Σελέστ Πολυχρονιάδη

Σελέστ Πολυχρονιάδη

Εξαιρετική και πρωτότυπη έκθεση με 18 έργα της πρωτοπόρου της αφαίρεσης Σελέστ Πολυχρονιάδη (1904-1985) στην Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθήνας (Ε.Σ.Η.Ε.Α.), στην Βιβλιοθήκη «Δημήτρης Ι. Πουρνάρας»,Ακαδημίας 20, 2ος όροφος, με πρωτοβουλία του Μορφωτικού της Ιδρύματος. Συνοδεύεται από καλαίσθητο και πλούσιο κατάλογο, κάτι που δεν το σημειώνουμε τυχαία. Πολύτιμο όσο και  αναγκαίο εφόδιο για όλους όσους πρώτη φορά ερχόμαστε σε επαφή με την παγκόσμιας εμβέλειας καλλιτέχνη ή τέλος πάντων δεν έχουμε την καλύτερη σχέση με τις Εικαστικές Τέχνες. Μέχρι 12 Ιανουαρίου 2026, είσοδος ελεύθερη. Ώρες λειτουργίας Δευτέρα-Παρασκευή 9.00-16.00. Σάββατο, Κυριακή, επίσημες αργίες κλειστά. «Γηράσκω αεί διδασκόμενος»-γράφει ο Πλάτων ως ρήση του Σωκράτη και είναι σημαντικό ν’ ανακαλύπτει κανείς σε κάθε ηλικία και φάση της ζωής καινούρια για αυτόν, όμορφα έργα, ιδέες, αντικείμενα κ.ο.κ. Το λέμε ειλικρινά και ξεκάθαρα: Για την ομάδα του «Μούσα Πολύτροπος» ουδέν γνωρίζαμε για την Σελέστ Πολυχρονιάδη και βγήκαμε πλουσιότεροι πνευματικά από την έκθεση της Ε.Σ.Η.Ε.Α. Επειδή θα ήταν πρόκληση και ανοησία να γράψουμε, έστω αυτοσχέδιες αναλύσεις και παρουσιάσεις, καταφύγαμε στον κατάλογο, που εξέδωσε το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ε.Σ.Η.Ε.Α. Μετά το σύντομο βιογραφικό της καλλιτέχνιδας, αντιγράφουμε κριτικό κείμενο της Ευτυχίας Αγγέλη – Καρδουλάκη, αποσπάσματα της επιστολής, που απηύθυνε η Σελέστ στην φίλη της Τζούλια Δημακοπούλου και από το σημείωμα του Ιστορικού Τέχνης Ντένη Ζαχαρόπουλου.

Η Σελέστ Πολυχρονιάδη γεννήθηκε το 1904 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών και το 1930 συνέχισε τις σπουδές της στο Παρίσι, όπου διδάχτηκε κεραμική, μωσαϊκό, σχέδιο, ζωγραφική. Στην Γαλλία πραγματοποίησε ατομική έκθεση κεραμικής και συμμετείχε σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις. Αφού ολοκλήρωσε με επιτυχία τις σπουδές της επέστρεψε (1934) στην Ελλάδα. Στην Αθήνα  συνδέθηκε με την Ομάδα Τέχνη και ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της αίθουσας Studio-Galerie d’ art. Μάρτιο του 1938 έκανε στην αίθουσα Στρατηγοπούλου την πρώτη της ατομική ζωγραφική έκθεση. Στην Κατοχή δημιούργησε σειρά σχεδίων, τα οποία εκτέθηκαν  το 1946 και εκδόθηκαν σε λεύκωμα το 1961. Το 1946 εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη, όπου συνεργαζόμενη με γκαλερί καταπιάστηκε με ζωγραφικές, γλυπτικές και κεραμικές δημιουργίες. Γύρισε στην Ελλάδα το 1953 όπου έζησε μέχρι το θάνατό της το 1985. Πραγματοποίησε πάνω από δέκα ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε ομαδικές στην Ελλάδα, τις Η.Π.Α., την Γαλλία, την Ελβετία, το Ισραήλ, την Βραζιλία, την Αίγυπτο κ.ά. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο χαρακτικής στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1961).

 

***********     ************

Τί μπορεί να σημαίνει σήμερα μια έκθεση

αφιερωμένη στην Σελέστ Πολυχρονιάδη;

 

Γράφει η  ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΓΓΕΛΗ – ΚΑΡΔΟΥΛΑΚΗ

 

«Movement Flowers», ελαιογραφία  σε hardboard, 40X100 εκ. Συλλογή Ε.Σ.Η.Ε.Α.

