Ο φιλόλογος ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ γράφει για το νέο ποιητικό έργο του Γιώργου Σταυρακάκη: «Εύθραυστον», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μετρονόμος». Η παρουσίαση έγινε στο καφέ μπαρ «Βυσσινόκηπος» το Σάββατο 28 Μαρτίου, εκτός από τον Χ. Αντωνίου μίλησε και ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Μανίκας, απήγγειλαν η ηθοποιός Στέλλα Κρούσκα, η ποιήτρια, μεταφράστρια Ιωάννα Καραμαλή και ο γιατρός Γιάννης Σταθόπουλος τ. δήμαρχος Αγίας Παρασκευής, επιμέλεια Ερμιόνη Καββαδία. Το έργο περιέχει την ομότιτλη συλλογή και «Τα σκόρπια» μικρά ανεξάρτητα ποιητικά γραπτά, που προφανώς διαλέγονται τόσο μεταξύ τους όσο και με το «Εύθραυστον», θα λέγαμε και με όλο το έργο του ποιητή με μεστό και ουσιαστικό κοινό παρανομαστή την φθορά, την απώλεια, την απουσία, το αδιέξοδο, πουεμφανέστατα δίνει την μάχη του ν’ μισανοίξει μικρά παράθυρα στο φως.
Το έργο του Γιώργου Σταυρακάκη διαθέτει θαυμαστή ενότητα περιεχομένου, ύφους, μορφής και έκφρασης. Δεν το λέμε για να προσθέσουμε μια αφόρητη κοινοτοπία αλλά για να μη ξεχάσουμε τον διπλό του αισθητικό ρόλο. Καλλιτεχνικός Ιανός, συνθέτης και ποιητής τραγουδοποιός αυτοονομάζεται ο ίδιος αλλά οι πιστοί και παλιοί αναγνώστες μας γνωρίζουν ότι έχουμε πάρει εξ αρχής διαζύγιο από χαζούς και άνευ περιεχομένου νεολογισμούς. Έχουμε εξηγηθεί επανειλημμένα και δεν στέργουμε επαναλήψεις. Όμως θέλουμε να επισημάνουμε την δυναμική διαλεκτική ενότητα του συνθέτη και του ποιητή, τα τραγούδια ως εικόνες ζωής οδηγούν στα ποιήματα και τούμπαλιν, στα πλείστα άλλωστε γράφει ο ίδιος στίχο και μουσική. Έχουμε παρουσιάσει κατά καιρούς σχεδόν όλα τα έργα του Γιώργου από αυτό το καλλιτεχνικό μετερίζι. Στην μουσική και το τραγούδι προσεγγίζει τον εμπνευσμένο τροβαδούρο στην ποίηση είναι μοναδική η εικονοπλαστική και συχνά η συναισθηματική έκπληξη. Έχει δικό του, ξεχωριστό τρόπο έκφρασης, δεν μοιάζει με άλλους συναδέλφους του.
Μην ξεχάσουμε την πολυσυλλεκτικότητα του Γιώργου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ταξιδεύει στο εξωτερικό, όπου τραγουδά ελληνικό και ξένο τραγούδι σε πόλεις της Γερμανίας, Ελβετίας και Ολλανδίας. Φέρνει και παίρνει, ανταλλάσσει και αναπτύσσει μορφές, εκφράσεις, στίχους, ρυθμούς, μελωδίες αφομοιώνοντας όλα με αξιοπρόσεκτη αισθητική στο έργο του, δημιουργεί εμπνευσμένο μελωδικό κράμα. Τραγούδια του έχουν εκδοθεί και στα Ιταλικά. Σημαντική και καρπερή είναι η συνεργασία του με τον ιταλόφωνο Ελβετό συνθέτη Marco Zappa. Ηχογραφούν το τραγούδι «SognoGreco», δίσκος: «SognidiGiorni», κυκλοφορεί στο εξωτερικό. Η συνάντηση βρίσκει έδαφος την επόμενη χρονιά και οι δυο τροβαδούροι δίνουν συναυλίες στο Νταβός και στο Σαίντ Μόριτζ της Ελβετίας. Κάτι ακόμα ενδιαφέρον για την πολυεδρική προσωπικότητα του Γ. Σταυρακάκη. Σε χρόνο ανύποπτο αιφνιδιάζει όλους κατασκευάζοντας καράβια κυρίως με ανακυκλώσιμα υλικά με βάση το μέταλλο και το ξύλο. Κάνει αξιόλογες εκθέσεις με αυτά.
