έχει την ανάλογη υποστήριξη (support) για σέρβις, για συντήρηση του οργάνου.  Είναι γνωστό ότι τα ξύλινα όργανα επειδή δέχονται εφελκυστικές δυνάμεις, είτε διαθέτουν βέργα ρύθμισης του μπράτσου είτε όχι, μετά από κάποια χρόνια και ανάλογα με την χρήση, χρειάζονται συντήρηση».

                 

             Ο Δημήτρης Μυστακίδης παίζει τον περίφημο ταμπουρά του Γιοβάν Τσαούς, αντίγραφο του Α. Δέλλιου.

– Τεχνολογία και χειροποίητο. Προφανώς είσαι με το δεύτερο. Γιατί ο αγοραστής να μην αγοράσει «καλούτσικο», μπουζούκι, ετοιματζίδικο, της τεχνολογίας;

«Η αλήθεια είναι ότι το ετοιματζίδικο δεν έχει προσωπικότητα. Ο καλός οργανοποιός επιλέγει ποιοτικότερα ξύλα και υλικά, προσέχει τη λεπτομέρεια, κουρδίζει το όργανο, ώστε να βγάζει τον ήχο, που πρέπει. Επίσης το χειροποίητο είναι ένα έργο τέχνης, ο οργανοποιός βάζει μεράκι, φαντασία, την ίδια του την ψυχή στο όργανο. Αυτό δεν αντιγράφεται από τη γραμμή της μαζικής παραγωγής. Ο οργανοποιός μπορεί να το ρυθμίσει, να το βελτιώσει, να το επισκευάσει εύκολα γιατί ξέρει πώς το κατασκεύασε. Αυτός είναι ο κύριος λόγος, που το όργανο το πάμε για συντήρηση αποκλειστικά στον μάστορα, που το κατασκεύασε, εκτός αν δεν ζει πια. Αν πρόκειται για παραγγελία τότε μπορείς να επιλέξεις τα σχέδια ή άλλα χαρακτηριστικά του οργάνου να γίνουν έτσι, όπως επιθυμείς και να έχουν το δικό σου προσωπικό ύφος και χαρακτήρα. Ή ακόμα και να βάλεις τα αρχικά σου σε αυτό».

 – Οι υπολογιστές επηρεάζουν την κατασκευή; Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην μουσική και στα όργανα;

«Η τεχνολογία και οι υπολογιστές βοηθούν στην κατασκευή των οργάνων αρκεί να μη γίνεται κατάχρηση. Τι εννοώ με αυτό; Να μη χάνεται η μαγεία του χειροποίητου και του μοναδικού. Όταν χάνεται ένα από τα δυο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Τα νέα μέσα, που παρέχει η τεχνολογία, είναι η φυσική εξέλιξη της τέχνης ώστε να συμβαδίζεις με την εποχή σου. Όσο για το αν η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι απειλή, είπαμε και προηγουμένως ότι για να είσαι οργανοποιός βάζεις την ψυχή σου στα όργανα, ε, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έχει ψυχή»! (γέλιο)

                            

– Μαθητές στην οργανοποιία. Τεχνικά μυστικά τα κληρονομείτε στους επόμενους ή τα κρύβετε και τα παίρνετε μαζί σας, όπως οι πιο παλιοί;

«Σήμερα δεν νομίζω να υπάρχουν μυστικά. Έχουμε περάσει στο άλλο άκρο. Υπάρχει τόση πληροφορία στο διαδίκτυο, που θέλεις περισσότερες από μια ζωή για να δεις τί δουλεύει τελικά και τί δεν δουλεύει! Να ξεσκαρτάρεις! Επίσης δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να κάνεις μία εργασία. Μπορεί να υπάρχουν 5 ή 6 τρόποι να την κάνεις και εσύ να πρέπει απλά να διαλέξεις τον τρόπο, που βολεύει εσένα. Ε, αυτό δεν νομίζω ότι μπορεί να σου το πει κάποιος άλλος. Το ανακαλύπτεις με το ταλέντο σου».

 – Ακόμα δυο θέματα: Πρώτον, τα ξύλα, που χρησιμοποιούνται σήμερα, ποιο βγάζει τον καλύτερο ήχο; Δεύτερο, οι διακοσμήσεις στα μπουζούκια και στα άλλα έγχορδα.

«Το ξύλινο έγχορδο μουσικό όργανο δεν είναι τίποτα άλλο από μία μηχανή παραγωγής κραδασμών. Με λόγια απλά το  αποτέλεσμα, που προκύπτει μέσω ηχητικών κυμάτων, που δημιουργούνται, το λέμε ήχο. Το αποτέλεσμα είναι πολυπαραγοντικό. Ένας απο τους παράγοντες, είναι το ξύλο ως υλικό. Παρεμπιπτόντως έχουν γίνει έγχορδα όργανα και από άλλα υλικά όπως ανθρακονήματα. Υποδιαίρεση αυτού του παράγοντα είναι το είδος του ξύλου. Αντιλαμβάνεστε, ίσως, πόσο λίγο συμβάλλει στο αποτέλεσμα το είδος του ξύλου. Παρόλα αυτά, το μικρό ποσοστό θεωρείται, είναι σημαντικό και για αυτό πολλοί επιλέγοντας κατά παραγγελία χειροποίητο όργανο επιθυμούν ξύλα ιδιαίτερης σκληρότητας απο το εξωτερικό, όπως έβενος, παλίσανδρος, παντούκ, ζεμπράνο, αμάραντος, κοκομπόκο κ.ά. Καθένα ηχεί στις δικές του ιδιοσυχνότητες και δημιουργεί οπαδούς. Όχι μόνο για το ηχόχρωμά του αλλά πολλές φορές και για το φυσικό του χρώμα, που δίνει  την δική του ιδιαίτερη αισθητική, μόνο του ή σε αντίθεση με άλλα ξύλα διαφορετικού χρώματος. Για την διακόσμηση. Εκεί και αν υπάρχουν γούστα και επιλογές! Άλλοι θέλουν να είναι απλό και απέριττο ενώ άλλοι να έχει παπάδες, εννοώ φιγούρες με φυσικά όστρακα, που λαμπυρίζουν ή άλλα ακρυλικά υλικά, που και αυτά έχουν την χάρη και την ομορφιά τους, μόνο όταν είναι καλαίσθητα και ακολουθούν κάποιους κανόνες παραδοσιακούς ή μοντέρνας τέχνης. Δεν δείχνει ωραία αισθητικά οποιαδήποτε διακόσμηση βάλεις στο όργανο».

Σχολίασε, τέλος, το διαφημιστικό σου φυλλάδιο: «Κοσμήματα όχι μόνο στην όψη αλλά και στον ήχο αποτελούν τα μουσικά όργανα, που κατασκευάζουμε με πολύ φαντασία, πρωτοτυπία, έμπνευση και μεράκι».

«Ναι, ευχαρίστως! Θέλω να πιστεύω ότι πατώντας με τα δυο πόδια στην παράδοση και αξιοποιώντας μέρος της τεχνολογίας με προσοχή είμαι σαν οργανοποιός η καλύτερη επιλογή. (γέλιο) Αυτό φαίνεται άλλωστε στην ποιότητας της δουλειάς μου».