ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΙΛΑΝΟΥ

ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΙΛΑΝΟΥ

Γράφει ο  ΗΛΙΑΣ ΒΟΛΙΟΤΗΣ – ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ

 

Σκληρός Απρίλης για την παρέα του λαϊκού τραγουδιού στον Βόλο. Πότε διάβηκαν κιόλα 20 χρόνια! Τόσα είναι αφότου έφυγαν με διαφορά ενός χρόνου ο Κάρλος και ο Νίκος, από τους Μιλάνους της ιστορικής «Σκάλας», το γραφικό Βολιώτικο ταβερνάκι. Στις 7 Δεκεμβρίου 2025 απεδήμησε και ο Στάθης. Τέλος εποχής. Συνεχίζουν, ωστόσο, απτόητα από τον πανδαμάτορα τα ορφανά της «Σκάλας του Μιλάνου», όχι μόνο με μνημόσυνα, προσκολλημένοι στο ένδοξο παρελθόν αλλά και «σιάχνοντας» καινούρια μεγάλα έργα, οι χαρισματικοί από δαύτους, παρακαταθήκη και έμπνευση στο σκοτεινό, συγκεχυμένο και απαιτητικό παρών και μέλλον. Η μνήμη έχει αξία μόνο όταν γίνεται πηγή έμπνευσης! Μετά από τουλάχιστον 120 χρόνια ζωής στην Πορταριά και στον Βόλο κλείνει η θρυλική «Σκάλα του Μιλάνου», Μεγάλη Τετάρτη 19 Απριλίου 2006. Παίζουν τελευταία φορά χωρίς τον Νίκο, που το ίδιο βράδυ αναχωρεί για το  μεγάλο ταξίδι. Ακολουθεί ο Κάρλος, Παρασκευή 4 Μαΐου 2007. Και σαν να μην έφθανε αυτό φεύγει πρόωρα και ο γιος του Κάρλου Στέφανος, Παρασκευή 31 Αυγούστου 2007. Τιμάμε την εικοσαετή επέτειο από την αποδημία των αείμνηστων φίλων μάλλον με το έσχατο   αφιέρωμα (ώρα να κλείσει αυτός ο κύκλος του βιογράφου της «Σκάλας»), πάλι με πρωτότυπο κείμενο. Γράφουμε για τον Νίκο Μιλάνο, τον χαρισματικό… δεύτερο,  αφανής ψυχή του μαγαζιού πλην στην σκιά του Κάρλου. Οι φωτογραφίες είναι από την έκδοση: Ακριβές στιγμές στην «Σκάλα του Μιλάνου» (εκδόσεις Βόλος) και από το αρχείο του Αλέκου Σβερώνη.

Ο ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΣ… ΔΕΥΤΕΡΟΣ!

 

Δίχως υπερβολή, από την κοιλιά της μάνας ασύνειδος ακροατής, χαροκόπος της «Σκάλας του Μιλάνου», του για πάνω από έναν αιώνα περίφημου και γραφικού ταβερνείου του Βόλου, αργότερα μοναδικός βιογράφος, φίλος και συμπότης στο ίδιο τραπεζάκι-πάλκο με τον Κάρλο, τον Νίκο, τον Στάθη, τύχη δεν το ’φερε λέξη να γράψω για τον κιθαριστή της παρέας Νίκο Μιλάνο. Όχι πως τον θεωρώ λιγότερο σημαντικό ή έναν από τον σωρό των θαμώνων και παιχνιδιατόρων. Ίσα-ίσα! Ο ίδιος είναι απόλυτος και αρνητικός! Κάθετα αρνητικός και συχνά απότομος!