Ο Γιώργος Σταυρακάκης γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1959 στην Ιεράπετρα Κρήτης και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Από το 1996 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σε νεαρή ηλικία, ένα πρώτο βραβείο στο Παγκρήτιο Φωνητικό Φεστιβάλ του ανοίγει το δρόμο για να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Εμφανίζεται με την κιθάρα του σε μπουάτ της Κρήτης τραγουδώντας ελληνικές μπαλάντες, είδος τραγουδιού που ακόμα και σήμερα τον συγκινεί και τον εκφράζει. Σ’ εκείνο το ξεκίνημα είχε την τύχη να συναντηθεί και να συνεργαστεί για σύντομο χρονικό διάστημα με το μεγάλο, πρόωρα χαμένο Μάνο Λοΐζο και με τον στιχουργό Μανόλη Ρασούλη. Ταξιδεύει, όπως ήδη είπαμε στο εξωτερικό και το 1987 επιστρέφοντας το 1987 στο Ηράκλειο, εμφανίζεται στο Καφεθέατρο, δίνοντας παραστάσεις με τραγούδια, παρλάτες και οργανώνοντας ποιητικές βραδιές. Αρθρογραφεί στον τοπικό Τύπο, παρεμβαίνοντας στα πολιτιστικά δρώμενα του Ηρακλείου, ενώ παράλληλα συνεργάζεται με τοπικό ραδιοσταθμό της ΕΡΤ ως μουσικός παραγωγός. Το 1989 δημιουργεί στο Ηράκλειο Κρήτης την Μουσική Σκηνή «Τρομπόνι», όπου φιλοξενεί και μεγάλα ονόματα της ελληνικής Μουσικής. Το 1995 μια συνάντηση στο Ηράκλειο με τον Μάνο Ξυδούς θα καταλήξει δύο χρόνια αργότερα στην πρώτη δισκογραφική δουλειά, με τίτλο «Ρεσάλτο» (MINOS EMI 1997). Τραγούδια που γράφτηκαν στην περίοδο ‘92-‘96 και κινούνται στο χώρο της ελληνικής μπαλάντας.
Δισκογραφία:
«Ρεσάλτο» (1997), «Γυάλινα φτερά» (2002), «Απουσίες; (2006), «Carousel» (2008), «Χάρτινες πόλεις» (2010), «Unplugged» (2013), «Στην αυλή των μπουφόνων» (2019), «Άμπωτις» (2021), «Postscript» (2024).
Ποίηση:
«Το δωμάτιο» (1981), «Συνάλλαγμα τέλος» (1985), «Ένα παλιο καλοκαίρι» (1988) «80+1 ποιήματα» (2004), «Οινομαγειρεία» (2006), «Επέκεινα των ασμάτων» (2009), «Το κουφάρι του τζίτζικα» (2016).
