Η ποίηση του Γιάννη Ζαρογιάννη

Η ποίηση του Γιάννη Ζαρογιάννη

Η φιλόλογος ΕΛΕΝΗ ΔΙΒΑΝΗ γράφει για την καινούρια ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζαρογιάννη με τίτλο: «Κατάθεση». Ο αγαπητός φίλος και συνεργάτης της Ιστοσελίδας μας Γιάννης Ζαρογιάννης συνεχίζει με το μεράκι του να γίνεται εύστοχος χρονογράφος της εποχής μας και παράλληλα να πρωτοστατεί στην πολιτιστική δραστηριότητας της πόλης του, της Λάρισας, όπου είναι σήμερα πρόεδρος του Πνευματικού Εργαστηρίου Εκπαιδευτικών του εν λόγω πάλαι ποτέ Νομού. Η «Κατάθεση» εκδόθηκε το 2025 με χαρακτηριστικό, όμορφο εξώφυλλο έργο του μικρού εγγονού του Γιάννη. Τα τελευταία χρόνια έχουμε παρουσιάσει τις εκδοθείσες ποιητικές συλλογές του Γιάννη Ζαρογιάννη και λίαν προσεχώς ετοιμάζουμε και μικρό έμμεσο αφιέρωμα στην σύγχρονη ποίηση με συμμετοχή και του Γ. Ζαρογιάννη.Υπενθυμίζουμε ότι κάτι ανάλογο κάναμε και με την ζωγραφική τέχνη, Σελέστ Πολυχρονιάδη, Μαργαρίτα Ράντεβα, Εύα Μελά και άλλα σχετικά θέματα, που συνιστούν ενότητα και μπορείτε να διαβάσετε στο αρχείο της Ιστοσελίδας μας.

===========

«ΚΑΤΑΘΕΣΗ» ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ

Γράφει η ΕΛΕΝΗ ΔΙΒΑΝΗ*

Η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζαρογιάννη έχει τον τίτλο «Κατάθεση». Πράγματι πρόκειται για μία κατάθεση ψυχής και εμπειριών, που μόνο ο χρόνος μπορεί να καρποφορήσει. Είναι ένα έργο πλούσιο σε θεματικές και με διαφορετικές τεχνοτροπίες, γεμάτο ευαισθησία αλλά και ρεαλισμό. Ο ποιητής έχει το δικό του προσωπικό ύφος και πατά στέρεα στον κόσμο της διανόησης και της ποίησης. Τα θέματα τα οποία πραγματεύεται η ποιητική συλλογή που έχουμε στα χέρια μα είναι ποικίλα και πολυδιάστατα. Μία κατηγορία ποιημάτων εμπνέεται από την φύση και την θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτή. Η φύση αναζωογονεί και αναγεννά το σύγχρονο άνθρωπο. Τον βοηθά να συνεχίσει τον καθημερινό  του αγώνα στην πολύβουη πόλη. Στο ποίημά του «Τοπίο Πύλης» αναφέρει χαρακτηριστικά ο ποιητής:

«Καθόμουν στην Πύλη κάτω από τον θεόρατο τον πλάτανο,

λίγη δροσιά να πάρω και να αναβαπτισθώ».

Το καλοκαίρι, εξάλλου, με τις ομορφιές και την ραστώνη του δίνει δύναμη για να αντέξει κανείς το χειμώνα και τις δυσκολίες:

«Γλυκό μου καλοκαίρι ρεμβάζω στα λιβάδια σου,

Δροσίζομαι στα χάδια σου, αφήνομαι στην κάψα σου…

Δωσ’ μου ένα φιλί. Δε χόρτασα ακόμα.

Το ‘ χω τόση πολλή ανάγκη, για να αντέξω τον χειμώνα».

Η φύση, λοιπόν, γίνεται ζωηφόρος, πνοή αγαλλίασης και βάλσαμο στα προβλήματα και τους πόνους της ζωής. Μία άλλη κατηγορία ποιημάτων, τα οποία διαπλέκονται με φυσικά τοπία, είναι τα ερωτικά. Εδώ ο ποιητής υμνεί τον έρωτα, τα νιάτα και την ομορφιά ως ιδανικό, πόθο ή κάτι τετελεσμένο, που ξυπνά την ανάμνηση. Στο ποίημα «Ξανθομαλλούσα» διαβάζουμε:

«Κοίταξε γύρω σου τα ρόδα άνθισαν.

Άνοιξε τα ροδόφυλλα κι εσύ, για να κορφολογήσω τον ανθό σου.