Πρόκειται για μια πράξη μνήμης και ανασύστασης, όπου το αθέατο γίνεται ξανά παρόν, φωτίζοντας την ήσυχη δύναμη μιας εικαστικού της οποίας το έργο έμεινε για χρόνια αφανές, αλλά ποτέ ξεχασμένο. Η ίδια η ζωή της Σελέστ Πολυχρονιάδη υπήρξε γεμάτη αντιθέσεις, καθώς διαλέχθηκε, συχνά αμφίθυμα, με το καλλιτεχνικό και κοινωνικό πνεύμα της εποχής της. Η ροπή της εικαστικής της γλώσσας προς την αφαίρεση, με κεντρικούς σταθμούς το Παρίσι των μοντερνιστών και την Ν. Υόρκη του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, δεν συμβάδιζε με τις εξελίξεις και τα κριτήρια του εικαστικού κόσμου στην Ελλάδα-όπως εύστοχα σημειώνει ο Ντένης Ζαχαρόπουλος στο κείμενό του για την αναδρομική έκθεση της Πολυχρονιάδη στη γκαλερί «Νέες Μορφές» το 2008, η οποία πρόσφερε μια αναλυτική «ακτινογραφία» του έργου της. Σήμερα, έχουμε πάλι μπροστά μια δεκαοκτώ έργα, από την Συλλογή του Μορφωτικού Ιδρύματος της Ε.Σ.Η.Ε.Α., που μόνο κάποια από αυτά έχουν εκτεθεί στο παρελθόν και στα οποία διακρίνεται η εικαστική της αφήγηση των σουρεαλιστικών και αφαιρετικών όψεων του   κόσμου. καθώς και τα μεταφυσικά ερωτήματα, που την ακολουθούν. Πρόκειται για συμβολικά έργα, που έχουν χαρακτηριστεί ως «εσωτερικές αυτοπροσωπογραφίες», καθώς κινούνται ανάμεσα στην αφαιρετικότητα και την αναπαραστατικότητα, με την απλότητα των μέσων που η ίδια επέλεγε. Η Πολυχρονιάδη τα περιέγραψε κάποτε ως «είδωλα εσωτερικής πείρας». Αξίζει να σημειωθεί ότι η Πολυχρονιάδηεργαζόταν χωρίς προσχέδιο· δουλεύοντας απευθείας με το χρώμα, διαμόρφωνε τις φόρμες της και

έπλαθε το εσωτερικό της τοπίο. Γεννημένη σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών, η Σελέστ Πολυχρονιάδη διαμόρφωσε μια αυτόνομη εικαστική φωνή, που συνδύαζε την λυρικότητα του υπερρεαλισμού με την πνευματικότητα της αφαίρεσης. Σπουδάζοντας και εκθέτοντας σε ευρωπαϊκά κέντρα, αλλά και διατηρώντας ενεργή την παρουσία της στην Ελλάδα, συνέβαλε ουσιαστικά στην διαμόρφωση ενός σύγχρονου, διεθνώς προσανατολισμένου βλέμματος. Η σημασία της έκθεσης, επομένως, δεν έγκειται μόνο στον αναστοχασμό της ιστορικότητας μιας εσωτερικής εικαστικής αφήγησης· υπενθυμίζει επίσης την δυνατότητα, που προσέφεραν οι πρωτοπορίες στους καλλιτέχνες, να διαμορφώνουν ένα διά­λογο ανάμεσα στα πραγματικά γεγονότα και τον κόσμο της αφαίρεσης. Η επανεμφάνιση των έργων της Πολυχρονιάδη στο σήμερα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η σιωπή, η συνέπεια και η επιμονή στην αμφισβήτηση παραμένουν πάντα επίκαιρες μορφές δημιουργίας.

***********     ************

       

    «Πάργα» Τοπίο, αριστερά: Ακουαρέλα, 37Χ50 εκ. Δεξιά: Μικτή τεχνική σε χαρτί, 64Χ48,5, Συλλογή Ε.Σ.Η.Ε.Α.