 «Μη ρωτάς τίποτα εμένα! Ο Κάρλος τα λέει πολύ καλύτερα από μένα! Δεν μιλάω εγώ! Αυτός τα ξέρει πιο καλά»!-δηλώνει σε διάφερες εκδοχές και αποχρώσεις στην επιμονή μου να γίνει μια του συνέντευξη. Η… ιεραρχία της παραδοσιακής-συντηρητικής οικογένειας Μιλάνου, ο πρωτότοκος γιος «λύνει και δένει» στο μαγαζί και σε όλα τ’ άλλα θέματα. Είναι γνωστό ότι ο μπάρμπα Στέφανος αφήνει ευχή και κατάρα στον Κάρλο ποτέ να μη φύγει από την «Σκάλα», κάτι, που πληρώνει καλλιτεχνικά πανάκριβα τόσο ο ίδιος, όσο ο Νίκος και λιγότερο  ο Στάθης. Σκεφθείτε να κατέβαιναν οι Μιλάνου, σολίστες διαλεχτοί, στην Αθήνα, να έκαναν μεγάλη καριέρα! Και «ο Νίκος είναι μοναδικός κιθαρίστας, μην κοιτάς, που είναι στην σκιά του αδελφού του, μπουζούκι ένεκα»!-ακούω να λένε παλιοί Βολιώτες.

Όμως «αγάλι- αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι»-που ’λεγε η θυμόσοφη γιαγιά μου-ή πρέπει να κάνει κύκλο κάθε πράμα-στην κουλτουριάρικη εκδοχή. Φίλος από την Κύπρο με ξαναβάζει στην πρίζα!  Ο Παναγιώτης Ξανθόπουλος επιμελείται ανθολόγιο με τους σημαντικούς λαϊκούς κιθαρίστες του 20ού αιώνα και ζητά την συνδρομή μου «για την περίπτωση του Νίκου Μιλάνου, που αποτελεί κατά την άποψή μου-και κατά την δική μου!-κιθαριστικό φαινόμενο και εξαιρετικά επιδέξιο χειριστή της κιθάρας». Είναι η ώρα να εκπληρώσω το χρέος με την βοήθεια εκλεκτών και έμπειρων φίλων. Του μαέστρου Γιώργου Διαμαντόπουλου, θαμώνα στα γλέντια μας στην «Σκάλα» και του κιθαρίστα Κώστα Καραμπερόπουλο, που ανδρώνεται μουσικά στην «Σκάλα» κυρίως ως μαθητής του Νίκου Μιλάνου στο εν λόγω μουσικό όργανο (Δεν γνωρίζω αν το βιβλίο του Π. Ξανθόπουλου κυκλοφόρησε).

 Ο Νίκος Μιλάνος γεννιέται στον Βόλο το 1938, συμπωματικά έτος, που ο διευθυντής της εφημερίδας «Θεσσαλία» Τάκης Οικονομάκης γράφει (Τρίτη 18 Ιανουαρίου) με το ψευδώνυμο «Εφήμερος» το χρονογράφημα «Η Σκάλα του Μιλάνου» και γίνεται ο νονός της. Αρχίζει με μπουζούκι αλλά σύντομα επικεντρώνεται στην κιθάρα. Πρέπει εξ ανάγκης να συνοδεύει στο μαγαζί τον μπουζουξή αδελφό του. Ίσως, όμως, του ταιριάζει καλύτερα το όργανο, με δεδομένο πια ότι εξελίσσεται σε κορυφαίο λαϊκό κιθαρίστα. Ο Νίκος παντρεύεται την κυρά Ελένη, ζουν ευτυχισμένοι ως το τέλος, αν και πάντα είχα την αίσθηση ότι τουλάχιστον στα γεράματα γκρινιάζει στον σύζυγο της για την συνεχή ενασχόληση με την «Σκάλα». Μεγάλη Τετάρτη 19 Απριλίου 2006 η αυλαία! Παίζουν τελευταία φορά στο ταβερνάκι χωρίς τον Νίκο, που το ίδιο βράδυ αναχωρεί για το μεγάλο ταξίδι! Ουδέν άλλο βιογραφικό. Ακόμα και οι φωτογραφίες του Νίκου είναι όλες με τ’ αδέλφια του και στο μαγαζί. Δεν έχω συναντήσει ποτέ μοναχική, προσωπική του φωτογραφία.