Ψηλά από τη λεύκα το αηδόνι μας θωρεί και κελαηδεί.

Της νιότης σου το σφρίγος φωσφορίζει.

Ένας αγέρας φρέσκος μ’ έφερε κοντά σου

Για να σου πλέξω το υφαντό σου

και να κάνεις τον ουρανό δικό σου».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ποίημα «Στεφανηφόρα κοπελιά», όπου προβάλλονται τα κάλλη μιας στεφανηφόρου κοπέλας:

«Τα μάτια σου σπινθηροβόλα,

το στόμα σου μελιηδές το σώμα σου αβρό.

Ακήρατος ο κήπος σου»,

ενώ στο ποίημα «Η φλόγα σου» κυριαρχεί το πάθος που αποπνέει μία νέα γυναίκα και ο ερωτικός πόθος που ξυπνά με την ορμή της:

«Κοπέλα μου, τι φλόγα είν’ αυτή,

Τι θαλερή που καίει μέσα σου».

Φτεροκοπάει σαν το νέο το πουλί που υμνωδεί την παρθένα τη ζωή με άσβηστη ορμή, με πόθο ακόρεστο». Όμως η ομορφιά που γεννά τον έρωτα δεν είναι μόνο εξωτερική, κάτι που αισθητοποιείται στο ποίημα «Εσωτερική ομορφιά»:

«Έχεις λουλούδια στην ψυχή και τις καρδιές αγγίζεις.

Αρώματα και χρώματα απλόχερα χαρίζεις».

Έντονος, εξάλλου, στην εν λόγω ποιητική συλλογή είναι και ο κοινωνικός – πολιτικός προβληματισμός, που γεννιέται είτε από σύγχρονα γεγονότα ή γενικότερες κοινωνικές και πολιτικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Ένα γενικότερο κοινωνικό προβληματισμό εκφράζει το ποίημα «Δημογραφικό», όπου ένας παππούς συζητώντας με τον εγγονό του προβάλλει τους φόβους και τις έντονες ανησυχίες του σχετικά με τον γερασμένο πληθυσμό της χώρας και  το γεγονός ότι οι νέοι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται να κάνουν οικογένεια και παιδιά. Το ποίημα μοιάζει με σύντομη αλλά περιεκτική κοινωνιολογική ανάλυση του θέματος αναζητώντας τις αιτίες του, ενδεδυμένη φυσικά με λογοτεχνικό μανδύα. Η μαγεύτρα τεχνολογία συνιστά τον πρώτο κατασταλτικό παράγοντα. Προσφέρει θαλπωρή, που για πολλούς αντικαθιστά τη χαρά των πολλών παιδιών. Ο δεύτερος είναι το κυνήγι της γνώσης, που συνδέεται με την άνοδο των νέων στην κοινωνική ιεραρχία. Τέλος η αστυφιλία με τους πειρασμούς που συνεπάγεται (μουσεία, θέατρα, καφετέριες, μπαρ και κέντρα διασκέδασης) δίνει τη χαριστική βολή στο δημογραφικό πρόβλημα. Η επωδός στον τελευταίο στίχο των περισσότερων στροφών με την μορφή ρητορικού ερωτήματος υπογραμμίζει τον κίνδυνο και μέσα από μία λεπτή και ταυτόχρονα πικρή ειρωνεία προσπαθεί να αφυπνίσει:

«Πού να νοιαστούνε οι νέοι για γάμο και πολλά παιδιά»;

Στην ευρύτερη κατηγορία ποιημάτων, που εκφράζουν έντονους κοινωνικούς προβληματισμούς ανήκουν και δύο ποιήματα, που αφορμώνται από δύο πρόσφατα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν στον τόπο μας. Το πρώτο με τίτλο «Το τραγικό συναπάντημα» αναφέρεται στο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Ο ποιητής επιστρατεύοντας μία σειρά εκφραστικών μέσων όπως οι παραστατικές εικόνες, η παρομοίωση, η προσωποποίηση και η χρήση χαρακτηριστικών επιθέτων για να αποδίδει τόσο το σκηνικό της φρίκης όσο και την αντίκτυπο που είχε το γεγονός στην ψυχή του  αλλά και σε συλλογικό επίπεδο:

«Η έκρηξη που ακολούθησε τρομακτική.

Η πύρινη η λάβα σαν το μανιτάρι.

Όρμησ’ ευθύς ο βλοσυρός ο χάρος

Και θέρισε δεκάδες νέους και όχι μόνο.