==============================
ΤO «ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΝ» ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ *
Όταν διαβάζει κανείς την ποιητική συλλογή «Εύθραυστον» του Γιώργου Σταυρακάκη έχει από την πρώτη στιγμή την αίσθηση ότι δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια σειρά ποιημάτων, αλλά μπροστά σε έναν ποιητικό χώρο όπου η μνήμη, η γλώσσα και η ανθρώπινη εμπειρία δοκιμάζονται συνεχώς μέσα στο χρόνο. Το βιβλίο μοιάζει να κινείται γύρω από μια βασική συνθήκη: την ευθραυστότητα της ύπαρξης. Ευθραυστότητα της μνήμης, των σχέσεων, αλλά και της ίδιας της γλώσσας που προσπαθεί να αποδώσει όλα αυτά. Και ίσως τίποτε δεν εκφράζει καλύτερα αυτή την ποιητική αφετηρία από τους στίχους με τους οποίους ανοίγει ουσιαστικά ο κόσμος της συλλογής:
«Οι ποιητές δεν πεθαίνουν.
Μετακομίζουν από λέξη σε λέξη
από άστρο σε άστρο
σακατεμένοι απ’ τους ανθρώπους
με το δεκανίκι του ήλιου
στη μασχάλη τους».
Στους στίχους αυτούς διατυπώνεται ήδη μια βασική ιδέα της συλλογής. Ο ποιητής δεν εμφανίζεται ως μια μορφή υπεράνω της πραγματικότητας. Αντίθετα είναι τραυματισμένος από τον κόσμο, «σακατεμένος απ’ τους ανθρώπους». Κι όμως συνεχίζει να κινείται μέσα στη γλώσσα. Η ποίηση γίνεται έτσι ένας τρόπος επιβίωσης, μια μορφή μετακίνησης μέσα στο τραύμα της εμπειρίας.
Το μεγάλο ποίημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή, το «Εύθραυστον», λειτουργεί ως ένας ευρύς ποιητικός καμβάς μέσα στον οποίο συνυφαίνονται μουσική, σώμα και μνήμη. Η εικόνα της μουσικής επανέρχεται διαρκώς: κιθάρες, χορδές, φθόγγοι. Σαν να προσπαθεί ο ποιητής να μετατρέψει την εμπειρία της ζωής σε ένα είδος ηχητικής δόνησης. Μέσα σε αυτή τη μουσική ατμόσφαιρα εμφανίζεται και μια βαθιά συνείδηση της φθοράς της γλώσσας. Οι λέξεις δεν είναι πλέον αθώες· έχουν ήδη περάσει από την καθημερινή χρήση, από τη φθορά της εμπειρίας. Και αυτό αποτυπώνεται με ιδιαίτερη δύναμη στους στίχους:
«Πόσες λέξεις
δεν έγιναν ψίχουλα για τα πουλιά,
σκουριασμένα κέρματα σιωπηρής δοσοληψίας».
Η εικόνα είναι χαρακτηριστική της ποιητικής του Γιώργου Σταυρακάκη. Οι λέξεις παρουσιάζονται σαν φθαρμένα αντικείμενα που αλλάζουν χέρια μέσα στον κόσμο. Κι όμως η ποίηση επιμένει να τις χρησιμοποιεί, να τους δίνει ξανά βάρος και ένταση. Η συλλογή κινείται μέσα σε μια σειρά ποιητικών στιγμών, όπου η εμπειρία της μνήμης και της απώλειας επανέρχεται συνεχώς. Σε ορισμένα ποιήματα εμφανίζονται εικόνες της καθημερινής ζωής που μετατρέπονται σε τόπους νοσταλγίας. Στο ποίημα «Τα περίπτερα», για παράδειγμα, ο ποιητής καλεί σχεδόν τρυφερά:
«Έλα να ξανασμίξουμε
κάτω απ’ τα στέγαστρα των περιπτέρων.
……………………………………
Έλα να μετρήσουμε με αποτσίγαρα
τις μεγάλες προσμονές».