Ο κιθαρίστας Νίκος Μιλάνος μοναδικός στο απαιτητικό για την λαϊκή μουσική όργανο, που δια βίου λατρεύει, πιστά υπηρετεί. Είναι αυτοδίδακτος. Δεν εργάζεται ποτέ ως επαγγελματίας μουσικός. Πάντα ταβερνιάρης και μόνο στην «Σκάλα». Είναι, όπως λέμε, τεμπίστας και όχι σολίστας. Συνιστά, προφανώς, πολυτέλεια ένα καπηλειό να διαθέτει και μπάσο, όχι μόνο τότε αλλά μέχρι και σήμερα. Παίζουν, λοιπόν, ακουστική κιθάρα ως μπασοκίθαρο,  ας πούμε ότι είναι ο τρόπος, που «οφείλει» να παίζει στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι η κιθάρα συνοδεύοντας το μπουζούκι και όλα εξαρτώνται από το ταλέντο, το μεράκι και το κέφι των παιχνιδιατόρων. Έτσι παίζουν οι κιθαρίστες στα μαγαζιά και στις παλιές ηχογραφήσεις δίσκων. Έτσι και ο Νίκος.  Από όλους αυτούς τους παλιούς χαρισματικούς φτάνει η τέχνη της λαϊκής κιθάρας ως εμάς.

Χαρακτηριστικό,  όχι μοναδικό, παράδειγμα το «Νέο (σμυρναίικο) Μινόρε» του Βασίλη Τσιτσάνη. Αναφέρεται γιατί παίζει ο εξαιρετικός Γιάννης Δέδες  και επιπροσθέτως ακούγεται ευκρινώς το παίξιμο της κιθάρας, για να γίνει πιο κατανοητό για τους λιγότερο εξοικειωμένους με την λαϊκή μούσα. Όπως  λένε σπουδαγμένοι μουσικοί, στην λαϊκή κιθάρα οι παλιοί παιχνιδιάτορες  μαθαίνουν τα ακόρντα πρακτικά. Ο λόγος, που χρησιμοποιούν τον αντίχειρα είναι κυρίως για να «κόβουν» τον ήχο στις δύο μπάσες χορδές. Μπορούν να παίζουν όλες τις τονικότητες, όσοι έχουν το ταλέντο και την ευχέρεια της μελωδικής «σκέψης» αλλά δεν υστερούν και στην  δεξιοτεχνία, που είναι δεδομένο σύμφωνα με τα ηχητικά ντοκουμέντα της εποχής ότι διαθέτουν πολλοί αυτοδίδακτοι παλιοί λαϊκοί κιθαρίστες. Ίσως μπαίνουμε… σε βαθειά νερά και για αυτό κρατήστε ότι ανέκαθεν μου προκαλεί τεράστια εντύπωση ο δωρικός, στακάτος τρόπος, που συνόδευε τα τραγούδια ο Νίκος Μιλάνος.

Ακολουθώντας η κιθάρα το μπουζούκι τονίζει, κρατά τον ρυθμό. Η κιθάρα του Νίκου είναι με συρμάτινες χορδές. Έχει και αυτό την σημασία του στο παίξιμο και στο ύφος  Είναι χαρακτηριστικός ο ήχος στις κιθάρες αυτού του τύπου, που είχαν μικρότερο ηχείο και τα ανάλογα ξύλα, σε σύγκριση με τις τωρινές ακουστικές με αποτέλεσμα να έχουμε την «ατάκα», που απαιτείται  για το «ρεμπέτικο» ύφος, όπως ήδη είπαμε στακάτο παίξιμο-μπασοκίθαρο.  Όπως και των άλλων συναδέλφων του, δεν είναι κλασική με την σημερινή σημασία. Τότε οι κιθάρες από την μια είναι σχετικά φτηνές, χειροποίητες, πλην αν πέσεις σε μερακλή και κεφάτο ερασιτέχνη οργανοποιό, βγάζουν ήχο μοναδικό. Γνωστοί κατασκευαστές της εποχής, ο Παναγής, ο Απαρτιάν κ.α.