Ολόκληρη η χώρα πάγωσε.

Ξέσκισε των φαρμακωμένων των μανάδων τις καρδιές» και

Την ώρα που η ζωή ανοίγονταν μπροστά τους

Δεν πρόλαβαν ούτε ένα λουλούδι να μυρίσουν».

 Το δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Παλίρροια» αναφέρεται στην καταστροφή, που προκλήθηκε από τις πλημύρες στην Θεσσαλία το 2024. Ο ποιητής εντάσσει το συμβάν στην γενικότερη κατάσταση της χώρας, που παραπαίει ανάμεσα στην συντήρηση και τον εκσυγχρονισμό, χρησιμοποιώντας τον συμβολισμό του καραβιού για να υποδηλώσει το ταξίδι της χώρας μέσα στο χρόνο:

«Πότε το καράβι ορθοβατεί και σχίζει τα νερά

και πότε αγκομαχάει μες στο πέλαγος».

Στην πορεία αυτή εμφανίζονται «Κατάλληλοι και ακατάλληλοι, αετοί και ερπετά μαζί, κοράκια κι αλληλέγγυοι, βρυκόλακες αντάμα με τους διασώστες». Εδώ το μεμονωμένο γεγονός της καταστροφικής πλημύρας παραλληλίζεται με την παλίρροια της κοινωνικής και πολιτικής μας ζωής, που μοιάζει με χρώμα γκρι, καθώς συνυπάρχουν ικανοί και ανίκανοι άνθρωποι, ενάρετοι και μη, αλληλέγγυοι και αυτόκλητοι σωτήρες. Ο ποιητής, όμως, δε μένει σε αυτήν την πικρή διαπίστωση. Σαλπίζει το μήνυμα της ανασυγκρότησης και της κάθαρσης απέναντι στα κακώς κείμενα με στόχο την ευημερία των πολιτών:

«Να γίνει ο πόνος κι η οργή

Μεταρρυθμιστική ορμή.

Ν’ ανοίξουμε πανιά,

Να σπάσουμε τα στεγανά».

Η σκωπτική διάθεση περί πολιτικών γίνεται πιο έντονη στο ποίημα: «Οι χαμαιλέοντες». Εδώ ο συμβολισμός είναι ολοφάνερος. Όπως οι χαμαιλέοντες αλλάζουν το χρώμα τους προκειμένου να ενσωματωθούν και να εοιβιώσουν  στο φυσικό τους περιβάλλον, κατά τον ίδιο τρόπο οι πολιτικοί προσαρμόζονται στις εκάστοτε συνθήκες και σαν γυρολόγοι αλλάζουν πολιτικά στρατόπεδα και πεποιθήσεις προκειμένου να διατηρήσουν την βουλευτική τους έδρα:

«Οι κεραυνοί τους απ’ το βήμα της βουλής

Κατά των κυβερνώντων για τα αντιλαϊκά

ψηφίσματα θαμπώνουν τους ψηφοφόρους…

Πέρασε ο καιρός και όλα πέσαν στο κενό…

Γονυπετείς χτυπήσανε την πόρτα

εκείνων που καθημερινά κατακεραύνωναν.

Ξεπουπουλιασμένοι δώσαν «γη και ύδωρ.

Μια θέση είν’ αυτή. Δεν είναι παίξε γέλασε».

Μία άλλη θεματική που εντάσσει στην ποιητική του ο Γιάννης Ζαρογιάννης είναι αυτή που σχετίζεται με τον πόλεμο προβάλλοντας ισχυρό αντιπολεμικό μήνυμα. Στο ποίημα: «Ένας δικτάτορας αρκεί» γίνεται λόγος για δικτάτορες που υποκινούν πολέμους παραμυθιάζοντας τους υπηκόους τους και υπενθυμίζοντας συνεχώς απειλές από εχθρούς που επιβουλεύονται την εδαφική ακεραιότητα της χώρας τους. Ο ποιητής χαρακτηρίζει τον κάθε δικτάτορα αιμοσταγή, που δε διστάζει να ξεκινήσει επιθετικούς πολέμους θυσιάζοντας ζωές παιδιών, καθώς διαθέτει ένα διεστραμμένο εγκέφαλο. Έτσι  αυτό που επιφυλάσσει το «αμείλικτο και κοφτερό μαχαίρι της Νέμεσης είναι η συντριβή κάθε υβριστή της ανθρωπότητας. Στο ποίημα: «Ιμπεριαλιστές» με τον άμεσα καταγγελτικό του λόγο οι ιμπεριαλιστές ακολουθούν τα χνάρια των δικτατόρων. Τα δύο ποιήματα είναι συγκοινωνούντα δοχεία και το ένα συμπληρώνει το άλλο, καθώς ιμπεριαλιστές και δικτάτορες έχουν κοινά χαρακτηριστικά και συμπεριφορές:

«Πολεμοχαρείς θέλγονται από τα θύματα της ατσαλένιας της φωτιάς

Σαρκοβόροι τρέφονται απ’ τις σφαγές».