«Τότε όλα μου φαινότανε σαν να ονειρευόμουνα και φαίνεται ότι έβλεπα απίθανες εικόνες περπατώντας στον δρόμο με την μητέρα μου ή πηγαίνοντας με τους δικούς μου σε εκδρομές. (Θα σου πω προφορικά Τζούλια τί έβλεπα γιατί δεν μπορώ να τα γράψω είναι απίθανα). Το βραδάκι έβγαινα στην μεγάλη αυλή, που είχε το σπίτι με ένα πανύψηλο δέντρο. Στην κορυφή του δέντρου ήτανε ένας φανταστικός κόσμος, που, όμως, εγώ τον πίστευα και τον έβλεπα αληθινό. Ένα μικρό παράξενο σπιτάκι και μικροσκοπικά ανθρωπάκια με παρδαλά χρώματα και παρδαλές φάτσες, που μου λέγανε να πάω μαζί τους. Αυτά ζούσανε, ήτανε αληθινά για μένα. Έμενα ώρες μόνη εκεί,  κανείς δεν καταλάβαινε τί έβλεπα στην κορυφή του δέντρου μου. Ούτε το έλεγα σε κανέναν γιατί φοβόμουνα, τότε έπρεπε να μελετώ πολύ μουσική έπαιζα Bach και Chopin, και πήγαινα στις καλόγριες Saint – Joseph, που κι αυτές είχανε τόση μαγεία για πολλά παιδιά και που μας δίνανε στις εξετάσεις και ολόχρυσα κόκκινα βιβλία και παίζαμε θέατρο με παιδικά έργα και ποιήματα. Ο καιρός περνούσε λοιπόν και μια νέα προτίμηση άρχισε να με απασχολεί! Άρχισα να ζωγραφίζω Βενετίες! Ό,τι κάρτα έβρισκα ή εικόνα σε βιβλία την ζωγράφιζα. Βενετίες φανταστικές, Βενετίες διαρκώς και έγραφα… le souvenir est l’ ậme de la vie γιατί είχα ταράξει τον καημένο τον Λαμαρτίνο κι’ αυτά πήρα απ’ ένα ποίημα.

………………………..………………………………

«Σύνθεση», ακουαρέλα, 62Χ24, Ε.Σ.Η.Ε.Α.

»Δεν είχα διδαχθεί από κανέναν σχέδιο ή ζωγραφική ως τότε, όμως άρχισα να εικονογραφώ βιβλία ή μάλλον unicum, δηλαδή ένα ποίημα με μια μεγάλη εικόνα σε χαρτί parchemine. Μου τα αγόραζαν και αυτά. Τότε άρχισε και ο αγώνας με το σπίτι μου για να πάω στο Παρίσι. Η μητέρα μου φοβότανε ότι μόνη μου εκεί πέρα, θα με αρπάζανε οι απάχηδες των Παρισίων! ή θα παράταγα τις σπουδές και ποιος ξέρει τί θάκανα. Έφυγα επιτέλους και τίποτα δεν συνέβη απ’ όλα αυτά. Άρχισα μια σκληρή δουλειά από τις επτά το πρωί ως αργά το βράδυ και μετά πήγαινα και χόρευα στο  “Jockey” ή έβρισκα την παρέα μου στο “Dộme” και στους “Vikings” κι αρχίζανε οι ατελείωτες συζητήσεις για τέχνη, που καταλήγανε συνήθως σε ομηρικούς καυγάδες ή πηγαίναμε στις λαϊκές fệtes ζητώντας να δούμε φτωχά τσίρκα του Παρισιού, που για εμάς είχανε τόση γοητεία επηρεασμένοι καθώς είμαστε από την bleu εποχή του Picasso. Πήγαινα στην Grande Chaumiẻre και στο Conservatoire des Arts et Mếtiers. Στη Chaumiẻre έκανα σχέδιο σπουδής ή ελεύθερο σχέδιο χωρίς δάσκαλο, δεν ήθελα δάσκαλο. Στο Conservatoire έκανα φρέσκο και μωσαϊκά και σμάλτα σε χαλκό με τον καθηγητή Marcel Μague, που ιδιαίτερα με συμπαθούσε, και κεραμική με τον μεγάλο καθηγητή Albert Granger, που μου έδωσε και μεταλλείο του Conservatoire μέσα σε τόσους πολλούς μαθητές του. Ο ελληνικός κύκλος των καλλιτεχνών, όμως, δεν μ’ εκτιμούσε καθόλου γιατί δεν σχεδίαζα αλλά à la Bậteau-Lavoir».