Στην «Σκάλα» αν και δεν παίζουν όλο τα ίδια,  για να μη βαριέται ο κόσμος, να χορεύει, να γίνεται κέφι, διπλασιάζουν τους χρόνους, γρηγορεύουν τον ρυθμό. Αποτέλεσμα; Περιζήτητη αρμονία, κατάσταση αυθεντικού γλεντιού: Από την μια ξεφεύγουν από το κλασικό ρεμπέτικο τέμπο, σε κάποια από την μάνα τους γοργά, ρυθμικά, πιο εύθυμα τραγούδια ίσως και ν’ ακουμπάνε το «φλαμένκο», από την άλλη υπηρετούν με ευλάβεια το ύφος κάθε συνθέτη. Δεν υποκλίνονται στο εμπορικό και φτηνό, παίζουν με μοναδική μελωδική ακρίβεια και σε αυτό την μερίδα του λέοντος κατέχει η κιθάρα, ο  Νίκος. Έχει τον δικό του τρόπο παιξίματος, ιδιαίτερο ανάπτυγμα στα ζεϊμπέκικα. Η φοβερή άνεση στην κιθάρα και η αίσθηση του ρυθμού και της αρμονίας τον βοηθούν να τραγουδάει γνωρίζοντας εκατοντάδες  ρεμπέτικα άσματα από μνήμης. Τα λένε πρίμο-σεγόντο, μαζί και όλο το μαγαζί, μια διαρκής παρέα γλεντιστών. Ο   Νίκος λέει πάντα τα μέρη του τραγουδιού με τις ψηλότερες νότες. Διαθέτει εκ φύσεως δυνατή φωνή και για αυτό μπορούν και παίζουν σκέτα κάθε βράδυ. Μην ξεχνάτε πως ως μουσικοί δεν περνάνε ποτέ στην εποχή του ηλεκτρισμού. Πάντα στην «Σκάλα» παίζουν, όπως παλιά, δίχως…  πρίζες, σκέτα, με φυσικό ήχο.

Ως απαιτητικός ακροατής, εκτός από το μπουζούκι, μάλλον παράλληλα, παρακολουθώ και τα χέρια του Νίκου στην κιθάρα, πόσο τέλεια κρατά τον ρυθμό, τ’ αναπάντεχα  ποικίλματα, που «ρίχνει», όποτε του κάνει κέφι, την εγρήγορση, ετοιμότητα και ικανότητα. Όταν το μπουζούκι αυτοσχεδιάζει πολύ συχνά, η κιθάρα είναι πάντα εκεί, αδιάπτωτος σύντροφος, δεν χάνει «χιλιοστό». Πώς να πεις αυτά τα μέλη της ψυχής με ψυχρές λέξεις; Θυμάμαι τώρα την εκπληκτική πανδαισία, πρωτότυπη και  διαφορετική κάθε φορά, που κάνουν Κάρλος και Νίκος σε εμβληματικά τραγούδια, όχι κατ’ ανάγκη λαϊκά. Μεταγγίζουν το κέφι τους. Τί γίνεται στο μαγαζί, όταν πιάνουν το περίφημο ρώσικο «Ο Τσιτσόρνια»!

Το διασκευάζουν  για μπουζούκι και κιθάρα ο Κάρλος και ο Νίκος, όλοι το ζητούν και αρχίζει το πεντάλεπτο-ανάλογα τα κέφια των παιχνιδιατόρων-λαϊκό κονσέρτο. Συντροφικό συλλείτουργο! Το μπουζούκι κάνει παπάδες, συχνά διαφορετικούς. Η κιθάρα αρχικά συνοδεύει, θαρρείς ντροπαλά και ξαφνικά  παίρνει αμπάριζα και κάνει τα δικά της προκαλώντας το μπουζούκι σε νέους αυτοσχεδιασμούς και το μπουζούκι «πιάνει» άλλα «ταξίμια» και η κιθάρα πάλι απαντά και προκαλεί…  Και το μελωδικό γαϊτανάκι συνεχίζεται, σκορπά ενθουσιασμό, ο… ανταγωνισμός αναπτύσσει την λαϊκή μας μουσική. Ένα μόνο πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα. Υπάρχουν και άλλα αμέτρητα, ο «Αρμενοχωριανός συρτός» του Γιώργη Κουτσουρέλη ή «Ζορμπάς», όπως τον διασκευάζει και τον κάνει παγκόσμια επιτυχία ο  Μίκης. Τί κρίμα, που δεν έχουν δισκογραφηθεί αυτά και πολλά άλλα αριστουργήματα της λαϊκής τέχνης. Ιδιωτικές ηχογραφήσεις δίνουν υποψία μόνο του μεγαλείου, της χαράς, της παρέας, που οι τυχεροί απολαμβάνουμε…