Αρκούν μόλις αυτοί οι δύο πρώτοι στίχοι για να μεταφερθεί κανείς διαχρονικά σε πεδία μαχών, όπου έχουν θυσιαστεί αμέτρητες ψυχές στο βωμό ιμπεριαλιστικών πολιτικών. Η πρόταξη των δύο επιθέτων (πολεμοχαρείς και σαρκοβόροι) προσδίδει στο ποίημα την απαιτούμενη ένταση – έναυσμα για να κατανοήσουν οι αναγνώστες και αναγνώστριες το τρομερό των ιμπεριαλιστικών πολέμων και την σκοτεινή ψυχοσύνθεση των ανθρώπων, που ηγούνται αυτών. Η χρήση στη συνέχεια  των ρημάτων ονειρεύονται, προσθέτουνε και ν’ απλώσουν αισθητοποιούν ην πλεονεξία των ιμπεριαλιστών, που ζητούν όλο και μεγαλύτερο ζωτικό χώρο. Η ένταση και ο τρόμος που προκαλούν οι ιμπεριαλιστές κορυφώνεται με τη χρήση του ρήματος λυσσομανούν, που αντικατοπτρίζει τόσο την ψυχική τους κατάσταση όσο και τις αποτρόπαιες πράξεις τους κατά των λαών και ενάντια στο αγαθό της ειρήνης.

Μία γενικότερη αντίληψη για τον πόλεμο και την ειρήνη εκφράζεται μέσα από το σχήμα της αντίθεσης στο ποίημα «Η ειρήνη και ο πόλεμος». Αρχικά, λοιπόν, απαριθμούνται τα αγαθά της Ειρήνης. Η Ειρήνη παρουσιάζεται προσωποποιημένη ως μία βασίλισσα, που όταν αυτή κυβερνά όλοι ευημερούν. Η πρόταξή της στην αρχή του πρώτου και τελευταίου στίχου αποδεικνύει τη σημασία της.. Έμψυχα και άψυχα βρίσκονται σε αρμονία και αποπνέουν τη μυρωδιά της ευτυχίας:

«Η θάλασσα πάντα γαλήνια, ακτινοβολά.

Τα παιδιά χαρούμενα και γελαστά.

Ανέμελοι οι φοιτητές τα όνειρά τους πλάθουν στο πανεπιστήμιο.

Πρωί πρωί άντρες και γυναίκες σπεύδουνε για; δουλειά.

Οι γέροι στους καφενέδες αραγμένοι μιλούν για την υγεία τους».

Όλες οι ηλικίες γεύονται τις χαρές, την ηρεμία και την πρόοδο που φέρνει η ειρήνη. Αντίθετα όταν κυριαρχεί ο πόλεμος, προσωποποιημένος ως Άρης, ο αρχαίος θεός του πολέμου, της αναταραχής και της έριδας, τα πάντα είναι διαφορετικά. Αυτό που κυριαρχεί είναι η βαρβαρότητα, που εδώ προτάσσεται ως έννοια στον τρίτο και πέμπτο στίχο. Ο πόλεμος αναιρεί τη ζωή και διάχυτο είναι το αίμα. Η τάξη των πραγμάτων διασαλεύεται:

«Αποσβολωμένοι οι γονείς θάβουνε τα παιδιά τους».

 Οι προσωποποιήσεις του πανικού και του πόνου ολοκληρώνουν το σκηνικό φρίκης που στήνεται στη δεύτερη στροφή, ενώ μία νέα ομάδα, τραγική, αναδύεται: οι πρόσφυγες, που «δεν έχουν μέρος, όπου ν’ απαγκιάσουν». Ο ποιητής, εξάλλου, σε ατομικό επίπεδο περιγράφει τα χαρακτηριστικά του ενάρετου ανθρώπου και ενεργού πολίτη σε αντίστιξη με αντίθετες και κατακριτέες  με βάση το αξιολογικό του σύστημα συμπεριφορές. Στο ποίημα: «Ο πανούργος» επικρίνεται ο τύπος του πονηρού και κακόβουλου ανθρώπου, που «ψάχνει για θύματα» και χαρακτηρίζεται από απληστία και παντελή έλλειψη συναισθημάτων. Αυτός ο τύπος ανθρώπου είναι καταδικαστέος από το κοινωνικό σύνολο, κάτι που πιστοποιείται από τη χρήση α΄ πληθυντικού προσώπου:

«Επήραμε το δείγμα σου

Μας άφησες το στίγμα σου

– Πανούργε και κακόβουλε».