 

(Από το «Χειρόγραφο γράμμα προς Τζούλια» της Σ. Πολυχρονιάδη)

 

***********     ************

«Καθόλα σεμνή και διακριτική, η πνευματική υπόσταση της Σελέστ Πολυχρονιάδη διαχέεται μέσα στην νεοελληνική ιστορία της τέχνης μαζί με το έργο της, που ακόμα διάσπαρτο και σπάνια καταγεγραμμένο, έχει παίξει ουσιαστικό ρόλο στο μοντέρνο κίνημα και στον εικοστό αιώνα. Η ζωή κι η δράση της εξελίσσονται εξίσου ενεργά και άμεσα τόσο στο Παρίσι του μεσοπολέμου δίπλα στα διεθνή ριζοσπαστικά κινήματα, όσο και στην Ελλάδα του τριάντα, με την Ομάδα Τέχνη και το Ατελιέ του οποίου θα αναλάβει και την διεύθυνση συνεχίζοντας δυναμικά την οργάνωση εκθέσεων και πνευματικών εκδηλώσεων έως και στην διάρκεια της Κατοχής. Το Ατελιέ, υπό την Σελέστ, θα αποτελέσει μόνιμο κέντρο αναφοράς και συνάντησης των πιο προοδευτικών τάσεων, της αντίστασης και της πνευματικής ανυπακοής μπρος σε όποια τετελεσμένα γεγονότα.

                              «Γυναικείες φιγούρες-Χορός», ελαιογραφία, 30,5Χ14 εκ., συλλογή Ε.Σ.Η.Ε.Α.

»Σε όλες αυτές τις σημαδιακές εποχές, ο ρόλος της περνά σα μια σκιά της άγραφης ιστορίας της τέχνης όπως και της άγραφης ιστορίας. Η παρουσία της, όμως, είναι ενεργός η προσωπικότητά της συμμετέχει δυναμικά στην διαμόρφωση αντισυμβατικού κι ελεύθερου διαλόγου με το διεθνή και με τον σύγχρονο χώρο της τέχνης. Ιδιαίτερα δίπλα στους νέους, έρχεται να θυμίσει κάθε φορά την άλλη όψη του μύθου, την πραγματικότητα η οποία κι όταν ακόμα μένει έξω από κάθε ιστορία και καταγραφή, δεν παύει να δρα ζωντανή μέσα στο λόγο και το έργο των πνευματικών ανθρώπων και των καλλιτεχνών. Αν και γνωρίζει από κοντά την υψηλότερη βαθμίδα της κοινωνικής και πολιτικής επιρροής, τους επίσημους φορείς και τους αντιπροσώπους της κοινωνίας μέσα στην οποία κινείται, η στάση της φέρει με σθένος και παρρησία το στίγμα, που την διαφοροποιεί κριτικά κι ιδεολογικά, πρακτικά και ηθικά, πνευματικά και καλλιτεχνικά από κάθε έννοια του κατεστημένου, από κάθε προνομιακή μεταχείριση, από κάθε κομφορμισμό και συμβατικότητα.

       

      Αριστερά: «Αφηρημένη Τέχνη», τέμπερα σε χαρτί, 35Χ30 εκ. Δεξιά: «Λουλούδια», ακουαρέλα, 45,8Χ61,5 εκ.

»Τα έργα της Κατοχής είναι το ίδιο δυνατά κι αποφασιστικά με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Δεν είναι το στυλ αλλά η σχέση με την πραγματικότητα, που θεμελιώνουν το έργο. Χωρίς ιδεολογήματα και προφάσεις, αυτό που την περιστοιχίζει κι η αδυναμία της καθημερινής ζωής, ο θάνατος κι η πείνα, τ’ ανήμπορα παιδιά της Κατοχής, δεν μπορούν να ξεφύγουν από την προσοχή ενός ανοιχτού ματιού κι ανοιχτού μυαλού. Ο κόσμος κι ο διάκοσμος δεν είναι μόνον όνειρο αλλά και εφιάλτης, δεν είναι μόνον κάλλος αλλά και φρίκη, δεν είναι μόνον χαρά αλλά και πίκρα, δεν είναι μόνον αισθησιασμός αλλά και αποτροπιασμός. Ολοκληρωμένος πνευματικός άνθρωπος η Σελέστ ακολουθεί το δύσβατο δρόμο των όμοιων της και όχι μόνον υπομένει το ότι δεν την καταλαβαίνουν αλλά κύρια, εκφράζει δημόσια τη δική της αδυναμία να καταλάβει μέχρι που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη αδιαφορία, η βία κι η ακατάσχετη φλυαρία μιας κοινωνίας που όλο και περισσότερο αγνοεί τον άνθρωπο και την ζωή».

   (Από το κριτικό σημείωμα του Ντένη Ζαχαρόπουλου)

 

      Μέρος της βιβλιοθήκης «Δημήτρης Ι. Πουρνάρας», όπου  φιλοξενείται η έκθεση μέχρι τις 12 Ιανουαρίου 2026.