Το περίπτερο, τόσο γνώριμο στοιχείο της ελληνικής πόλης, γίνεται εδώ ένας μικρός τόπος μνήμης, ένας χώρος όπου οι άνθρωποι συναντιούνται πριν τους παρασύρει η ταχύτητα της σύγχρονης ζωής. Σε τέτοιους χώρους αυτοσυνείδησης και επικοινωνίας αποκαλύπτονται εν είδει εξομολόγησης και καημού οι μεγάλες κοινωνικές, πολιτικές, ανθρώπινες προσμονές για αλλαγή. Σε άλλο ποίημα η προσμονή γίνεται αναμονή αποκτά σχεδόν υπαρξιακό χαρακτήρα, σαν την αναμονή των δύο ηρώων Βλαδιμίρ και Εστραγκόν του θεατρικού έργου του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό». Έτσι, στο ποίημα «Προσμονή» οι μέρες μοιάζουν να έχουν σταματήσει:
‘Περιμένοντας την καταιγίδα
στέγνωσαν οι μέρες μας.
Κρέμονται στην απλώστρα του χρόνου
όπως εκείνα τα μπλου τζιν της εφηβείας μας’.
Η εικόνα είναι απλή αλλά εξαιρετικά εύστοχη: ο χρόνος παρουσιάζεται σαν ένα σκοινί όπου κρέμονται τα απομεινάρια της ζωής. Ωστόσο, μέσα σε όλη αυτή τη σκηνογραφία της μνήμης, η απώλεια επιστρέφει διαρκώς ως κεντρικό θέμα της συλλογής. Και ίσως το πιο συγκλονιστικό σημείο αυτής της εμπειρίας βρίσκεται στους στίχους:
«πονάει όταν ξυπνάς
και συνειδητοποιείς ότι όλοι οι νεκροί
έχουν την ίδια ηλικία».
Ο χρόνος εδώ παγώνει. Οι νεκροί δεν μεγαλώνουν ποτέ. Παραμένουν για πάντα στην ηλικία όπου τους χάσαμε. Από αισθητική άποψη, η ποίηση του Γιώργου Σταυρακάκη διακρίνεται για την έντονη εικονοποιία της. Οι εικόνες είναι συχνά σωματικές, σχεδόν δραματικές, και δημιουργούν ένα ποιητικό τοπίο όπου η εμπειρία αποκτά υλική μορφή. Οι λέξεις γίνονται «σκουριασμένα κέρματα», τα λόγια μετατρέπονται σε «κοφτερούς σταλαγμίτες στο στέρνο του χρόνου», ενώ οι ποιητές στέκουν «φωσφορούχοι στηλίτες στα ανισόπεδα των ονείρων μας».
Αυτή η τάση προς την έντονη εικόνα διαφοροποιεί τη συλλογή από ένα μεγάλο μέρος της πρόσφατης ελληνικής ποίησης, όπου συχνά κυριαρχεί ένας πιο απογυμνωμένος, σχεδόν πεζολογικός λόγος. Ο Σταυρακάκης, αντίθετα, επιλέγει έναν λόγο φορτισμένο με εικόνες και μεταφορές, έναν λόγο που επιδιώκει να δημιουργήσει όχι απλώς νόημα αλλά και αισθητηριακή εμπειρία. Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της ποίησης είναι η υπαινικτικότητα, που τουλάχιστον σε ένα σημείο μου θύμισε την υπαινικτικότητα του Γιώργου Σεφέρη:
«Το μειράκιον
που ακούει στο όνομα Σοκίν Σομλέβ
γλύφει το τραύμα του
ξύνει με πάθος το νόημα της ζωής του
την ίδια ώρα
που άλλα σώματα φορτωμένα πέτρες
βυθίζονται, γίνονται ένα με τα φύκια,
στα παγωμένα νερά του ποταμού Ουζ».