Αντίθετα στο ποίημα «Εσωτερική ομορφιά», που προαναφέρθηκε, εξαίρεται η καλοσύνη και η προσφορά, που μπορεί ακόμη και να επισκιάσει την εξωτερική ομορφιά. Ο στίχος «Έχεις λουλούδια στην καρδιά» απεικονίζει παραστατικά την ομορφιά, την ανιδιοτέλεια και την αγνότητα της ψυχής, που είναι και το ζητούμενο. Το πρότυπο της καλοσύνης και της ανιδιοτελούς προσφοράς, της αστείρευτης και έμπρακτης αγάπης προς το συνάνθρωπο και συνάμα αντίστασης απέναντι στην αδικία αισθητοποιείται με παραστατικό τρόπο στο ποίημα: «Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος»:

«Ξεχείλιζε από αγάπη προς τον άλλο,

Ανεξάρτητ’ από χρώμα κι εθνική ταυτότητα.

Ξεχείλιζε από προσφορά προς τον συνάνθρωπο,

όπως ξεχειλίζει το νερό απ’ την πηγή…

έκτιζε σχολεία, εκκλησίες και νοσοκομεία,

γιατρειά κι ελπίδα, καταφύγιο και φωτός ακτίνα».

Στο ποίημα: «Ο φιλοπρόοδος κι ο αφιλοπρόοδος» ο ποιητής επαινεί τον φιλοπρόοδο άνθρωπο σε σχέση με τα άτομα τα οποία έχουν περιορισμένους πνευματικούς ορίζοντες και παρομοιάζονται με δεσμώτες:

«φιλοπρόοδε, η έξαρση του πνεύματος σε μαγνητίζει.

Εσέν’ αφιλοπρόοδε, δε σ’ έθρεψαν ούτε τα θέατρα,

ούτε οι αρχαιολογικοί χώροι, ούτε τα μουσεία…

Είσαι σε χειμερία νάρκη».

Στο ποίημα: «Ο προγραμματισμένος» γίνεται λόγος για το συνετό και προνοητικό άνθρωπο, που ζει με μέτρο καλύπτοντας όλους τους τομείς υποχρεώσεων και δραστηριοτήτων, με κέφι και όρεξη για ζωή, Οι συνέπειες αυτής της στάσης ζωής και της ορθής διαχείρισης χρόνου είναι ιδιαίτερα ευεργετικές για το άτομο τόσο σε ψυχολογικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, όπως διαφαίνεται στην τελευταία στροφή:

«Καταμερίζοντας τον χρόνο

σπάει τον ομφάλιο τον λώρο.

Καταμερίζοντας τον χρόνο

Για το άγχος δεν αφήνει χώρο.

Καταμερίζοντας τον χρόνο

ανοίγει εύκολα τον δρόμο».

 Αντίθετα στο ποίημα: «Ο Αχιλλέας» με αφετηρία το σχετικό μύθο στηλιτεύεται η αλαζονεία που οδηγεί στην υπέρβαση του μέτρου, την ύβρη και την αδικία:

«Όταν η αλαζονεία αγριεύει,

εκτρέπεται σ’ ενέργειες υβριστικές

με συνέπειες συντριπτικές».

Το παραπάνω ποίημα εντάσσεται και στην κατηγορία των ποιημάτων του Γιάννη Ζαρογιάννη, που εμπνέονται από την ελληνική αρχαιότητα και τους μύθους της, οι οποίοι συνδέονται με το παρόν αποκτώντας έτσι διαχρονική σημασία. Συγκεκριμένα στο ποίημα «Ο Απόλλωνας» η αναφορά στο φόνο του φοβερού δράκου Πύθωνα συνδέεται με το επιμύθιο, που συνδέει το μύθο με το σήμερα:

«Πόσες φορές παραμυθιάζουμε

Και δε βλέπουμε τον δράκο!

Πόσες φορές δειλιάζουμε

Τον δράκο αντικρίζοντας!»