Οι Μιλάνοι εξ απαλών ονύχων συνυπάρχουν, αλλά και η ακρίβεια ρυθμού, η ποικιλία ρεπερτορίου, το κάθε βράδυ παίζουμε διαφορετικά, όχι μόνο τραγούδια αλλά και με άλλη διάθεση, ότι πρωτίστως κάνουμε το κέφι μας και ό,τι προκύψει, δεν είναι το πιο εύκολο. Εκτός από εμπειρία θέλει πολύ μεγάλο ταλέντο. Για παράδειγμα παίζοντας κάθε βράδυ, πώς ξεπερνάς την ρουτίνα, πώς κερδίζεις  το κοινό, που έρχεται τρεις φορές την βδομάδα; Ταβερνάκι με τακτικούς θαμώνες. Παίζουν κάθε βράδυ με σεβασμό στους πελάτες, στην μουσική, στον εαυτό τους. Αυστηρά 22.30- 01.00. Ούτε λεπτό παραπάνω.

«Κι αύριο μέρα είναι»-λέει, συνήθως, ο Νίκος και μαζεύουν τα όργανα. Εκτός αν θέλουν να καλοκαρδίσουν κάποιον καλό φίλο, που έρχεται από αλλού, παίζουν ακόμα ένα-δυο τραγούδια. Αξιώθηκα και αυτής της μεγίστης εύνοιας! Μπαίνοντας στο μαγαζί από την πρώτη φορά δεν σου ξεφεύγει η… λεπτομέρεια, που κάνει την διαφορά έναντι των άλλων κέντρων. Βλέπουν κάθε βράδυ το πρόγραμμα ως παράσταση, έμπνευση και αυτοσχεδιασμό προσφέροντας στον κόσμο αυθεντική μελωδική ψυχαγωγία. Για αυτό κι ενοχλούνται τα μάλα όταν το κοινό μιλάει και δεν προσέχει, όταν δεν έχει μουσική μέθεξη. Ο Νίκος στην διάρκεια της όλης λαϊκής μυσταγωγίας σπανίως λέει κάτι αφοσιωμένος στην κιθάρα του και στην εξυπηρέτηση πελατών (κρατήστε το καβάτζα), αλλά  όταν μιλά η ατάκα είναι καυτός σαρκασμός. Θα μου πείτε τί σχέση έχει με την κιθάρα; Μα η ατμόσφαιρα μετράει, καθορίζει το λαϊκό γλέντι, το μεράκι της παρέας! Ο Νίκος Μιλάνος, που ελάχιστα μιλά, μοιάζει αφανής της «Σκάλας», αφήνει στον Κάρλο την πρωτοβουλία κινήσεων, είναι με την σειρά του αυθεντικός γλεντιστής. Για σκεφθείτε σήμερα στα λαϊκά ταβερνεία (και όχι μόνο) πόσες φορές η κιθάρα παίζει βαριεστημένο, κοινό, σχεδόν πανομοιότυπο τέμπο; Η κιθάρα του Νίκου είναι απόλυτα ισότιμη και συνάμα ουσιαστικά διακριτή στο μικρό πάλκο-τραπεζάκι, έχει αισθητή την  παρουσία στο ταβερνάκι! Πόσοι κιθαρίστες παίζουν «καλαμπόρτζο» σήμερα -για να θυμηθούμε μια σύγχρονη δημοφιλή μουσική απαξίωση;