Το όνομα Σοκίν Σομλέβ είναι η ανάποδη γραφή του ονόματος Νίκος Βέλμος (Βογιατζάκης) (1890-1930), ενός χαρισματικού και πολυτάλαντου, αλλά και αυτοκαταστροφικού συγγραφέα, ενός ιδιόρρυθμου, sui generis, αναρχο-χριστιανο-κομμουνιστή, «που πήγαινε κόντρα σε κάθε σύμβαση και μικροαστικό θέσφατο». Ο παραλληλισμός του ποιητή με τον Βέλμο αφήνει να εννοήσουμε πολλά για τον χαρακτήρα, τις ιδεολογίες και τις σχέσεις του Γιώργου Σταυρακάκη με τους ανθρώπους της σύγχρονης ελληνικής διανόησης. Συνήθως οι διαφορετικοί άνθρωποι νιώθουν άβολα σε αστικά περιβάλλοντα και πικραίνονται.
Συγχρόνως, η αναφορά των υπόλοιπων δύο στίχων του ποιητικού αποσπάσματος στον ποταμό Ουζ της Ουκρανίας και των ανθρώπων που πνίγονται σήμερα στα παγωμένα νερά του, αποκαλύπτει την κοινωνική συνείδηση του ποιητή μας, την ανθρώπινη συμμετοχή του με τον τρόπο του, με το όπλο του («Ο καθείς και το όπλο του») στον πόλεμο της Ουκρανίας. Αυτό το δραματικό γεγονός του πολέμου δεν του επιτρέπει να οδυνάται για τα δικά του πάθη. Κι αυτό αποκαλύπτει την υψηλή ηθική του συνείδηση. Αν η συλλογή γραφόταν σήμερα, θα περιείχε πιστεύω κι άλλα ποτάμια του Ιράν και του Λίβανου.
Τελική αποτίμηση: Το «Εύθραυστον» είναι μια συλλογή που συνομιλεί με τη φθορά χωρίς να παραιτείται από την ένταση της ποιητικής γλώσσας. Σε έναν κόσμο όπου οι λέξεις συχνά μοιάζουν κουρασμένες ή φθαρμένες, ο Γ. Σταυρακάκης επιμένει να τις χρησιμοποιεί με πάθος και ευαισθησία. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η ουσία της ποίησης: μια επίμονη προσπάθεια να παραμείνει ζωντανή η ανθρώπινη εμπειρία μέσα στο εύθραυστο υλικό της γλώσσας».
Αν επιχειρούσε κανείς μια συνολική αποτίμηση της συλλογής, θα έλεγε ότι το «Εύθραυστον» είναι ένα βιβλίο που κατορθώνει να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κινδύνους που συχνά απειλούν τη σύγχρονη ποίηση: από τη μια τη ρητορική υπερφόρτιση της εικόνας και από την άλλη την υπερβολική απογύμνωση της γλώσσας. Ο Σταυρακάκης φαίνεται να αποφεύγει και τα δύο άκρα.
Η γραφή του είναι πράγματι πυκνή και εικονοπλαστική, αλλά οι εικόνες του δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία· γεννιούνται οργανικά από την εμπειρία της φθοράς, της μνήμης και της απώλειας. Έτσι οι λέξεις αποκτούν μια ιδιαίτερη υλικότητα, σαν να μετατρέπονται σε μικρά αντικείμενα της ανθρώπινης εμπειρίας. Ταυτόχρονα, η συλλογή διατηρεί μια εσωτερική συνοχή. Το μεγάλο ποίημα «Εύθραυστον» λειτουργεί ως κεντρικός άξονας, ενώ τα μικρότερα ποιήματα που ακολουθούν μοιάζουν με μικρές ηχητικές ή μνημονικές αντανακλάσεις του ίδιου θεματικού πυρήνα: της εύθραυστης μοίρας της γλώσσας και του ανθρώπου.
——————-
* Ο Χρήστος Αντωνίου είναι δρ. Φιλολογίας και το διδακτορικό του εξετάζει τη «λαϊκή παράδοση» στο έργο του Γιώργου Σεφέρη. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, χρημάτισε Διευθυντής Λυκείου και Σχολικός Σύμβουλος φιλολόγων στην Αθήνα, δίδαξε στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελών και στην Ακαδημία Λαμίας. Έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές.