Στο ποίημα: «Η Δήμητρα» αξιοποιείται ο γνωστός μύθος της Δήμητρας και της Περσεφόνης προκειμένου να προβληθεί η ύψιστη σημασία της γεωργίας για τον άνθρωπο, που τον τροφοδοτεί όσο κι αν η τεχνολογία εξελίσσεται!

«Αστείρευτη. Δε σταματάς

πολλούς καρπούς να δίνεις.

Τα ξερά στόματα από

την πείνα τ’ απαλύνεις.

Όσο ν’ απλώσει τα φτερά

πια η τεχνολογία,

το στάρι πάντα το χρυσό

θα έχει την αξία».

Στο ποίημα: «Η Αθηνά και η Αθήνα» συνδέεται η θεά του αρχαιοελληνικού πανθέου με την πόλη της Αθήνας  και τονίζονται όλες οι αρετές της τελευταίας ως κληροδότημα της προστάτιδάς της:

«Πήρε τη μορφή της προστάτιδας θεάς.

Η αρμονία των μελών τους γλύπτες γαλουχεί.

Ω Αθήνα μουσοπόλα,

Η αύρα σου η δροσοβόλα

Φτάνοντας στα πέρατα του κόσμου

Νέους βλαστούς ετίναξε».

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο ποιητής δεν αφήνει ανέγγιχτη την περιοχή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Εκφράζει το θαυμασμό και την εκτίμησή του για τους καλλιτέχνες  στο ομότιτλο ποίημα, συνοψίζοντας τις ιδιότητες των καλλιτεχνών  και των έργων τους κάνοντας χρήση της επανάληψης:

«Στο σπίτι τους οι καλλιτέχνες πάντ’ αφήνουν ένα παράθυρο ανοιχτό,

Άλλος μεγαλύτερο κι άλλος μικρότερο αναλόγως,

για να βγαίνει ένας δροσερός αγέρας.

Στο σπίτι τους οι καλλιτέχνες πάντ’ αφήνουν ένα παράθυρο ανοιχτό,

Άλλος μεγαλύτερο κι άλλος μικρότερο αναλόγως,

Για να μπει μέσα στον κόσμο τους, μέσα στο σύμπαν τους».

Τέλος στο ποίημα «Ο υπερρεαλιστής» ο ποιητής καταθέτει την άποψη του και κριτική για την ουσία της ποιητικής τέχνης. Με την αποστροφή σε δεύτερο ενικό πρόσωπο προς κάποιον ιπερρεαλιστή ποιητή και με την χρήση λεπτού ειρωνικού ύφους αντιπαραθέτει στα ά-λογα στιχάκια, που βάζουν τον αναγνώστη στη διαδικασία αγωνιώντας να ανακαλύψει το νόημά τους, με τους λεγόμενους γραμμικούς στίχους, που ακολουθούν τη φυσική και λογική ροή των πραγμάτων:

«Πλαγιοκοπείς τον αναγνώστη συνεχώς.

Δεν ξέρει από πού να πιαστεί.

Πρέπει να κάνει σάλτο, το νόημα για να συλλάβει…

Πόσο ρηχοί φαντάζουνε οι γραμμικοί μας στίχοι

μπρος στα δικά σου τα μεγάλα τ’ άλματα»!

Το τελευταίο δίστιχο, όπως και ολόκληρο το ποίημα, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως απολογητική μαρτυρία του ποιητή έναντι αυτών που αντιστρατεύονται τη ρίμα, την έκφραση που προσεγγίζει το επίπεδο κατανόησης του αναγνωστικού κοινού και την προβολή ξεκάθαρων μηνυμάτων. Ο Γιάννης Ζαρογιάννης, άλλωστε, είναι ένας ποιητής ενταγμένος στην κοινωνία, που παρά τις λογοτεχνικές του ικανότητες δεν αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό αλλά στην έκφραση ενός πλέριου συναισθήματος και ενός κώδικα κοινωνικών αξιών, που έχουν εκλείψει στην εποχή μας. Να ευχηθούμε, λοιπόν, να είναι καλοτάξιδη η νέα ποιητική συλλογή του κυρίου Γ. Ζαρογιάννη και τα μηνύματα, που εκπέμπει να ριζώσουν στις καρδιές και στον κόσμο μας.

———–

* Ομιλία στην εκδήλωση παρουσίασης του έργου, που έγινε στην Λάρισα, στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου.

Leave a Reply

Your email address will not be published.