Και στις λεγόμενες «παραγγελιές» ξεχειλίζει πάντα ο αυθόρμητος πλην ουσιαστικός σεβασμός στην μουσική, στην παρέα, στους εαυτούς τους. Είναι πολύ… σφικτοί στο θέμα αυτό. Έχουν κοινή πολιτική την πεμπτουσία της παραδοσιακής προίκας  παιχνιδιατόρων της Ανατολής και της Βαλκανικής: «Πρώτα θα ευχαριστηθώ εγώ, θα παίξω ό,τι θέλω, κι αν την βρω, αν ευχαριστηθώ εγώ, θα γλεντήσετε και σεις»!λέει συνήθως ο Κάρλος. Μόνο τότε παίζουν… παραγγελιά. Θυμάμαι νέος-δεκαετία 1980-γκρινιάζω, λέω συχνά του Νίκου: «Εντάξει, δεν χάθηκε ο κόσμος, πιάσε την κιθάρα να πούμε κάνα δυο τραγουδάκια ακόμα». Εκείνος γελώντας: «Α, δημοσιογράφε, εμάς έτσι μας έμαθε ο πατέρας μας»! Ο Νίκος είναι πολύ δεκτικός, ανοιχτός στους νέους και προπαντός δείχνει την τέχνη καλοπροαίρετα. Ο Κάρλος είχε και το κόλλημα μην του… κλέψουν τα… καραντουζένια, τους αυτοσχεδιασμούς σε ιδιαίτερα κουρδίσματα. Ο Νίκος; Διημερεύον κατάστημα! Προσφέρει απλόχερα. Για να μην αδικήσουμε κανέναν, οι αδελφοί Μιλάνοι  στην πολύχρονη θητεία τους «σιάχνουν», όχι μόνο στον Βόλο ή στην περιοχή Θεσσαλίας, αλλά και στην εν γένει ελληνική λαϊκή μουσική σημαντικούς δεξιοτέχνες. Ιδιαίτερα 3-4 μαθητές του Στάθη κάνουν ήδη μεγάλη καριέρα στην σύνθεση, στο πάλκο, στην δισκογραφία (Μαχαίρας, Κούκος, Πασαλίδης, κ. ά).

Είπα να «κρατήσετε καβάτζα». Φαντασθείτε την εικόνα του ταβερνιάρη, του Νίκου, που ετοιμάζει με τον ανιψιό του Στέφανο-και αυτός μακαρίτης- μεζέδες «της ώρας», σερβίρει, μετά πετάει την ποδιά και πιάνει την κιθάρα. Κι αν παραστεί ανάγκη, πάλι σηκώνεται πιάνει για λίγο την ποδιά, διορθώνει κάτι και ξανά στην κιθάρα!  Τα μάλα αξιοπερίεργο πώς κάνει δυο αντίθετες δουλειές… Πώς καταφέρνει με «λαδωμένα» χέρια, με τις φωτιές και τα μικροατυχήματα της  κουζίνας να παίζει κιθάρα με τόση θαυμαστή ακρίβεια; Πού βρίσκει κέφι και διάθεση με τον κάματο της λάντζας, της μαγειρικής, του σερβιρίσματος; Όσοι το θεωρείτε εύκολο και μηδαμινό δεν έχετε παρά να δοκιμάσετε έστω και για πλάκα. Είναι, όμως, άλλοι άνθρωποι με πλούσια ταλέντα, διαφορετικό… ύφασμα, που δεν το είχε φάει ακόμα ο σκώρος  της κατανάλωσης, της αποχαύνωσης  και του εμπορικού χαβαλέ!

Σίγουρα δεν σας έδωσα ούτε γεύση από τις μοναδικές στιγμές, τα γόνιμα βράδια στην βολιώτικη «Σκάλα του Μιλάνου»! Πώς να φυλακίσεις την ζωή σε λέξεις; Άσ’ την καλύτερα παντοτινή λεύτερη στην μνήμη των χαροκόπων της και στα έργα κάποιων κουζουλών, που έκαναν υφάδι τις εμπνεύσεις της. Για μένα ο Νίκος Μιλάνος είναι ο χαρισματικός δεύτερος, που χωρίς αυτόν τίποτα δεν μπορεί να γίνει! Ο απαράμιλλος σύντροφος και λειτουργός  της παρέας, που η απουσία του την αφήνει ορφανεμένη. Φαίνεται τραγικά αυτό, πολύ πληγώνει, τις ελάχιστες θλιμμένες νύχτες, που κατ’ ανάγκη παίζουν στην «Σκάλα» χωρίς αυτόν. Αυλαίας προανάκρουσμα!

Leave a Reply

Your email address will not be published.